Υπάρχει κάτι που πρέπει να αναγνωρίσουμε στον Κυριάκο Μητσοτάκη μετά τη χθεσινή ομιλία του στη ΔΕΘ.
Ήταν εξαιρετικά ξεκάθαρος.
Τόσο ξεκάθαρος, ώστε αν βάλει κάποιος δίπλα δίπλα τις ημερομηνίες των μέτρων που ανακοίνωσε και την ημερομηνία των επόμενων εθνικών εκλογών, το πολιτικό μήνυμα δύσκολα κρύβεται.
Σας δίνω κάποια τώρα.
Σας υπόσχομαι πολύ περισσότερα για μετά.
Και για να εφαρμοστούν αυτά που βρίσκονται μετά, πρέπει προηγουμένως να με ξαναψηφίσετε.
Αν αυτό δεν αποτελεί έναν ιδιότυπο πολιτικό εκβιασμό, τότε πώς ακριβώς πρέπει να το ονομάσουμε;
Προφανώς χρησιμοποιούμε τη λέξη με την πολιτική της έννοια.
Κανείς δεν υποχρεώνει κανέναν να ψηφίσει Νέα Δημοκρατία.
Κανείς δεν αφαιρεί από τον πολίτη την ελευθερία της ψήφου του.
Όμως άλλο αυτό και άλλο η κατασκευή ενός εκλογικού διλήμματος στο οποίο ο ψηφοφόρος καλείται ουσιαστικά να σκεφτεί:
«Αν δεν συνεχίσει ο Μητσοτάκης, θα πάρω τελικά όλα όσα μου ανακοίνωσε;»
Και αυτό ακριβώς είναι το πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο της φετινής ΔΕΘ.
Ας κοιτάξουμε πρώτα το ημερολόγιο
Γιατί οι ημερομηνίες λένε πολλές φορές περισσότερα από τις ομιλίες.
Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε πράγματι μέτρα που αρχίζουν άμεσα.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 2026 προβλέπονται οι πρώτες καταβολές.
Την 1η Νοεμβρίου ξεκινά το νέο σύστημα επιστροφής ΕΦΚ στους αγρότες.
Στις 30 Νοεμβρίου έρχονται επιστροφές ενοικίου και το επίδομα των 400 ευρώ σε συνταξιούχους άνω των 65 ετών, ΑμεΑ και ανασφάλιστους υπερήλικες.
Στο τέλος Δεκεμβρίου καταβάλλονται οι αυξημένες συντάξεις Ιανουαρίου.
Και από την 1η Ιανουαρίου 2027 αρχίζουν νέες φορολογικές και κοινωνικές παρεμβάσεις.
Μέχρι εδώ, λοιπόν, η κυβέρνηση μπορεί να πει:
«Δεν σας υποσχόμαστε μόνο. Αρχίζουμε να εφαρμόζουμε».
Σωστά.
Μόνο που το ημερολόγιο δεν τελειώνει εκεί.
Στην πραγματικότητα, τότε μόλις αρχίζει.
Και μετά έρχεται η κάλπη
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει ότι οι εθνικές εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027.
Άρα κάπου ανάμεσα στα μέτρα του Ιανουαρίου, του Μαρτίου και του Απριλίου και σε εκείνα του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό:
εθνικές εκλογές.
Και ξαφνικά το ημερολόγιο της ΔΕΘ αποκτά εντελώς διαφορετική πολιτική σημασία.
1η Απριλίου 2027:
αύξηση κατώτατου μισθού.
1η Απριλίου 2027:
οριζόντια αύξηση στους δημοσίους υπαλλήλους.
1η Απριλίου:
μείωση ασφαλιστικών εισφορών.
Μάρτιος έως Ιούλιος 2027:
φορολογικές ελαφρύνσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
30 Νοεμβρίου 2027:
νέα επιστροφή ενοικίου.
30 Νοεμβρίου:
νέα καταβολή 400 ευρώ σε συνταξιούχους και άλλους δικαιούχους.
Δεκέμβριος 2027:
πρώτη καταβολή του μόνιμου επιδόματος Χριστουγέννων των 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους.
