Η Ελλάδα χρειάζεται πρωθυπουργό με διεθνές κύρος.
Προφανώς.
Χρειάζεται όμως κάτι ακόμη σημαντικότερο: εξωτερική πολιτική που παράγει μετρήσιμο αποτέλεσμα για τη χώρα.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πρόβλημα με το επιχείρημα ότι οι συναντήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη με ξένους ηγέτες αποτελούν περίπου από μόνες τους απόδειξη ότι η χώρα δεν μπορεί να διακινδυνεύσει μια διαφορετική πολιτική ηγεσία.
Διότι αν αυτό είναι το κριτήριο, τότε καταργούμε ουσιαστικά την πολιτική αξιολόγηση και την αντικαθιστούμε με το φωτογραφικό άλμπουμ των διεθνών επαφών.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συναντήθηκε με τον Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι. Συναντήθηκε με τον Εμανουέλ Μακρόν. Βρίσκεται στο Καστελόριζο και ακολουθούν νέες διεθνείς επαφές.
Καλώς κάνει.
Αυτή είναι η δουλειά του πρωθυπουργού της Ελλάδας.
Το ερώτημα όμως δεν είναι με πόσους ηγέτες συναντήθηκε.
Το ερώτημα είναι τι ακριβώς κερδίζει η Ελλάδα από αυτές τις συναντήσεις.
Η Αίγυπτος είναι το καλύτερο παράδειγμα
Η στρατηγική σχέση Ελλάδας – Αιγύπτου είναι εξαιρετικά σημαντική και πρέπει να προστατευθεί ανεξαρτήτως κυβέρνησης.
Ακριβώς γι’ αυτό όμως δεν αρκεί να πανηγυρίζουμε επειδή ο Έλληνας πρωθυπουργός κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον Αλ Σίσι.
Υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα:
Έχει ολοκληρωθεί η οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου;
Όχι.
Η συμφωνία του 2020 ήταν μερική.
Άφησε εκτός κρίσιμες περιοχές ανατολικότερα, εκεί ακριβώς όπου συναντώνται τα πλέον δύσκολα γεωπολιτικά ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου.
Άρα η συνάντηση με τον Αιγύπτιο πρόεδρο είναι ασφαλώς θετική.
Αλλά το πραγματικό μέτρο επιτυχίας θα είναι κάποια στιγμή να μπορέσει η ελληνική κυβέρνηση να ανακοινώσει:
«Ολοκληρώσαμε την οριοθέτηση».
Μέχρι τότε έχουμε διπλωματική κινητικότητα.
Όχι ολοκληρωμένη διπλωματική επιτυχία.
Και με τον Μακρόν τι ακριβώς συμβαίνει;
Η Ελλάδα έχει οικοδομήσει πράγματι μια πολύ ισχυρή στρατηγική σχέση με τη Γαλλία.
Αυτό είναι σημαντικό κεκτημένο και πρέπει να διατηρηθεί.
Αλλά στο επίκεντρο της τελευταίας συνάντησης Μητσοτάκη – Μακρόν βρέθηκε, μεταξύ άλλων, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου.
Και εδώ υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο:
το καλώδιο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Εάν λοιπόν η στρατηγική σχέση Ελλάδας – Γαλλίας και η ευρωπαϊκή διάσταση του έργου μπορούν να εξασφαλίσουν την ανεμπόδιστη υλοποίησή του, εξαιρετικά.
Να γίνει.
Και τότε θα μιλάμε για αποτέλεσμα.
Γιατί στην εξωτερική πολιτική δεν βαθμολογείται η συνάντηση.
Βαθμολογείται αυτό που συμβαίνει μετά τη συνάντηση.
Και το Καστελόριζο δεν χρειάζεται μόνο συμβολισμούς
Η παρουσία του πρωθυπουργού στο Καστελόριζο έχει προφανή εθνικό συμβολισμό.
Ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία επαναφέρει διεκδικήσεις και αμφισβητήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αλλά και εδώ πρέπει να αποφύγουμε την επικοινωνιακή υπερβολή.
Οι κάτοικοι του Καστελόριζου και συνολικά οι ακρίτες δεν χρειάζονται απλώς έναν πρωθυπουργό που τους επισκέπτεται.
Χρειάζονται ένα κράτος που βρίσκεται εκεί 365 ημέρες τον χρόνο.
Χρειάζονται υποδομές, Υγεία, συγκοινωνίες, οικονομική δραστηριότητα, στελέχωση υπηρεσιών και πραγματική αίσθηση ασφάλειας.
Η σημαία και ο συμβολισμός έχουν αξία.
Αλλά η εθνική κυριαρχία δεν ασκείται με φωτογραφίες.
Ασκείται καθημερινά.
Το «διεθνές κύρος» δεν είναι προσωπική ιδιοκτησία κανενός
Υπάρχει όμως στο συγκεκριμένο αφήγημα ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα.
