Η σημερινή δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Υπουργικό Συμβούλιο ακούγεται ξεκάθαρη.
Η Ελλάδα, είπε ουσιαστικά ο πρωθυπουργός, δεν επηρεάζεται από τις αντιδράσεις της Τουρκίας, οι περιοχές ελληνικής κυριαρχίας προκύπτουν από το Διεθνές Δίκαιο, η χώρα είναι έτοιμη να τις προασπίσει και με την Άγκυρα δεν συζητά τίποτε άλλο πέραν της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Αυτή πράγματι είναι η επίσημη ελληνική θέση. Και καλώς επαναλαμβάνεται.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι τι λέει ότι συζητά η Αθήνα.
Το πρόβλημα είναι τι αμφισβητεί πλέον η Άγκυρα.
Και εκεί η εικόνα είναι πολύ λιγότερο καθησυχαστική.
Η Τουρκία μόλις επανέφερε τις «γκρίζες ζώνες»
Η σημερινή παρέμβαση του πρωθυπουργού δεν έγινε στο κενό.
Μόλις πριν από λίγες ημέρες, η Άγκυρα αντέδρασε στο ελληνικό Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, υποστηρίζοντας ότι ο ελληνικός σχεδιασμός δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για την Τουρκία σε περιοχές του Αιγαίου των οποίων το θαλάσσιο καθεστώς θεωρεί ότι δεν έχει καθοριστεί.
Και το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών αναγκάστηκε να απαντήσει ότι το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο είναι «απολύτως ξεκάθαρο» και καθορισμένο από διεθνείς συνθήκες.
Προσέξτε λοιπόν τι συμβαίνει.
Η Αθήνα λέει:
«Έχουμε μία διαφορά».
Η Άγκυρα εξακολουθεί να βάζει στο τραπέζι ζητήματα που ακουμπούν ακόμη και το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο.
Επομένως το να επαναλαμβάνουμε ότι «δεν συζητάμε τίποτε άλλο» είναι απαραίτητο.
Δεν αποτελεί όμως από μόνο του εξωτερική πολιτική.
Και πριν από αυτό ήρθαν τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα
Η τελευταία τουρκική αντίδραση για τις ΑΠΕ δεν είναι μεμονωμένο επεισόδιο.
Προηγήθηκε η ανακοίνωση τουρκικών θαλάσσιων πάρκων.
Η ελληνική κυβέρνηση χαρακτήρισε τις σχετικές τουρκικές κινήσεις παράνομες και υποστήριξε ότι δεν μπορούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
Αλλά ακριβώς εδώ είχε παρέμβει πριν από μόλις μία εβδομάδα ο Αντώνης Σαμαράς.
Ο πρώην πρωθυπουργός χαρακτήρισε την τουρκική απόφαση «διεθνή πειρατεία» και έθεσε ένα ερώτημα που σήμερα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία:
Ποια ακριβώς είναι η ελληνική στρατηγική απέναντι στη διαρκή διεύρυνση των τουρκικών απαιτήσεων;
Και εδώ βρίσκεται το δύσκολο σημείο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Γιατί η προειδοποίηση Σαμαρά δεν φαίνεται πια τόσο εύκολο να απορριφθεί
Εδώ και καιρό ο Αντώνης Σαμαράς επιτίθεται στη στρατηγική των λεγόμενων «ήρεμων νερών».
Τον Ιούλιο μάλιστα υποστήριξε ότι πραγματικά «ήρεμα νερά» από την τουρκική πλευρά δεν υπήρξαν, επαναφέροντας ταυτόχρονα την υπόθεση της Κάσου και προειδοποιώντας για επικίνδυνες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά.
Τότε μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι πρόκειται για την ιδιαίτερα σκληρή γραμμή ενός πρώην πρωθυπουργού που βρίσκεται πλέον σε ανοιχτή πολιτική σύγκρουση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Όμως ας δούμε τι ακολούθησε.
Η Τουρκία ανακοίνωσε δικά της θαλάσσια πάρκα.
Η Αθήνα τα χαρακτήρισε παράνομα.
Η Άγκυρα αντέδρασε στον ελληνικό χωροταξικό σχεδιασμό για τις ΑΠΕ.
Και μέσα από αυτή την αντίδραση επανήλθε ουσιαστικά η τουρκική θεωρία περί αμφισβητούμενου καθεστώτος σε περιοχές του Αιγαίου.