Και δεν σταματάμε εκεί.
Τα 1.000 ευρώ; Μετά τις εκλογές
Ο κατώτατος μισθός των 1.000 ευρώ αποτελεί μία από τις πιο ισχυρές εξαγγελίες.
Πότε;
Το 2028.
Δηλαδή στην επόμενη κυβερνητική θητεία.
Η περαιτέρω αποκλιμάκωση της προκαταβολής φόρου για τις επιχειρήσεις;
Από το 2028.
Η μείωση της χονδρικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30%;
Έως το 2029.
Οι μεγάλοι στόχοι για το δημόσιο χρέος;
2029 και 2030.
Και το συνολικό πολιτικό όραμα που παρουσίασε ο πρωθυπουργός;
Μέχρι το 2031.
Αυτό δεν είναι απλώς κυβερνητικό πρόγραμμα της σημερινής κυβέρνησης.
Δεν μπορεί να είναι.
Η σημερινή κυβέρνηση έχει εντολή μέχρι το 2027.
Ό,τι βρίσκεται μετά τις εκλογές αποτελεί εξ ορισμού πρόγραμμα μιας επόμενης κυβέρνησης που δεν έχει ακόμη εκλεγεί.
Και ποιος εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που θα το υλοποιήσει;
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Το είπε ουσιαστικά και ο ίδιος
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο αποκαλυπτικό σημείο.
Ο πρωθυπουργός δεν προσπάθησε καν να παρουσιάσει όλα αυτά αποκλειστικά ως πρόγραμμα της σημερινής τετραετίας.
Χαρακτήρισε ο ίδιος τις εξαγγελίες της ΔΕΘ ως «πρόλογο του νέου μας προγράμματος».
Και μίλησε ανοιχτά για πορεία προς το 2031.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό ως κομματικό πρόγραμμα.
Αλλά τότε πρέπει να το ονομάσουμε σωστά.
Δεν είναι μόνο κυβερνητικές εξαγγελίες.
Είναι ταυτόχρονα προεκλογικές υποσχέσεις της Νέας Δημοκρατίας για την επόμενη τετραετία.
Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα.
Άλλο «αυτό θα κάνω αν με εκλέξετε» και άλλο «αυτό θα πάρετε»
Υπάρχει μια λεπτή αλλά πολύ σημαντική διαφορά.
Ένας αρχηγός κόμματος έχει κάθε δικαίωμα να πει:
«Αν με εκλέξετε, δεσμεύομαι να αυξήσω τον κατώτατο μισθό στα 1.000 ευρώ».
Αυτό είναι πολιτικό πρόγραμμα.
Αλλά όταν ο εν ενεργεία πρωθυπουργός παρουσιάζει μαζί σε ένα ενιαίο «ημερολόγιο κοινωνικής ανταπόδοσης» χρήματα που θα καταβάλει η σημερινή κυβέρνηση και χρήματα που υπόσχεται για μετά τις επόμενες εκλογές, τα όρια αρχίζουν να θολώνουν.
Γιατί στον πολίτη δημιουργείται η αίσθηση μιας ενιαίας αλυσίδας:
400 ευρώ τώρα.
Φοροελάφρυνση τον Ιανουάριο.
Αύξηση τον Απρίλιο.
500 ευρώ τον Δεκέμβριο.
1.000 ευρώ κατώτατος το 2028.
Και πάμε μαζί μέχρι το 2031.
Μόνο που ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια:
ο ελληνικός λαός πρέπει πρώτα να ψηφίσει.
«Σου δίνω την πρώτη δόση – για τις επόμενες χρειάζομαι την ψήφο σου»
Εδώ βρίσκεται ο πολιτικός εκβιασμός.
Δεν είναι:
«Ψήφισέ με αλλιώς σου κόβω τη σύνταξη».
Προφανώς όχι.
Είναι πολύ πιο έξυπνος.
Είναι:
«Βλέπεις ότι αρχίζεις να κερδίζεις. Έρχονται όμως κι άλλα. Και για να συνεχίσουν να έρχονται, χρειάζεται να συνεχίσουμε κι εμείς».
