Υπάρχει μια περίεργη σχολή πολιτικής ανάλυσης που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια.
Δεν εξετάζει πόσους ψηφοφόρους έχασε μια κυβέρνηση.
Δεν εξετάζει πόσο απέχει από την αυτοδυναμία.
Δεν εξετάζει τι απαντούν οι πολίτες για την οικονομία, την ακρίβεια ή τα κυβερνητικά μέτρα.
Κοιτάζει απλώς ποιος είναι πρώτος.
Και αναφωνεί:
«Ο Μητσοτάκης κυριαρχεί!»
Ωραία.
Ας αφήσουμε για λίγο τα επίθετα και ας κοιτάξουμε τους αριθμούς.
Ναι, η ΝΔ είναι πρώτη. Αυτό είναι γεγονός.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητούμε το προφανές.
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει με μεγάλη διαφορά το πρώτο κόμμα στις σημερινές δημοσκοπήσεις.
Στη χθεσινή MRB βρίσκεται στο 23,8% στην πρόθεση ψήφου και στο 29% στην αναγωγή. Η δεύτερη ΕΛΑΣ καταγράφεται αντίστοιχα στο 14,3% και 17,4%.
Και η MARC δίνει παρόμοια εικόνα ως προς την πρωτιά: 31% στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, έναντι 16% της ΕΛΑΣ.
Αυτή είναι η μία πλευρά της πραγματικότητας.
Υπάρχει όμως και η άλλη.
Η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές του Ιουνίου του 2023 με 40,56%.
Σήμερα οι δύο τελευταίες μετρήσεις που συζητάμε την τοποθετούν στην εκτίμηση/αναγωγή μεταξύ 29% και 31%.
Αυτό μπορεί να ονομαστεί καθαρή πρωτιά.
Μπορεί να ονομαστεί μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο.
Αλλά το να μετατρέπεται αυτομάτως σε απόδειξη ότι η κυβέρνηση δεν έχει υποστεί σημαντική πολιτική φθορά είναι εντελώς διαφορετικός ισχυρισμός.
Από το 41% στις 118 έδρες
Η MRB προσφέρει μάλιστα έναν ακόμη αριθμό που δυσκολεύει αρκετά το αφήγημα της «ακλόνητης κυριαρχίας».
Με τη σημερινή αναγωγή της εταιρείας, η ΝΔ υπολογίζεται στις 118 έδρες.
Για αυτοδυναμία χρειάζονται 151.
Διαφορά;
33 έδρες.
Επομένως έχουμε ένα κόμμα που παραμένει πρώτο με μεγάλη διαφορά αλλά, στη συγκεκριμένη δημοσκοπική προσομοίωση, βρίσκεται πολύ μακριά από την κοινοβουλευτική δύναμη που απαιτείται για να κυβερνήσει μόνο του.
Και τα δύο μπορούν να είναι αληθινά ταυτόχρονα.
Αυτό ακριβώς είναι που εξαφανίζεται όταν η πολιτική ανάλυση περιορίζεται στο «είμαστε πρώτοι».
Και μετά ήρθε η ΔΕΘ
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Η κυβέρνηση παρουσίασε στη ΔΕΘ ένα μεγάλο πακέτο παρεμβάσεων και περίμενε πολιτικό όφελος.
Τι δείχνει η πρώτη MRB μετά τη ΔΕΘ;
Η ΝΔ είχε 23,8% τον Ιούλιο.
Πόσο έχει τώρα;
23,8%.
Ακριβώς το ίδιο.
Άρα, τουλάχιστον σε αυτή τη μέτρηση, δεν καταγράφεται εκλογική ώθηση της ΝΔ μετά τις εξαγγελίες.
Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν δούμε την αξιολόγηση των ίδιων των μέτρων.
Στη συγκεκριμένη μέτρηση, 58,9% αξιολογεί αρνητικά τις εξαγγελίες της ΔΕΘ.
Πού ακριβώς βρίσκεται λοιπόν ο θρίαμβος;
Το ισχυρότερο χαρτί της ΝΔ μπορεί να είναι η αδυναμία των αντιπάλων της
Εδώ το αρχικό κείμενο αγγίζει, ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνεται, το σημαντικότερο πολιτικό ερώτημα.
Η ΝΔ είναι πρώτη.