Δημιουργείται περίπου η εντύπωση ότι οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Γαλλία, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν προσωπικό περιουσιακό στοιχείο του εκάστοτε πρωθυπουργού.
Δεν είναι έτσι.
Οι σοβαρές διεθνείς σχέσεις οικοδομούνται μεταξύ κρατών.
Οι κυβερνήσεις ασφαλώς μπορούν να τις ενισχύσουν ή να τις τραυματίσουν.
Οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ ηγετών επίσης έχουν σημασία.
Αλλά η Ελλάδα δεν εξαφανίζεται από τον διεθνή χάρτη όταν αλλάζει πρωθυπουργό.
Διαφορετικά θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι η Γαλλία δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει Μακρόν, η Γερμανία δεν μπορούσε να αλλάξει Μέρκελ και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να κρατούν για πάντα τον ίδιο πρόεδρο για να μη χάσουν τις διεθνείς τους σχέσεις.
Αυτό προφανώς είναι παράλογο.
Το πραγματικά επικίνδυνο επιχείρημα
Και εδώ φτάνουμε στην ουσία.
Το άρθρο δεν λέει απλώς ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαθέτει διεθνή εμπειρία.
Αυτό είναι μια απολύτως θεμιτή πολιτική αξιολόγηση.
Προχωρά όμως ένα βήμα παραπέρα:
ο πολίτης καλείται περίπου να θεωρήσει ότι η αλλαγή πρωθυπουργού αποτελεί κίνδυνο για τη διεθνή θέση της χώρας.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
Σε μια δημοκρατία κανένας πρωθυπουργός δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως αναντικατάστατος επειδή γνωρίζει ξένους ηγέτες.
Το πραγματικό διεθνές κύρος μιας χώρας αποδεικνύεται ακριβώς όταν οι συμμαχίες, οι συμφωνίες και η στρατηγική της αντέχουν στην εναλλαγή κυβερνήσεων.
Εάν καταρρέουν μόλις φύγει ένας άνθρωπος από το Μέγαρο Μαξίμου, τότε δεν έχουμε οικοδομήσει ισχυρή εξωτερική πολιτική.
Έχουμε οικοδομήσει προσωπικές δημόσιες σχέσεις.
Βεβαίως να απαντήσουν Τσίπρας και Ανδρουλάκης
Σε ένα σημείο, πάντως, το άρθρο έχει απόλυτο δίκιο.
Όποιος διεκδικεί την πρωθυπουργία πρέπει να παρουσιάσει συγκεκριμένη εξωτερική πολιτική.
Τι θα κάνει με την Τουρκία;
Τι θα κάνει με το τουρκολιβυκό μνημόνιο;
Ποια είναι η θέση του για την επέκταση των χωρικών υδάτων;
Τι θα κάνει για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου;
Πώς θα χειριστεί την Αίγυπτο;
Ποια στρατηγική θα ακολουθήσει για την Ανατολική Μεσόγειο;
Τι θα κάνει με τις αμυντικές συμφωνίες;
Εκεί πρέπει πράγματι να τοποθετηθούν όλοι.
Και ο Αλέξης Τσίπρας.
Και ο Νίκος Ανδρουλάκης.
Και ο Αντώνης Σαμαράς, εφόσον τελικά δημιουργήσει κόμμα.
Και οποιοσδήποτε άλλος ζητήσει την ψήφο των Ελλήνων για να κυβερνήσει.
Αλλά το ίδιο ακριβώς τεστ πρέπει να περάσει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Όχι με το ερώτημα «με ποιους συναντήθηκε;»
Αλλά με το ερώτημα:
«Τι πέτυχε;»
Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο του διεθνούς κύρους
Η Ελλάδα ασφαλώς χρειάζεται πρωθυπουργό με διεθνές κύρος.
Δεν χρειάζεται όμως να μετατρέψει κανέναν πρωθυπουργό σε αναντικατάστατο εθνικό κεφάλαιο.
Χρειάζεται σοβαρή εξωτερική πολιτική, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, σταθερές συμμαχίες, διπλωματική συνέχεια και συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Και εκεί πρέπει να γίνει η σύγκριση.
Όχι ποιος έχει περισσότερες χειραψίες.
Όχι ποιος έχει περισσότερες φωτογραφίες με τον Μακρόν ή τον Σίσι.
Όχι ποιος εμφανίζεται περισσότερο στις διεθνείς συνόδους.
Αλλά ποιος μπορεί να εξηγήσει στους Έλληνες πολίτες πού ακριβώς θέλει να οδηγήσει τη χώρα και τι έχει καταφέρει μέχρι σήμερα.
Γιατί οι συναντήσεις είναι το μέσο.
Το αποτέλεσμα είναι η πολιτική.
Και το διεθνές κύρος δεν μετριέται από το πόσες πόρτες ανοίγουν για έναν πρωθυπουργό.
Μετριέται από το τι καταφέρνει να φέρει πίσω στη χώρα όταν αυτές οι πόρτες κλείσουν πίσω του.



