Υπάρχει ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος να υπερασπιστεί κανείς οποιοδήποτε κυβερνητικό πακέτο: να παρουσιάσει τις πολιτικές επιλογές ως περίπου μαθηματική αναγκαιότητα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μάς επιτρέπει τόσα. Η κυβέρνηση δίνει τόσα. Άρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτε διαφορετικό.
Μόνο που οι νέοι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες δεν λειτουργούν έτσι.
Και το συγκεκριμένο κείμενο ανακατεύει πραγματικά στοιχεία, λανθασμένες γενικεύσεις και μία πολύ βολική πολιτική κατάληξη: ότι περίπου οι Βρυξέλλες αποφασίζουν πόσα μπορεί να δώσει η ελληνική κυβέρνηση και επομένως η κυβέρνηση απλώς εκτελεί.
Ας τα βάλουμε στη σειρά.
Ναι, η Ελλάδα έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα – αυτό είναι γεγονός
Ας ξεκινήσουμε από εκεί όπου το κείμενο έχει δίκιο.
Η Ελλάδα πράγματι βρίσκεται σήμερα σε σαφώς καλύτερη δημοσιονομική κατάσταση από πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, το 2025 μόλις πέντε κράτη-μέλη της ΕΕ εμφάνισαν πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης: Κύπρος, Δανία, Ιρλανδία, Ελλάδα και Πορτογαλία. Η Ελλάδα εμφάνισε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ.
Αυτό είναι σημαντική επιτυχία των δημόσιων οικονομικών και δεν υπάρχει κανένας λόγος να το υποβαθμίσουμε.
Όμως από εδώ και πέρα αρχίζουν τα προβλήματα.
Πρώτο λάθος: δεν υπάρχει ευρωπαϊκός κανόνας «οι 5 πλεονασματικές χώρες παίρνουν 3,7%»
Το κείμενο δημιουργεί την εντύπωση ότι υπάρχουν περίπου δύο κατηγορίες:
5 χώρες με πλεόνασμα → αύξηση δαπανών 3,6%-3,7%.
22 χώρες με έλλειμμα → αύξηση 1%-1,5%.
Αυτό δεν είναι ο τρόπος λειτουργίας του νέου Συμφώνου Σταθερότητας.
Οι νέοι κανόνες προβλέπουν εξατομικευμένη πολυετή πορεία καθαρών πρωτογενών δαπανών για κάθε κράτος-μέλος, ανάλογα με το χρέος, το έλλειμμα, τις δημοσιονομικές προοπτικές, τις μεταρρυθμίσεις και τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών του.
Δεν υπάρχει ένας μαγικός ευρωπαϊκός διακόπτης:
πλεόνασμα = 3,7%, έλλειμμα = 1,5%.
Και υπάρχει απόδειξη που καταρρίπτει το επιχείρημα αμέσως.
Η Πολωνία βρίσκεται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Κι όμως, η προβλεπόμενη ονομαστική αύξηση των καθαρών δαπανών της ήταν 6,3% για το 2025 και 4,4% για το 2026.
Η Ουγγαρία, επίσης σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, είχε όρια 4,3% και 4,0% αντίστοιχα.
Η Ρουμανία, επίσης με υπερβολικό έλλειμμα, έχει διαφορετική πολυετή διαδρομή.
Η Γαλλία έχει 1,2% για το 2026.
Η Ιταλία 1,6%.
Το Βέλγιο 2,5%.
Δηλαδή ούτε καν μεταξύ των ελλειμματικών χωρών υπάρχει το υποτιθέμενο κοινό 1%-1,5%.
Άρα η σύγκριση «5 εναντίον 22» είναι δημοσιονομικά παραπλανητική.
Τότε από πού προκύπτει το ελληνικό 3,6%-3,7%;
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρανόηση.
Τα ποσοστά υπάρχουν.
Αλλά δεν σημαίνουν αυτό που αφήνει να εννοηθεί το κείμενο.
Η εγκεκριμένη ελληνική πορεία καθαρών δαπανών προβλέπει:
| Έτος | Μέγιστη αύξηση καθαρών δαπανών |
|---|---|
| 2025 | 3,7% |
| 2026 | 3,6% |
| 2027 | 3,1% |
| 2028 | 3,0% |
Μέσος όρος 2025-2028: 3,3%.
Άρα ούτε καν ισχύει ότι η Ελλάδα μπορεί να αυξάνει τις δαπάνες της «κατά 3,6%-3,7% ανά έτος».
Το 2027 το όριο πέφτει στο 3,1%.
Το 2028 στο 3%.
Και προσέξτε το σημαντικότερο:
Δεν μιλάμε για όλες τις κρατικές δαπάνες.
Ο ευρωπαϊκός δείκτης είναι η καθαρή πρωτογενής δαπάνη, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις.
Από τον υπολογισμό αφαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι τόκοι, ορισμένες δαπάνες που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους, η εθνική συγχρηματοδότηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων, ορισμένα κυκλικά στοιχεία της ανεργίας και προσωρινά μέτρα.
