Η αντιπαράθεση Κυριάκου Μητσοτάκη και Αντώνη Σαμαρά δεν βρίσκεται πλέον στο επίπεδο των υπαινιγμών. Είναι ανοιχτή πολιτική σύγκρουση και, πλέον, βαθιά προσωπική.
Και ίσως το πιο ενδιαφέρον από όσα συνέβησαν στη Θεσσαλονίκη δεν είναι ούτε οι βαριές εκφράσεις ούτε οι εκατέρωθεν αναφορές στην «υστεροφημία».
Είναι ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός έκανε δύο πράγματα μέσα σε λίγες ώρες.
Πρώτον, παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να προκαλέσει ζημιά στη Νέα Δημοκρατία.
Και δεύτερον, επιχείρησε να τον απαξιώσει πολιτικά θυμίζοντας το περίφημο 18% των εκλογών του 2012.
Μόνο που όταν επικαλείσαι την Ιστορία, καλό είναι να την επικαλείσαι ολόκληρη.
Γιατί το 18,85% πράγματι υπήρξε.
Αλλά υπήρξε σε μια Ελλάδα που δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με τη σημερινή.
Και, κυρίως, 42 ημέρες αργότερα ο ίδιος Σαμαράς πήρε 29,66%, κέρδισε τις εκλογές και έγινε πρωθυπουργός.
Από την «τεχνογνωσία να κάνει κακό» στο «ωραία απόδοση»
Όλα ξεκίνησαν όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ερωτηθείς στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ για τον Αντώνη Σαμαρά και το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος, ανέβασε κατακόρυφα τους τόνους.
Υπενθύμισε ότι η ΝΔ δέχθηκε ξανά τον Αντώνη Σαμαρά, ότι η παράταξη τον τίμησε και ότι έγινε πρωθυπουργός, για να προσθέσει ότι ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει «τεχνογνωσία στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη» και ότι ελπίζει να μην τη χρησιμοποιήσει.
Ας σταθούμε λίγο σε αυτή τη φράση.
Διότι αποτελεί ίσως την καθαρότερη μέχρι σήμερα παραδοχή από τα χείλη του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι ο Σαμαράς μπορεί πράγματι να αποτελέσει πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία.
Δεν μιλά πλέον ένας δημοσκόπος.
Δεν το γράφει ένας πολιτικός αναλυτής.
Δεν το διαρρέει κάποιος «γαλάζιος» βουλευτής.
Το λέει ο ίδιος ο πρωθυπουργός.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ΝΔ δηλώνει ότι ο στρατηγικός της στόχος στις επόμενες εκλογές είναι η αυτοδυναμία.
Ο Σαμαράς απάντησε και ο Μητσοτάκης ξαναγύρισε
Η απάντηση του Αντώνη Σαμαρά ήταν εξίσου σκληρή.
Αμφισβήτησε ευθέως ότι η σημερινή ΝΔ εκφράζει την ιστορική παράταξη και κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι την έχει μετατρέψει σε «κόμμα Μητσοτάκη», εξαπολύοντας παράλληλα συνολική επίθεση για ακρίβεια, οικονομία, περιφέρεια, εθνικά ζητήματα, ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη και υποκλοπές.
Η συνέντευξη Τύπου είχε ήδη τελειώσει.
Οι κάμερες έκλειναν.
Όταν όμως δημοσιογράφος ενημέρωσε τον πρωθυπουργό για την απάντηση Σαμαρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανήλθε:
«Η ΝΔ δεν είναι σήμερα παράταξη; Απ’ ό,τι θυμάμαι ο ίδιος πήρε στις εκλογές 18%. Ωραία απόδοση!»
Πολιτικά εύστοχη ατάκα;
Αναμφίβολα.
Ιστορικά ολοκληρωμένη;
Καθόλου.
Ναι, ο Σαμαράς πήρε 18,85%
Ας ξεκινήσουμε από τα δεδομένα.
Στις βουλευτικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012, η Νέα Δημοκρατία υπό τον Αντώνη Σαμαρά πήρε πράγματι:
18,85% και 108 έδρες.