Ο πολίτης δεν καλείται πλέον μόνο να κρίνει τη σημερινή κυβέρνηση.
Καλείται να φοβηθεί μήπως, αλλάζοντας κυβέρνηση, χάσει τη μελλοντική παροχή.
Και αυτή είναι η ουσία του πολιτικού εκβιασμού:
η δημιουργία φόβου απώλειας.
Ο δημόσιος υπάλληλος και τα 500 ευρώ
Το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα είναι το νέο επίδομα Χριστουγέννων.
Ο πρωθυπουργός ανακοινώνει:
500 ευρώ μικτά.
Μόνιμα.
Για περίπου 700.000 δημοσίους υπαλλήλους.
Πρώτη πληρωμή;
Δεκέμβριος 2027.
Οι εκλογές όμως, σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει ο ίδιος, θα έχουν προηγηθεί.
Άρα ο δημόσιος υπάλληλος πηγαίνει στην κάλπη γνωρίζοντας ότι υπάρχει μια κυβερνητική υπόσχεση:
«Τον Δεκέμβριο θα πάρεις 500 ευρώ».
Και εδώ δημιουργείται αναπόφευκτα το υποσυνείδητο ερώτημα:
«Αν αλλάξει η κυβέρνηση, θα τα πάρω;»
Μπορεί η επόμενη κυβέρνηση να τα καταβάλει.
Μπορεί να τα αυξήσει.
Μπορεί να εφαρμόσει διαφορετικό μέτρο.
Δεν γνωρίζουμε.
Αλλά πολιτικά ο Μητσοτάκης έχει ήδη τοποθετήσει 500 ευρώ στην άλλη πλευρά της κάλπης.
Και ζητά από τον δημόσιο υπάλληλο να περάσει πρώτα από την κάλπη για να φτάσει σε αυτά.
Αυτό δεν είναι απλώς κοινωνική πολιτική.
Είναι και εξαιρετικά μελετημένη προεκλογική στρατηγική.
Το ίδιο συμβαίνει με τα 1.000 ευρώ
Ακόμη πιο καθαρή είναι η περίπτωση του κατώτατου μισθού.
1.000 ευρώ το 2028.
Ο εργαζόμενος καλείται να ψηφίσει το 2027 έχοντας μπροστά του έναν συγκεκριμένο αριθμό.
1.000.
Έναν αριθμό που δεν θα έχει ακόμη δει στον τραπεζικό του λογαριασμό.
Αλλά του έχει υποσχεθεί ο σημερινός πρωθυπουργός ότι θα τον δει αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη πολιτική.
Άρα τι του λέει ουσιαστικά;
«Μη σταματήσεις τώρα την πορεία. Τα 1.000 είναι μπροστά».
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η εκλογική παγίδα.
Και γιατί όχι τώρα;
Υπάρχει όμως και ένα πολύ απλό ερώτημα.
Αφού αυτά τα μέτρα είναι τόσο απαραίτητα για την κοινωνία, γιατί ορισμένα πρέπει να περιμένουν μέχρι το τέλος του 2027, το 2028 ή το 2029;
Εάν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος, γιατί δεν εφαρμόζονται νωρίτερα;
Εάν δεν υπάρχει σήμερα δημοσιονομικός χώρος, πώς μπορεί να προεξοφλείται με τέτοια βεβαιότητα ότι θα υπάρχει μετά τις εκλογές;
Προφανώς η κυβέρνηση θα απαντήσει ότι υπάρχουν δημοσιονομικοί κανόνες, ανάπτυξη, προβλέψεις εσόδων και σταδιακή δημιουργία πρόσθετου χώρου.
Δεκτό.
Αλλά τότε πρόκειται για προβλέψεις.
Όχι για χρήματα που βρίσκονται ήδη στην τσέπη του πολίτη.
Και πολύ περισσότερο όχι για προσωπική παροχή του εκάστοτε πρωθυπουργού.
Γιατί τα χρήματα δεν είναι του Μητσοτάκη
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο ολόκληρης της συζήτησης.
Τα 400 ευρώ δεν τα δίνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την τσέπη του.