Αλλά αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι οι ψηφοφόροι είναι ενθουσιασμένοι με την κυβέρνηση.
Μπορεί επίσης να σημαίνει ότι οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι δεν συγκεντρώνονται σε έναν ισχυρό αντίπαλο.
Και οι αριθμοί δείχνουν ακριβώς έναν εξαιρετικά κατακερματισμένο χώρο απέναντί της.
Στην MRB έχουμε ΕΛΑΣ 14,3%, ΠΑΣΟΚ 10,2%, Ελληνική Λύση 7,7%, ΚΚΕ 5,5%, Ελπίδα 4,3%, Πλεύση 3,2%, Φωνή Λογικής 3,1% και αρκετές μικρότερες επιλογές.
Αυτό δημιουργεί μια τεράστια πολιτική διαφορά:
άλλο ισχυρή κυβέρνηση και άλλο αδύναμη ή κατακερματισμένη αντιπολίτευση.
Μπορούν φυσικά να συνυπάρχουν.
Αλλά το δεύτερο δεν αποτελεί απόδειξη του πρώτου.
Και φτάνουμε στο καλύτερο: «σεμνή κυβέρνηση»
Εδώ πραγματικά η επιχειρηματολογία εγκαταλείπει τους αριθμούς και περνά στην προσωπική αξιολόγηση.
Μας λέει ότι βασική αιτία της πολιτικής κυριαρχίας του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η…
«σεμνή συμπεριφορά της κυβέρνησης».
Αυτό πλέον δεν είναι στατιστικό δεδομένο.
Είναι πολιτική άποψη.
Και μάλιστα μια άποψη που το ίδιο το αρχικό κείμενο καταφέρνει να υπονομεύσει μέσα σε λίγες γραμμές.
Διότι πρώτα παραδέχεται ότι υπήρξαν:
«συμπεριφορές πολιτικής αλαζονείας».
Και λίγο αργότερα υποστηρίζει ότι:
«η κυριότερη αιτία» της κυριαρχίας είναι η «σεμνή συμπεριφορά».
Δηλαδή υπήρξε αλαζονεία, αλλά η εξήγηση της επιτυχίας είναι η έλλειψη αλαζονείας.
Ενδιαφέρον.
Το «τραβήχτηκαν τα αυτάκια» επίσης χρειάζεται αποδείξεις
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η φράση:
«Τραβήχτηκαν ΑΜΕΣΩΣ τα αυτάκια τους».
Ποια;
Πότε;
Σε ποιες περιπτώσεις;
Με ποιες πολιτικές συνέπειες;
Γιατί αν θέλουμε να κάνουμε πολιτική ανάλυση, δεν αρκεί να γράφουμε ότι κάθε φορά που εμφανίστηκε κυβερνητική αλαζονεία ο πρωθυπουργός παρενέβη αμέσως.
Χρειάζονται συγκεκριμένα περιστατικά.
Διαφορετικά έχουμε ένα τέλειο αυτοεπιβεβαιούμενο σχήμα:
Όταν κάποιο κυβερνητικό στέλεχος συμπεριφέρεται σωστά, αποδεικνύεται η ποιότητα της κυβέρνησης.
Όταν συμπεριφέρεται αλαζονικά, είναι «δεύτερης ή τρίτης γραμμής».
Και όταν προκαλεί αντιδράσεις, «του τραβάνε το αυτί».
Με αυτόν τον μηχανισμό, η κορυφή της κυβέρνησης δεν μπορεί ποτέ να χρεωθεί τίποτα.
«Η καθημερινότητα πάντα ήταν και θα είναι σκληρή»
Υπάρχει όμως μία φράση στο κείμενο που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή:
«μπορεί να μην είναι απολύτως εμφανές στη σκληρή καθημερινότητα – που πάντα είναι και θα είναι σκληρή»
Εδώ βρίσκεται ολόκληρη η πολιτική φιλοσοφία του επιχειρήματος.
Όταν οι μακροοικονομικοί δείκτες βελτιώνονται, αποτελούν απόδειξη επιτυχίας της κυβέρνησης.
Όταν όμως ο πολίτης λέει ότι αυτή τη βελτίωση δεν τη νιώθει, τότε…
η καθημερινότητα ήταν πάντα δύσκολη.
