«Ταπεινότητα» στα λόγια, αυτάρκεια στην πράξη: Ο Μαρινάκης ζητά αυτοδυναμία πριν μιλήσει η κάλπη

Η συνέντευξη του Παύλου Μαρινάκη στα parapolitika.gr λίγο πριν από τις αποψινές εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ έχει ενδιαφέρον όχι μόνο για όσα υπόσχεται η κυβέρνηση, αλλά κυρίως για όσα θεωρεί ήδη δεδομένα.

Από τη μία, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δηλώνει ότι η Νέα Δημοκρατία πρέπει να είναι «ταπεινή». Από την άλλη, παρουσιάζει ουσιαστικά την αυτοδυναμία της ως τη μοναδική ρεαλιστική λύση για τη χώρα, απαξιώνει σχεδόν κάθε εναλλακτική πολιτική πρόταση και χρησιμοποιεί ξανά το επιχείρημα ότι η κυβέρνηση έχει μειώσει 83 φόρους για να αποκρούσει κάθε συζήτηση περί φορολογικής επιβάρυνσης.

Μόνο που η πολιτική και κυρίως η οικονομία των νοικοκυριών δεν λειτουργούν με αριθμητικά συνθήματα.

Και απόψε στη ΔΕΘ έρχεται η στιγμή που η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδείξει στην πράξη όσα λέει.

«Δεν αυξήσαμε ούτε έναν φόρο» – Είναι όμως αυτή ολόκληρη η εικόνα;

Ο Παύλος Μαρινάκης προκαλεί την αντιπολίτευση να κατονομάσει έναν φόρο που αύξησε η κυβέρνηση και αντιπαραθέτει τις 83 μειώσεις ή καταργήσεις φόρων.

Το επιχείρημα είναι επικοινωνιακά ισχυρό.

Δεν απαντά όμως στο βασικό ερώτημα:

Πόσο φόρο πληρώνει τελικά ο πολίτης και πόσο διαθέσιμο εισόδημα του απομένει;

Γιατί άλλο πράγμα ο φορολογικός συντελεστής και άλλο το συνολικό φορολογικό βάρος.

Υπάρχουν οι έμμεσοι φόροι. Υπάρχει ο ΦΠΑ, ο οποίος όταν οι τιμές αυξάνονται αποδίδει περισσότερα έσοδα ακόμη και χωρίς μεταβολή του συντελεστή. Υπάρχουν οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης. Και, πάνω απ’ όλα, υπάρχει η πραγματική αγοραστική δύναμη.

Επομένως το «μειώσαμε 83 φόρους» δεν μπορεί να λειτουργεί ως μαγική απάντηση σε κάθε συζήτηση για τη φορολογία.

Ο πολίτης δεν ζει μετρώντας πόσες φορολογικές διατάξεις τροποποιήθηκαν.

Μετρά πόσα χρήματα μπαίνουν και πόσα βγαίνουν από τον λογαριασμό του κάθε μήνα.

Η ακρίβεια είναι «πανευρωπαϊκή» – η τσέπη όμως ελληνική

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνωρίζει ότι η ακρίβεια είναι πραγματικό πρόβλημα, αλλά αμέσως προσθέτει ότι είναι «πανευρωπαϊκό».

Σωστά.

Η διεθνής διάσταση της πληθωριστικής κρίσης είναι δεδομένη.

Αλλά επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η ακρίβεια ξεκίνησε στην Ελλάδα.

Το ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά προστατεύθηκε ο Έλληνας καταναλωτής από αυτήν.

Όταν ένα προϊόν αυξηθεί από τα 2 στα 3 ευρώ και στη συνέχεια μειωθεί κατά 9,5%, δεν επιστρέφει στα 2 ευρώ. Πηγαίνει περίπου στα 2,72.

Αυτό είναι το πρόβλημα όταν η κυβέρνηση προβάλλει μειώσεις τιμών σε επιλεγμένους κωδικούς ως απάντηση στο συνολικό κόστος ζωής.

Οι πολίτες δεν συγκρίνουν μόνο τη σημερινή τιμή με την προηγούμενη εβδομάδα.

Θυμούνται πόσο πλήρωναν πριν από μερικά χρόνια.

Και ξαφνικά η κυβέρνηση θυμήθηκε τους «συνεπείς»

Ο Μαρινάκης υπογραμμίζει ότι υπάρχει μια κατηγορία πολιτών που πρέπει πλέον να στηριχθεί:

«Οι συνεπείς».

Πολύ σωστά.