Και σήμερα ο ίδιος ο πρωθυπουργός αισθάνεται την ανάγκη να δηλώσει:
«Είμαστε έτοιμοι να προασπίσουμε ανά πάσα στιγμή τις περιοχές ελληνικής κυριαρχίας».
Αυτό δεν σημαίνει ότι «δικαιώθηκε ο Σαμαράς» σε κάθε επιμέρους εκτίμησή του.
Σημαίνει όμως κάτι πολιτικά σημαντικότερο:
Η πραγματικότητα δυσκολεύει πλέον το επιχείρημα ότι η στρατηγική των «ήρεμων νερών» περιόρισε τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Δεν τις περιόρισε.
Το «δεν συζητάμε» έχει νόημα μόνο αν συνοδεύεται από πράξεις
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δίκιο σε μία θεμελιώδη θέση.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αποδεχθεί ως ελληνοτουρκικές διαφορές ζητήματα κυριαρχίας που η ίδια θεωρεί λυμένα από τις διεθνείς συνθήκες.
Αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό:
Τι κάνει όταν η Τουρκία τα θέτει μονομερώς;
Γιατί η Τουρκία δεν χρειάζεται την άδεια της Αθήνας για να προβάλλει μία διεκδίκηση.
Το κάνει.
Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής επομένως δεν είναι πόσες φορές θα πούμε ότι δεν αναγνωρίζουμε τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Είναι αν αυτές οι διεκδικήσεις παράγουν πρακτικούς περιορισμούς στην άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Και εδώ έρχεται ξανά η Κάσος.
Η Κάσος είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου έχει αποκτήσει τεράστια πολιτική σημασία ακριβώς επειδή αφορά δραστηριότητα σε θαλάσσιες περιοχές στις οποίες η Τουρκία προβάλλει δικές της αξιώσεις.
Ο ίδιος ο Μητσοτάκης έχει αναγνωρίσει στο παρελθόν ότι όσο υπάρχουν η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και το casus belli είναι εξαιρετικά δύσκολο να φτάσουν Ελλάδα και Τουρκία σε συμφωνία για παραπομπή της μοναδικής διαφοράς που αναγνωρίζει η Αθήνα σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.
Αυτό ακριβώς αποκαλύπτει το βαθύτερο πρόβλημα.
Λέμε:
«Μία είναι η διαφορά».
Αλλά για να φτάσουμε στη λύση αυτής της μίας διαφοράς πρέπει προηγουμένως να αντιμετωπίσουμε μια Τουρκία που διατηρεί το casus belli και τη θεωρία των γκρίζων ζωνών.
Άρα η απόσταση μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής ατζέντας παραμένει τεράστια.
«Οι αντιδράσεις δεν επηρεάζουν τον σχεδιασμό μας»
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη σημερινή φράση του πρωθυπουργού.
Και εδώ πλέον δεν χρειάζονται δηλώσεις.
Χρειάζεται εφαρμογή.
Εάν πράγματι οι τουρκικές αντιδράσεις δεν επηρεάζουν τον ελληνικό σχεδιασμό, τότε η κυβέρνηση έχει έναν πολύ καθαρό δρόμο μπροστά της:
να εφαρμόσει στην πράξη τους σχεδιασμούς της όπου θεωρεί ότι διαθέτει τα αντίστοιχα δικαιώματα βάσει του Διεθνούς Δικαίου.
Το θετικό είναι ότι η Ελλάδα έχει πράγματι περάσει τα τελευταία χρόνια από την αδράνεια σε συγκεκριμένες κινήσεις θαλάσσιου και ενεργειακού σχεδιασμού.
Το 2025 προχώρησε για πρώτη φορά στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, καλύπτοντας ένα σημαντικό θεσμικό κενό προηγούμενων ετών. Το 2022 η ευρωπαϊκή πλατφόρμα Maritime Spatial Planning κατέγραφε ακόμη ότι η Ελλάδα δεν είχε υιοθετήσει εθνικό ή περιφερειακό θαλάσσιο χωροταξικό σχέδιο.
Αυτό πρέπει να πιστωθεί στην κυβέρνηση.
Αλλά ακριβώς επειδή πλέον υπάρχουν χάρτες και σχεδιασμοί, έρχεται το επόμενο και δυσκολότερο στάδιο:
η εφαρμογή τους.
Τα «ήρεμα νερά» δεν πρέπει να μετατραπούν σε αυτοσκοπό
Ακόμη και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει δηλώσει ότι τα «ήρεμα νερά» είναι χρήσιμα, αλλά δεν αποτελούν αυτοσκοπό.