Ήταν ένα ιστορικά χαμηλό ποσοστό για τη ΝΔ.
Άρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είπε έναν ψεύτικο αριθμό.
Είπε όμως έναν αριθμό αποκομμένο από το ιστορικό του περιβάλλον.
Και αυτό αλλάζει εντελώς την εικόνα.
Κύριε Μητσοτάκη, θυμάστε όμως τι συνέβαινε το 2012;
Η Ελλάδα του Μαΐου του 2012 δεν ήταν μια χώρα που πήγαινε σε μια συνηθισμένη εκλογική αναμέτρηση.
Ήταν μια κοινωνία που είχε υποστεί έναν οικονομικό και πολιτικό σεισμό.
Η χώρα βρισκόταν μέσα στα Μνημόνια.
Η ύφεση είχε σαρώσει οικονομία και εισοδήματα.
Μισθοί και συντάξεις είχαν υποστεί τεράστιες περικοπές.
Η ανεργία είχε εκτιναχθεί.
Χιλιάδες επιχειρήσεις είχαν κλείσει.
Η κοινωνία βρισκόταν σε κατάσταση οργής και ανασφάλειας.
Και πάνω από τη χώρα αιωρούνταν ερωτήματα που σήμερα μοιάζουν σχεδόν εξωπραγματικά:
Θα χρεοκοπήσει η Ελλάδα; Θα παραμείνει στο ευρώ; Θα αντέξουν οι τράπεζες;
Δεν κατέρρεε απλώς η δημοτικότητα ενός πρωθυπουργού ή ενός κόμματος.
Κατέρρεε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης.
Δεν κατέρρευσε μόνο η ΝΔ – Διαλύθηκε ο παλιός δικομματισμός
Αρκεί να κοιτάξει κανείς τα αποτελέσματα της 6ης Μαΐου.
Η ΝΔ πήρε 18,85%.
Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτινάχθηκε στο 16,79%.
Το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε στο 13,18%.
Οι νεοσύστατοι Ανεξάρτητοι Έλληνες πήραν 10,62%.
Η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή με 6,97%.
Η ΔΗΜΑΡ πήρε 6,11%.
Και τα κόμματα που έμειναν εκτός Βουλής συγκέντρωσαν συνολικά περίπου 19%.
Αυτό δεν ήταν μια κανονική εκλογική αναμέτρηση.
Ήταν πολιτική έκρηξη.
Και αν θέλουμε πραγματικά να καταλάβουμε πόσο ακραίο ήταν το φαινόμενο, αρκεί μία σύγκριση.
Το ΠΑΣΟΚ είχε πάρει σχεδόν 44% το 2009.
Τρία χρόνια αργότερα βρέθηκε στο 13,18%.
Άρα, όταν ο σημερινός πρωθυπουργός απομονώνει το 18,85% του Σαμαρά και σχολιάζει «ωραία απόδοση», παραλείπει μια μάλλον σημαντική λεπτομέρεια:
το 2012 δεν κατέρρευσε μόνο η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά. Κατέρρευσε το πολιτικό σύστημα μέσα στο οποίο ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είχαν κυριαρχήσει επί δεκαετίες.
Και ο Σαμαράς πλήρωνε τότε και το Μνημόνιο
Υπάρχει και κάτι ακόμη.
Ο Αντώνης Σαμαράς είχε οικοδομήσει μεγάλο μέρος της προηγούμενης αντιπολιτευτικής στρατηγικής του απέναντι στο πρώτο Μνημόνιο.
Στη συνέχεια, μετά την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου, η ΝΔ συμμετείχε στην κυβέρνηση Παπαδήμου και στήριξε το δεύτερο πρόγραμμα.
Το πολιτικό κόστος ήταν τεράστιο.
Από τα δεξιά δημιουργήθηκαν οι ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου, οι οποίοι στην πρώτη κιόλας εκλογική τους αναμέτρηση πήραν 10,62%.
Η ΝΔ δηλαδή δεχόταν ταυτόχρονα την οργή για τα Μνημόνια, την κατάρρευση του παραδοσιακού δικομματισμού και μια τεράστια διαρροή ψηφοφόρων προς νέους πολιτικούς σχηματισμούς.