Τα 500 ευρώ δεν είναι δικά του.
Η μείωση της φορολογίας δεν αποτελεί προσωπική του δωρεά.
Ούτε ο κατώτατος μισθός των 1.000 ευρώ θα πληρωθεί από τον τραπεζικό λογαριασμό της Νέας Δημοκρατίας.
Είναι δημόσια πολιτική.
Και χρηματοδοτείται από την ελληνική οικονομία.
Από φόρους.
Από εισφορές.
Από επιχειρήσεις.
Από εργαζόμενους.
Από την ανάπτυξη.
Από τον ίδιο τον ελληνικό λαό.
Άρα κανένας πρωθυπουργός δεν δικαιούται πολιτικά να δημιουργεί την εντύπωση:
«Αν φύγω εγώ, φεύγουν και τα χρήματα».
Τα χρήματα δεν ανήκουν στον πρωθυπουργό.
Ανήκουν στο κράτος και στους πολίτες του.
Ο εκβιασμός βασίζεται στον φόβο
Αυτό είναι άλλωστε ένα παλιό και αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο.
Δεν χρειάζεται να πείσεις κάποιον ότι θα γίνει πλουσιότερος μαζί σου.
Αρκεί να τον πείσεις ότι μπορεί να γίνει φτωχότερος χωρίς εσένα.
Και αυτό ακριβώς μπορεί να δημιουργήσει ένα τέτοιο ημερολόγιο παροχών.
Ο συνταξιούχος σκέφτεται τα 400 ευρώ.
Ο δημόσιος υπάλληλος τα 500.
Ο εργαζόμενος τα 1.000.
Ο επαγγελματίας τη φορολογική ελάφρυνση.
Ο αγρότης τις επιστροφές.
Η οικογένεια τις νέες παροχές.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά εμφανίζεται η κάλπη.
Τυχαίο;
Δύσκολα.
Η κυβέρνηση βάζει τον πολίτη μπροστά σε ένα δίλημμα
Το πραγματικό ψηφοδέλτιο που επιχειρεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση δεν γράφει μόνο:
Νέα Δημοκρατία.
ΠΑΣΟΚ.
ΣΥΡΙΖΑ.
ΚΚΕ.
Ελληνική Λύση.
Πλεύση Ελευθερίας.
Ή οποιοδήποτε άλλο κόμμα.
Γράφει:
«Συνέχεια ή αβεβαιότητα;»
Και η οικονομική μετάφραση είναι:
«Αυτά ξέρεις ότι θα τα πάρεις μαζί μας. Με τους άλλους ποιος ξέρει;»
Αυτό είναι το δίλημμα που χτίζεται.
Και αυτό ακριβώς πρέπει να αναγνωρίσει ο ψηφοφόρος πριν αποφασίσει.
Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη άποψη
Η κυβέρνηση δικαιούται να απαντήσει:
«Δεν εκβιάζουμε κανέναν. Παρουσιάζουμε ένα κοστολογημένο πρόγραμμα και ζητάμε από τον ελληνικό λαό να το εγκρίνει».
Απολύτως θεμιτή θέση.
Μόνο που τότε πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε όλα τα μέτρα σαν δεδομένες κυβερνητικές παροχές.
Όσα βρίσκονται μετά τις εκλογές είναι δεσμεύσεις ενός κόμματος που ζητά νέα εντολή.
Δεν είναι τετελεσμένα γεγονότα.
Γιατί κανείς δεν γνωρίζει ποιος θα είναι πρωθυπουργός μετά τις επόμενες εκλογές.
Και κανείς δεν μπορεί να δεσμεύσει πολιτικά την ψήφο των πολιτών με χρήματα που θα καταβληθούν από μια κυβέρνηση που ακόμη δεν έχει εκλεγεί.
Και ο ίδιος ο Μητσοτάκης παραδέχεται ουσιαστικά ότι μιλά για την επόμενη θητεία
Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε μια εξαιρετικά αποκαλυπτική διατύπωση.
Μίλησε για «πρόλογο του νέου μας προγράμματος».
Αυτό ακριβώς είναι.