Αλλά αυτή η διαπίστωση γεννά αυτομάτως ένα ερώτημα:

Γιατί χρειάστηκαν επτά χρόνια για να αναδειχθεί τόσο έντονα αυτή η ανάγκη;

Οι συνεπείς φορολογούμενοι δεν εμφανίστηκαν το 2026.

Η μεσαία τάξη δεν δημιουργήθηκε φέτος.

Οι ελεύθεροι επαγγελματίες που πληρώνουν φόρους και εισφορές δεν έγιναν ξαφνικά «συνεπείς» λίγους μήνες πριν μπούμε στην τελική ευθεία προς τις εθνικές εκλογές.

Αν λοιπόν η αποψινή ΔΕΘ πράγματι περιλαμβάνει σημαντικές μόνιμες ελαφρύνσεις, αυτές πρέπει να αξιολογηθούν θετικά όπου πραγματικά ωφελούν.

Αλλά δικαιούμαστε να ρωτήσουμε και κάτι ακόμη:

Γιατί τώρα;

Από το 40,56% στη σημερινή πραγματικότητα

Υπάρχει επίσης μια ενδιαφέρουσα αναφορά του κυβερνητικού εκπροσώπου:

«Την τελευταία φορά που μετρηθήκαμε στην κάλπη πήραμε πάνω από 40%».

Πράγματι.

Αλλά οι εκλογές του 2023 δεν αποτελούν μόνιμο πιστοποιητικό πολιτικής κυριαρχίας.

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να αλλάξουν γνώμη.

Και όταν η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι σήμερα βρίσκεται δημοσκοπικά σημαντικά χαμηλότερα από το εκλογικό αποτέλεσμα του 2023, η απάντηση δεν μπορεί να είναι διαρκώς η υπενθύμιση του 40%.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στο γιατί ένα μέρος εκείνων που ψήφισαν ΝΔ τότε δεν δηλώνουν σήμερα την ίδια επιλογή.

Αυτό πρέπει να απασχολεί μια κυβέρνηση που δηλώνει ότι θέλει να είναι «ταπεινή».

600.000 θέσεις εργασίας: ο αριθμός δεν τελειώνει τη συζήτηση

Η κυβέρνηση προβάλλει ξανά τη δημιουργία 600.000 θέσεων εργασίας.

Η πτώση της ανεργίας αποτελεί ασφαλώς σημαντικό επίτευγμα.

Αλλά υπάρχει και το επόμενο επίπεδο της συζήτησης:

Τι δουλειές είναι αυτές; Με τι μισθούς; Με ποια αγοραστική δύναμη; Με τι κόστος στέγασης;

Ένας εργαζόμενος δεν αξιολογεί την οικονομία αποκλειστικά από το αν υπάρχει δουλειά.

Την αξιολογεί και από το αν ο μισθός αυτής της δουλειάς του επιτρέπει να πληρώσει σπίτι, τρόφιμα, ενέργεια και οικογενειακές υποχρεώσεις και να του περισσέψει κάτι στο τέλος του μήνα.

Αυτό είναι το επόμενο στοίχημα.

Και είναι πολύ δυσκολότερο από την ανακοίνωση ενός αριθμού θέσεων εργασίας.

«Το βράδυ των εκλογών πρέπει να έχουμε κυβέρνηση»

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο πολιτικά αποκαλυπτικό σημείο της συνέντευξης.

Ο Μαρινάκης λέει ότι στόχος είναι η αυτοδυναμία και, εάν αυτή δεν υπάρξει, «ο τόπος πρέπει να έχει κυβέρνηση το βράδυ των εκλογών».

Και στη συνέχεια εξηγεί ότι η μόνη δύναμη με την οποία δυνητικά θα μπορούσε να συζητήσει η ΝΔ είναι το ΠΑΣΟΚ, το οποίο όμως αμέσως μετά χαρακτηρίζει περίπου ως «πράσινο ΣΥΡΙΖΑ» και «σοβαροφανές κίνημα Δεν Πληρώνω».

Άρα έχουμε ένα παράδοξο:

Η ΝΔ λέει ότι πρέπει να υπάρχει δυνατότητα συνεργασίας εάν δεν επιτευχθεί αυτοδυναμία, αλλά ταυτόχρονα απαξιώνει εκ των προτέρων τον μοναδικό δυνητικό εταίρο που η ίδια κατονομάζει.

Και μετά καταλήγει:

Η μόνη ρεαλιστική λύση είναι αυτοδύναμη ΝΔ.