Αυτό ήταν το περιβάλλον του 18,85%.
Η λεπτομέρεια που εξαφανίστηκε: 42 ημέρες αργότερα
Και τώρα φτάνουμε στο πιο άβολο σημείο της σημερινής ειρωνείας.
Οι εκλογές της 6ης Μαΐου δεν κατάφεραν να δώσουν κυβέρνηση.
Η χώρα οδηγήθηκε σε δεύτερες εκλογές στις 17 Ιουνίου 2012.
Και τι συνέβη;
Ο ίδιος Αντώνης Σαμαράς.
Η ίδια Νέα Δημοκρατία.
Στην ίδια Ελλάδα.
Μόλις 42 ημέρες αργότερα.
Από το 18,85% η ΝΔ ανέβηκε στο 29,66%.
Ήρθε πρώτη.
Και ο Αντώνης Σαμαράς έγινε πρωθυπουργός.
Ακολούθησε η κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και αρχικά ΔΗΜΑΡ.
Άρα, εφόσον θέλουμε να αξιολογήσουμε την «απόδοση» του Σαμαρά από τις εκλογές του 2012, γιατί το ημερολόγιο του Κυριάκου Μητσοτάκη σταματά στις 6 Μαΐου;
Γιατί όχι στις 17 Ιουνίου;
Γιατί το 18,85% είναι η «απόδοση», αλλά το 29,66% έξι εβδομάδες αργότερα δεν αποτελεί μέρος της ίδιας πολιτικής ιστορίας;
Και κυρίως: η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 2012
Εδώ βρίσκεται κατά τη γνώμη μας το μεγαλύτερο πολιτικό λάθος της σύγκρισης.
Σήμερα η Ελλάδα έχει σοβαρά προβλήματα.
Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά.
Το στεγαστικό έχει εξελιχθεί σε τεράστιο βάρος.
Η αγοραστική δύναμη παραμένει κεντρικό κοινωνικό ζήτημα.
Η περιφέρεια αντιμετωπίζει δημογραφική και οικονομική πίεση.
Υπάρχει πολιτική δυσαρέσκεια και σημαντική απομάκρυνση ψηφοφόρων από τη ΝΔ.
Αλλά δεν είμαστε στο 2012.
Δεν συζητούμε καθημερινά εάν η χώρα θα χρεοκοπήσει.
Δεν βρίσκεται η Ελλάδα μπροστά σε άμεσο κίνδυνο εξόδου από το ευρώ.
Δεν καταρρέει το τραπεζικό σύστημα.
Δεν βρίσκεται η οικονομία στην ίδια ιστορική συνθήκη μιας πολυετούς βαθιάς ύφεσης.
Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Γιατί εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να συγκρίνει εκλογικά ποσοστά χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτά διαμορφώθηκαν, τότε ανοίγει ο ίδιος μια συζήτηση που μπορεί αύριο να γίνει εξαιρετικά άβολη για εκείνον.
Ο Μητσοτάκης ξεκίνησε μια σύγκριση που μπορεί να επιστρέψει
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πήρε 40,56% τον Ιούνιο του 2023.
Αυτό είναι το δικό του σημείο αναφοράς.
Όταν έρθουν οι επόμενες εθνικές εκλογές, η πολιτική του επίδοση θα συγκριθεί αναπόφευκτα με αυτό το 40,56%.
Και τότε, εάν η ΝΔ καταγράψει μεγάλη πτώση, θα υπάρχει ένα απλό ερώτημα:
Ποια Ελλάδα παρέλαβε ο Μητσοτάκης και σε ποια Ελλάδα έχασε αυτούς τους ψηφοφόρους;
Γιατί ο Σαμαράς έχει τουλάχιστον το ιστορικό δεδομένο ότι το 18,85% σημειώθηκε μέσα στη μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική ανατροπή της Μεταπολίτευσης.
Ποιο θα είναι το αντίστοιχο άλλοθι μιας μεγάλης πτώσης της σημερινής ΝΔ;
Αυτό φυσικά θα κριθεί στην κάλπη.