Επομένως το:
«Η Ευρώπη μάς αφήνει να αυξήσουμε τις κρατικές δαπάνες 3,7%»
είναι μια υπεραπλούστευση ενός πολύ πιο σύνθετου δημοσιονομικού κανόνα.
Και το μεγαλύτερο πολιτικό τέχνασμα: άλλο «πόσα», άλλο «πού»
Ακόμη όμως κι αν δεχθούμε ότι ο συνολικός δημοσιονομικός φάκελος είναι δεδομένος, υπάρχει ένα ερώτημα που εξαφανίζεται εντελώς από την επιχειρηματολογία:
Ποιος αποφασίζει πού θα πάνε τα χρήματα;
Η Κομισιόν;
Όχι.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είπε στην ελληνική κυβέρνηση:
δώσε αυτά στους συνταξιούχους,
τόσα στους δημοσίους υπαλλήλους,
τόσα στους ελεύθερους επαγγελματίες,
φτιάξε αυτόν τον «κουμπαρά»,
μείωσε αυτόν τον φόρο,
μη μειώσεις εκείνον,
δώσε επίδομα εκεί,
μη δώσεις αλλού.
Αυτά είναι πολιτικές επιλογές της ελληνικής κυβέρνησης.
Οι ευρωπαϊκοί κανόνες θέτουν δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Δεν συντάσσουν το πολιτικό πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Και αυτή η διάκριση είναι τεράστια.
Διότι άλλο να λες:
«Έχω δημοσιονομικό χώρο 2,2 δισ. και επιλέγω να τον κατανείμω έτσι».
Και εντελώς άλλο:
«Αυτά μας επιτρέπει η Ευρώπη».
Το πρώτο είναι πολιτική.
Το δεύτερο χρησιμοποιεί την Ευρώπη ως άλλοθι για την πολιτική.
Ούτε το πλεόνασμα σημαίνει ότι υπάρχει ένας κουμπαράς που μοιράζεται
Υπάρχει και δεύτερη σύγχυση.
Το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει πλεόνασμα δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το πλεόνασμα αποτελεί διαθέσιμο ποσό για παροχές.
Η χώρα εξακολουθεί να έχει εξαιρετικά υψηλό δημόσιο χρέος.
Η ίδια η Κομισιόν προβλέπει χρέος 140,7% του ΑΕΠ το 2026 και 134,4% το 2027, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωσή του.
Ακριβώς γι’ αυτό η ελληνική δημοσιονομική πορεία έχει σχεδιαστεί ώστε το χρέος να συνεχίσει να υποχωρεί.
Άρα:
πλεόνασμα ≠ διαθέσιμο χρήμα προς διανομή.
Και αντιστρόφως:
έλλειμμα ≠ αυτόματη απαγόρευση αύξησης δαπανών.
Αυτό ακριβώς αποδεικνύουν οι διαφορετικές πορείες που έχει εγκρίνει το Συμβούλιο για κάθε χώρα.
«Αν επιστρέψουμε σε ελλείμματα, ξεχνάμε τις παροχές» – πάλι υπεραπλούστευση
Όχι.
Ένα κράτος μπορεί να έχει δημοσιονομικό έλλειμμα και ταυτόχρονα να αυξάνει συγκεκριμένες δαπάνες.
Το κάνουν σήμερα πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Το κρίσιμο είναι η συνολική δημοσιονομική πορεία, η εξέλιξη του χρέους και η συμμόρφωση με την εγκεκριμένη πορεία καθαρών δαπανών.
Μάλιστα, η ίδια η Κομισιόν προβλέπει ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει πλεόνασμα 0,8% το 2026 και 0,6% το 2027, παρά τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα.
Άρα το πραγματικό σύστημα είναι πολύ πιο σύνθετο από το:
πλεόνασμα = παροχές
έλλειμμα = τέλος οι παροχές.
Και μετά έρχεται το πιο χοντρό: «αν δεν εγκριθεί από την Κομισιόν, δεν ψηφίζεται ο προϋπολογισμός»
Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Ναι, υπάρχει ευρωπαϊκή δημοσιονομική εποπτεία.
Ναι, υπάρχουν μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά σχέδια.
Ναι, παρακολουθείται η πορεία των καθαρών δαπανών.
Ναι, σε περίπτωση σημαντικών αποκλίσεων μπορούν να ενεργοποιηθούν διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, κυρώσεις. Οι νέοι κανόνες προβλέπουν ακόμη και πρόστιμα έως 0,05% του ΑΕΠ ανά εξάμηνο μέχρι να ληφθεί αποτελεσματική διορθωτική δράση.
Αλλά το:
«αν η Κομισιόν δεν εγκρίνει τον ελληνικό προϋπολογισμό, δεν ψηφίζεται»
είναι λάθος περιγραφή της θεσμικής διαδικασίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αξιολογεί τα σχέδια προϋπολογισμού και τη συμμόρφωσή τους με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Δεν αντικαθιστά όμως το ελληνικό Κοινοβούλιο ως όργανο ψήφισης του κρατικού προϋπολογισμού.