Νέο πρόγραμμα.
Όχι μόνο εκτέλεση του υπάρχοντος.
Και μίλησε για πορεία μέχρι το 2031.
Άρα η ΔΕΘ του 2026 ήταν ουσιαστικά και η πρώτη μεγάλη παρουσίαση της προεκλογικής πλατφόρμας της Νέας Δημοκρατίας.
Δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό σε αυτό.
Αρκεί να το λέμε με το όνομά του.
Η ψήφος όμως δεν αγοράζεται με δόσεις
Και εδώ βρίσκεται τελικά το μεγάλο δημοκρατικό ερώτημα.
Ο πολίτης δεν πρέπει να πάει στις επόμενες εκλογές αναρωτώμενος:
«Αν δεν ψηφίσω Μητσοτάκη, θα χάσω τα 500 ευρώ;»
Πρέπει να πάει αναρωτώμενος:
Τι έκανε η κυβέρνηση από το 2023 μέχρι σήμερα;
Πόσο αυξήθηκε το πραγματικό μου εισόδημα;
Τι συνέβη με την ακρίβεια;
Τι έγινε με τα ενοίκια;
Τι έγινε με το ρεύμα;
Τι έγινε με την Υγεία;
Τι έγινε με την Παιδεία;
Τι έγινε με τους θεσμούς;
Τι έγινε με όσα μου υποσχέθηκαν στις προηγούμενες εκλογές;
Και αφού απαντήσει σε αυτά, να εξετάσει τι υπόσχεται ο καθένας για την επόμενη ημέρα.
Αυτό λέγεται δημοκρατική επιλογή.
«Ψηφίστε με για να σας πληρώσω»
Αν λοιπόν συμπυκνώσουμε πολιτικά τη φετινή ΔΕΘ σε μία φράση, ίσως τελικά να είναι αυτή:
«Ψηφίστε με για να σας πληρώσω».
Όχι επειδή τίποτα δεν θα δοθεί πριν από τις εκλογές.
Αυτό θα ήταν ψέμα.
Κάποια μέτρα ξεκινούν άμεσα και άλλα από την 1η Ιανουαρίου.
Αλλά επειδή ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού αφηγήματος που παρουσίασε ο πρωθυπουργός βρίσκεται στην άλλη πλευρά της κάλπης.
500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους τον Δεκέμβριο του 2027.
1.000 ευρώ κατώτατος μισθός το 2028.
Φορολογικές παρεμβάσεις από το 2028.
Ενεργειακοί στόχοι το 2029.
Οικονομικοί στόχοι το 2030.
«Άλμα ευημερίας» μέχρι το 2031.
Και ανάμεσα στο σήμερα και σε όλα αυτά υπάρχει μία ημερομηνία που δεν αναγραφόταν στους πίνακες της ΔΕΘ.
Η ημερομηνία των εθνικών εκλογών.
Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός πολιτικός εκβιασμός.
«Σου δίνω ένα μέρος τώρα. Σου υπόσχομαι τα υπόλοιπα μετά. Αλλά για να φτάσεις στο μετά, πρέπει πρώτα να περάσεις από την κάλπη και να με κρατήσεις στο Μαξίμου».
Αυτό είναι πολιτικά έξυπνο.
Μπορεί να αποδειχθεί και εκλογικά αποτελεσματικό.
Αλλά δεν παύει να είναι ένας βαθιά συναλλακτικός τρόπος να τίθεται το εκλογικό δίλημμα.
Γιατί η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με το:
«ψήφισέ με σήμερα για να πληρωθείς αύριο».
Ο ψηφοφόρος δεν χρωστά την ψήφο του σε κανέναν επειδή του υποσχέθηκε μια μελλοντική παροχή.
Και κυρίως δεν πρέπει να ξεχνά το αυτονόητο:
τα χρήματα που του υπόσχονται μετά τις εκλογές είναι δικά του χρήματα.
Δεν είναι του πρωθυπουργού.
Δεν είναι της Νέας Δημοκρατίας.
Και δεν μπορούν να αποτελούν το αντίτιμο για την ψήφο του.