Αλλά όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός επιλέγει να ανοίξει τη συζήτηση των ποσοστών, πρέπει να είναι έτοιμος να δεχθεί ολόκληρη τη σύγκριση και όχι μόνο το κομμάτι της που τον εξυπηρετεί.
Και τελικά, αν ο Σαμαράς είναι «18%», γιατί τόσος φόβος;
Υπάρχει όμως μια αντίφαση ακόμη μεγαλύτερη από όλες τις προηγούμενες.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ουσιαστικά λέει δύο πράγματα την ίδια ημέρα:
Από τη μία ειρωνεύεται τον Σαμαρά ως τον αρχηγό του 18%.
Από την άλλη προειδοποιεί ότι διαθέτει την «τεχνογνωσία» να κάνει κακό στη Νέα Δημοκρατία.
Και εδώ οι δύο αφηγήσεις δύσκολα συμβιβάζονται.
Εάν ο Αντώνης Σαμαράς είναι ένας πολιτικά τελειωμένος πρώην πρωθυπουργός, εγκλωβισμένος σε ένα ιστορικό 18%, τότε γιατί τόση ένταση;
Γιατί η προειδοποίηση για την υστεροφημία του;
Γιατί η αναφορά στη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει;
Γιατί δεύτερη απάντηση μετά το τέλος μιας τρίωρης συνέντευξης Τύπου;
Γιατί να ασχολείται τόσο ο πρωθυπουργός με κάποιον που υποτίθεται ότι δεν αποτελεί πραγματική απειλή;
Η απάντηση πιθανότατα βρίσκεται στην αριθμητική των επόμενων εκλογών.
Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να πάρει 20%.
Ούτε 15%.
Ούτε καν 10% για να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα στη Νέα Δημοκρατία.
Εάν τελικά ιδρύσει κόμμα και κατορθώσει να αφαιρέσει ένα κρίσιμο τμήμα της παραδοσιακής δεξιάς εκλογικής βάσης της ΝΔ, αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για τον μεγάλο στόχο που ο ίδιος ο Μητσοτάκης έθεσε στη ΔΕΘ:
την αυτοδυναμία.
Γι’ αυτό ίσως η σημαντικότερη φράση της ημέρας δεν ήταν το ειρωνικό:
«18%, ωραία απόδοση».
Ήταν εκείνη που είχε προηγηθεί:
«Διαθέτει αρκετή τεχνογνωσία στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη».
Γιατί το πρώτο ήταν πολιτική ειρωνεία.
Το δεύτερο ήταν παραδοχή πολιτικού κινδύνου.
Και τελικά, αν θέλουμε να μιλήσουμε πραγματικά για «απόδοση», η Ιστορία έχει μια ενοχλητική συνήθεια: δεν σταματά στη φωτογραφία που επιλέγει κάθε φορά ο πολιτικός αντίπαλος.
Το 18,85% υπάρχει.
Όπως υπάρχει και το 29,66% που ακολούθησε.
Υπάρχει η ήττα της 6ης Μαΐου.
Όπως υπάρχει και η πρωθυπουργία που ακολούθησε μετά τις εκλογές του Ιουνίου.
Και πάνω απ’ όλα υπάρχει το 2012: μια Ελλάδα στα όρια οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αποσύνθεσης, που δεν μπορεί σοβαρά να συγκρίνεται σαν να ήταν μια συνηθισμένη εκλογική περίοδος με την Ελλάδα του 2026.
Γι’ αυτό το «18%, ωραία απόδοση» μπορεί να λειτουργεί ως ατάκα.
Ως ιστορικό επιχείρημα, όμως, είναι εξαιρετικά φτωχό.
Και υπάρχει ένα τελευταίο ερώτημα που θα απαντήσει μόνο η κάλπη:
Όταν κάποτε γραφτεί η «απόδοση» του Κυριάκου Μητσοτάκη στις επόμενες εκλογές, θα του αρέσει άραγε εξίσου η σύγκριση των ποσοστών χωρίς καμία αναφορά στις συνθήκες;