Αυτό δεν είναι ανάλυση όλων των πιθανών μετεκλογικών σεναρίων.

Είναι το προεκλογικό δίλημμα που ήδη αρχίζει να χτίζεται:

«Ή εμείς μόνοι μας ή αστάθεια».

Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια.

Το πολίτευμα προβλέπει ότι οι πολίτες αποφασίζουν τους συσχετισμούς και τα κόμματα οφείλουν στη συνέχεια να διαχειριστούν την εντολή τους.

Δεν αποφασίζει ένα κόμμα πριν από τις εκλογές ποιο αποτέλεσμα θεωρεί «ρεαλιστικό».

Και ο Σαμαράς εξαφανίστηκε από την απάντηση

Η ερώτηση ήταν συγκεκριμένη:

Γιατί η ΝΔ, που συνεργάστηκε στο παρελθόν με ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, δεν θα μπορούσε δυνητικά να συνεργαστεί με ένα κόμμα Σαμαρά;

Η απάντηση ουσιαστικά δεν απάντησε στον Σαμαρά.

Μετέφερε αμέσως τη συζήτηση στην αυτοδυναμία και μετά στο ΠΑΣΟΚ.

Και αυτή η αποφυγή ίσως λέει περισσότερα από μια ευθεία απάντηση.

Γιατί ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά δημιουργεί για τη ΝΔ ένα πολύ πιο σύνθετο πολιτικό πρόβλημα από έναν απλό δυνητικό κυβερνητικό εταίρο.

Αγγίζει το ίδιο το δεξιό ακροατήριο της παράταξης.

Στα ελληνοτουρκικά δεν αρκεί ο κατάλογος των εξοπλισμών

Ο Μαρινάκης έχει δίκιο σε κάτι βασικό: η ισχύς μιας χώρας ασφαλώς συνδέεται με την αμυντική της ενίσχυση.

Rafale, Belharra, Viper και μελλοντικά F-35 αποτελούν σημαντικές επενδύσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Όμως η κριτική για τα ελληνοτουρκικά δεν απαντιέται απλώς με έναν κατάλογο οπλικών συστημάτων.

Υπάρχουν συγκεκριμένα ερωτήματα για την εφαρμογή κυριαρχικών δικαιωμάτων, για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, για τις τουρκικές αντιδράσεις και για τα πραγματικά όρια της πολιτικής του διαλόγου.

Εκεί απαιτούνται συγκεκριμένες απαντήσεις.

Το «είμαστε ισχυρότεροι από το 2019» μπορεί να είναι κυβερνητική θέση.

Δεν καταργεί όμως το δικαίωμα να εξετάζεται κάθε συγκεκριμένο αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής.

Απόψε τελειώνει η θεωρία

Και τελικά αυτό είναι το σημαντικότερο.

Μέχρι σήμερα ακούμε ότι τα μέτρα θα είναι:

«μόνιμα»,
«οριζόντια»,
«κοστολογημένα»,
«για τους συνεπείς»,
«για το διαθέσιμο εισόδημα».

Απόψε θα υπάρχουν αριθμοί.

Και τότε θα μπορούμε να κάνουμε ακριβώς αυτό που η κυβέρνηση έκανε τις προηγούμενες ημέρες με τις εξαγγελίες Τσίπρα:

να πάρουμε κάθε μέτρο ξεχωριστά και να το περάσουμε από το κομπιουτεράκι.

Πόσα χρήματα;

Σε ποιους;

Από πότε;

Για πόσο;

Με ποιο πραγματικό όφελος τον μήνα;

Και κυρίως, πόσο από αυτό το όφελος έχει ήδη καταναλωθεί από την αύξηση του κόστους ζωής;

Ο Παύλος Μαρινάκης λέει ότι η κυβέρνηση πρέπει να είναι «ταπεινή και αποτελεσματική».

Σωστά.

Η ταπεινότητα όμως δεν αποδεικνύεται όταν παρουσιάζεις τον εαυτό σου ως τη μοναδική ρεαλιστική λύση για τη χώρα.

Και η αποτελεσματικότητα δεν αποδεικνύεται με συνθήματα για 83 φόρους, 600.000 θέσεις εργασίας ή με το τι συνέβαινε το 2019.

Αποδεικνύεται με κάτι πολύ απλούστερο:

αν ο πολίτης του 2026 ζει καλύτερα με τα χρήματα που βγάζει.

Απόψε στη ΔΕΘ, λοιπόν, τα επικοινωνιακά προεόρτια τελειώνουν.

Και αρχίζει ο λογαριασμός.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