Σωστά.
Γιατί η ηρεμία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει αξία όταν μειώνει την πιθανότητα κρίσης χωρίς να περιορίζει την άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων.
Δεν έχει αξία εάν μετατρέπεται σε πολιτικό KPI:
«δεν είχαμε θερμό επεισόδιο, άρα η πολιτική πέτυχε».
Μια χώρα μπορεί να μην έχει θερμό επεισόδιο και ταυτόχρονα ο απέναντι να διευρύνει σταδιακά το διεκδικητικό του πλαίσιο.
Και αυτό ακριβώς πρέπει να αξιολογηθεί σήμερα.
Το ερώτημα του Σαμαρά παραμένει αναπάντητο
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί πολιτικά με τον Αντώνη Σαμαρά.
Μπορεί να θεωρεί υπερβολική τη γλώσσα περί «κατευνασμού».
Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που έθεσε μετά τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα και δεν απαντιέται με γενικές διαβεβαιώσεις:
Ποια είναι η στρατηγική μας απέναντι σε αυτή την Τουρκία;
Γιατί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έχουμε:
τουρκικά θαλάσσια πάρκα,
νέα αντίδραση στο ελληνικό χωροταξικό των ΑΠΕ,
επαναφορά θέσεων που συνδέονται με τις «γκρίζες ζώνες»,
τη μόνιμη εκκρεμότητα του casus belli,
και τη μεγάλη απόσταση Αθήνας–Άγκυρας ως προς το τι αποτελεί ελληνοτουρκική διαφορά.
Αυτή δεν είναι ακριβώς η εικόνα μιας Τουρκίας που εγκατέλειψε τις αναθεωρητικές της θέσεις χάρη στα «ήρεμα νερά».
Από εδώ και πέρα ο Μητσοτάκης θα κριθεί στις πράξεις
Η σημερινή δήλωση του πρωθυπουργού είναι ισχυρή.
Και ως ελληνική εθνική θέση πρέπει να είναι απολύτως καθαρή:
ζητήματα ελληνικής κυριαρχίας δεν τίθενται σε διαπραγμάτευση.
Αλλά μετά από τόσα χρόνια ελληνοτουρκικού διαλόγου, οι διακηρύξεις δεν αρκούν.
Η κυβέρνηση θα κριθεί από το εάν οι ελληνικοί σχεδιασμοί υλοποιούνται όταν η Τουρκία αντιδρά.
Από το τι θα συμβεί με τα ενεργειακά έργα.
Από το πώς θα εφαρμοστεί ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός.
Από το εάν οι τουρκικές μονομερείς κινήσεις θα παραμένουν απλώς χάρτες και ανακοινώσεις χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα.
Και τελικά από το εάν η περίοδος των «ήρεμων νερών» ενίσχυσε την ελληνική θέση ή απλώς μετέθεσε τη σύγκρουση των δύο εντελώς διαφορετικών αντιλήψεων για το Αιγαίο στο μέλλον.
Γιατί υπάρχει μία αντίφαση που πλέον δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από διπλωματικές διατυπώσεις:
Ο Μητσοτάκης λέει «δεν συζητάμε τίποτε άλλο». Η Τουρκία, όμως, εξακολουθεί να διεκδικεί πολύ περισσότερα.
Και γι’ αυτό η πιο δύσκολη ερώτηση δεν είναι τι δεν συζητά η Ελλάδα.
Είναι τι κάνει η Ελλάδα όταν η Τουρκία αμφισβητεί στην πράξη όσα εμείς θεωρούμε ότι δεν συζητούνται.
Εκεί θα κριθεί η στρατηγική. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της κριτικής που ο Αντώνης Σαμαράς ασκεί εδώ και καιρό.
Τίτλος που θα επέλεγα
Μητσοτάκης: «Δεν συζητάμε τίποτα άλλο» – Τότε γιατί η Τουρκία διεκδικεί όλο και περισσότερα στο Αιγαίο;
Πιο σκληρός:
Μητσοτάκης: Σκληρά λόγια μετά τα «ήρεμα νερά» – Η Τουρκία όμως άνοιξε όλη τη βεντάλια των διεκδικήσεων
Και ο πιο επιθετικός, με σαφή γραμμή υπέρ Σαμαρά:
Ο Σαμαράς προειδοποιούσε, η Άγκυρα προχωρούσε: Τώρα ο Μητσοτάκης ανακαλύπτει τα όρια των «ήρεμων νερών»