Άλλωστε, ακόμη και για τα σχέδια προϋπολογισμού του 2026 υπήρχαν χώρες που χαρακτηρίστηκαν από την ευρωπαϊκή αξιολόγηση ως «σε κίνδυνο μη συμμόρφωσης» ή ακόμη και «σε κίνδυνο ουσιώδους μη συμμόρφωσης».
Δεν καταργήθηκαν τα εθνικά τους Κοινοβούλια.
Το σωστό επιχείρημα είναι αρκετά ισχυρό. Γιατί χρειάζεται να το φουσκώνουμε;
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο.
Δεν χρειάζεται κανείς να κατασκευάσει δημοσιονομικούς μύθους για να αναγνωρίσει ότι η ελληνική οικονομία έχει πετύχει σημαντική δημοσιονομική βελτίωση.
Η Κομισιόν προβλέπει:
πλεόνασμα 0,8% το 2026,
πλεόνασμα 0,6% το 2027,
και δημόσιο χρέος που υποχωρεί από 146,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 134,4% το 2027.
Αυτά είναι σοβαρά στοιχεία.
Όπως σοβαρό στοιχείο είναι ότι το 2025 η Ελλάδα βρισκόταν πράγματι μεταξύ μόλις πέντε χωρών της ΕΕ με δημοσιονομικό πλεόνασμα.
Γιατί λοιπόν χρειάζεται να μετατρέψουμε αυτά τα πραγματικά επιτεύγματα σε αφήγημα ότι:
«η Ευρώπη μάς είπε πόσα μπορούμε να δώσουμε και αυτά έδωσε ο Μητσοτάκης»;
Γιατί έτσι εξαφανίζεται η πολιτική ευθύνη
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Εάν τα πράγματα είναι όπως παρουσιάζονται, τότε η κυβέρνηση δεν χρειάζεται καν να λογοδοτεί για τις προτεραιότητές της.
Γιατί δεν μειώθηκε περισσότερο ένας φόρος;
«Δεν μας αφήνει η Ευρώπη».
Γιατί δεν δόθηκαν περισσότερα στους χαμηλοσυνταξιούχους;
«Δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος».
Γιατί επιλέχθηκε ένα μέτρο αντί κάποιου άλλου;
«Αυτές είναι οι αντοχές της οικονομίας».
Όχι.
Οι αντοχές της οικονομίας καθορίζουν το συνολικό πλαίσιο. Η κυβέρνηση καθορίζει τις προτεραιότητες μέσα σε αυτό.
Και γι’ αυτές ακριβώς κρίνεται.
Ας το πούμε λοιπόν σωστά
Η Ελλάδα πράγματι έχει σήμερα καλύτερη δημοσιονομική εικόνα.
Πράγματι διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια από χώρες όπως η Γαλλία ή η Ιταλία.
Πράγματι δεν μπορεί να μοιράζει απεριόριστα δισεκατομμύρια.
Πράγματι πρέπει να συνεχίσει να μειώνει ένα δημόσιο χρέος που παραμένει πολύ υψηλό.
Αλλά:
Δεν υπάρχει ευρωπαϊκός κανόνας «5 χώρες παίρνουν 3,7% και οι άλλες 22 παίρνουν 1%-1,5%».
Το 3,7% δεν είναι το ελληνικό όριο κάθε χρόνο – γίνεται 3,6%, 3,1% και 3,0%.
Δεν αφορά απλώς “όλες τις κρατικές δαπάνες”, αλλά τον ειδικά ορισμένο ευρωπαϊκό δείκτη καθαρών δαπανών.
Το έλλειμμα δεν σημαίνει αυτομάτως απαγόρευση παροχών.
Και η Κομισιόν δεν αντικαθιστά τη Βουλή στην ψήφιση του ελληνικού προϋπολογισμού.
Κυρίως όμως:
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καθορίζει τα δημοσιονομικά όρια. Δεν αποφασίζει την πολιτική κατανομή των 2,2 δισ. ευρώ.
Αυτή την αποφάσισε η κυβέρνηση.
Και επομένως είναι απολύτως θεμιτό να συζητάμε εάν τα χρήματα μπορούσαν να κατευθυνθούν διαφορετικά, εάν υπήρχαν καλύτερες προτεραιότητες και ποιοι τελικά κερδίζουν περισσότερο ή λιγότερο.
Γιατί διαφορετικά φτάνουμε σε ένα εξαιρετικά βολικό συμπέρασμα:
Όταν η οικονομία πηγαίνει καλά, είναι επιτυχία της κυβέρνησης.
Όταν τίθενται όρια στις παροχές, φταίει η Ευρώπη.
Ε, δεν γίνεται να ισχύουν και τα δύο κάθε φορά που μας βολεύει.
Τα δημοσιονομικά όρια είναι ευρωπαϊκά. Οι πολιτικές επιλογές όμως έχουν ονοματεπώνυμο.
Και γι’ αυτές κρίνεται κάθε κυβέρνηση.