Όχι.
Η καθημερινότητα δεν είναι κάποια φυσική σταθερά όπως η βαρύτητα.
Οι μισθοί, οι τιμές, τα ενοίκια, η φορολογία, το κόστος ενέργειας, οι δημόσιες υπηρεσίες και η αγοραστική δύναμη αποτελούν ακριβώς τα μεγέθη βάσει των οποίων κρίνεται μια οικονομική πολιτική.
Η Ελλάδα πράγματι έχει σήμερα θετικά μακροοικονομικά δεδομένα: η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ανάπτυξη 1,9% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 και ανεργία 7,9% τον Ιούλιο. Ταυτόχρονα, όμως, ο πληθωρισμός τον Αύγουστο βρίσκεται στο 3,8%.
Η πλήρης εικόνα περιλαμβάνει και τα δύο.
Το 2019 ως μόνιμο πολιτικό καταφύγιο
Και τελικά φτάνουμε στον πραγματικό πυρήνα του κειμένου.
Δεν είναι ότι όλα πάνε εξαιρετικά.
Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν προβλήματα.
Δεν είναι καν ότι η κυβέρνηση δεν έχει φθαρεί.
Το επιχείρημα είναι:
«Θυμηθείτε τι γινόταν πριν από το 2019».
Επτά χρόνια μετά.
Αυτό μπορεί να αποτελεί απολύτως θεμιτό πολιτικό επιχείρημα για έναν ψηφοφόρο.
Αλλά δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα:
Για πόσα χρόνια ακόμη μια κυβέρνηση θα αξιολογείται πρωτίστως σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία και όχι με τις δικές της υποσχέσεις και τα δικά της αποτελέσματα;
Το 2026 η ΝΔ δεν είναι πλέον μια νέα κυβέρνηση που παρέλαβε μόλις τη χώρα.
Κυβερνά από τον Ιούλιο του 2019.
Οι επιτυχίες αυτής της περιόδου της ανήκουν.
Αλλά της ανήκουν και οι αποτυχίες.
Η πραγματική εικόνα είναι πιο σύνθετη
Η Νέα Δημοκρατία έχει σήμερα ένα αναμφισβήτητο πολιτικό πλεονέκτημα:
παραμένει καθαρά πρώτο κόμμα.
Αυτό δεν χρειάζεται ούτε να αποκρυφτεί ούτε να υποτιμηθεί.
Ταυτόχρονα όμως έχει χάσει σημαντικό μέρος της εκλογικής δύναμης του 2023, στη MRB παραμένει ακριβώς στο ίδιο 23,8% με τον Ιούλιο, βρίσκεται στην ίδια μέτρηση 33 έδρες μακριά από την αυτοδυναμία και οι εξαγγελίες της ΔΕΘ συγκεντρώνουν πλειοψηφική αρνητική αξιολόγηση.
Αυτή είναι η ενδιαφέρουσα πολιτική αντίφαση.
Όχι «γιατί όλοι αγαπούν ακόμη τον Μητσοτάκη».
Αλλά:
πώς μια κυβέρνηση που έχει υποστεί σαφή φθορά εξακολουθεί να διατηρεί τόσο καθαρό προβάδισμα;
Και μία εύλογη εξήγηση βρίσκεται μπροστά μας:
Δεν υπάρχει σήμερα ένας ενιαίος αντίπαλος πόλος που να συγκεντρώνει τη δυσαρέσκεια.
Γι’ αυτό χρειάζεται λίγη προσοχή με τη λέξη «κυριαρχία».
Ναι, η ΝΔ κυριαρχεί στην κατάταξη.
Δεν προκύπτει όμως από τα ίδια στοιχεία ότι κυριαρχεί και στην κοινωνική αποδοχή.
Και πάντως το να παρουσιάζεται ένα κόμμα που από το 40,56% του 2023 μετριέται σήμερα γύρω στο 29%-31% ως παράδειγμα κυβέρνησης που πορεύεται «χωρίς εντυπωσιακή φθορά» απαιτεί μια αρκετά δημιουργική ανάγνωση των αριθμών.
Οι αριθμοί λένε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον:
Η ΝΔ έχει φθαρεί. Αλλά οι αντίπαλοί της παραμένουν κατακερματισμένοι.
Και αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.



