Έντονη κινητικότητα καταγράφεται το τελευταίο διάστημα στη Νέα Δημοκρατία στην Κεφαλονιά.
Συσκέψεις, τηλεφωνήματα, επαφές με παλαιότερα στελέχη και προσπάθεια μεγαλύτερης συσπείρωσης δείχνουν ότι ο κομματικός μηχανισμός αρχίζει να ανεβάζει στροφές.
Και υπάρχει ένας προφανής λόγος.
Οι εθνικές εκλογές έχουν πλέον ορατό ορίζοντα, ενώ το επόμενο διάστημα αναμένεται και επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Κεφαλονιά, η οποία είχε προαναγγελθεί ήδη από το καλοκαίρι.
Άρα είναι απολύτως λογικό η τοπική Νέα Δημοκρατία να προετοιμάζεται.
Υπάρχει όμως ένα σημείο στη συζήτηση που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Και αφορά το ψηφοδέλτιο.
Γιατί παρουσιάζεται περίπου η εικόνα ότι στο εσωτερικό της ΝΔ υπάρχει προβληματισμός για τη δυσαρέσκεια απέναντι στον σημερινό βουλευτή Παναγή Καππάτο και ότι αναζητείται ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο και να επανασυσπειρώσει τη βάση.
Εδώ όμως τα πραγματικά δεδομένα επιτρέπουν και μια εντελώς διαφορετική ανάγνωση.
Το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας στην Κεφαλονιά δεν φαίνεται σήμερα να είναι ποιος θα αντικαταστήσει πολιτικά τον Παναγή Καππάτο.
Το δύσκολο ερώτημα είναι άλλο:
Ποιοι δύο θα δεχθούν να μπουν δίπλα του;
Ο Καππάτος ξεκινά από θέση ισχύος
Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί πολιτικά με τον Παναγή Καππάτο.
Μπορεί να θεωρεί επιτυχημένη ή ανεπαρκή την κοινοβουλευτική του παρουσία.
Μπορεί να ασκεί κριτική στις επιλογές του.
Αυτά αποτελούν μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Όμως υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί:
ο Παναγής Καππάτος έχει ήδη κερδίσει δύο εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις.
Εξελέγη το 2019.
Επανεξελέγη το 2023.
Και στις εκλογές του Μαΐου του 2023 η επικράτησή του στην εσωκομματική μάχη ήταν καθαρή.
Συγκέντρωσε 4.355 σταυρούς, αφήνοντας σημαντικά πίσω τον δεύτερο υποψήφιο του ψηφοδελτίου.
Αυτό δεν αποτελεί δημοσκόπηση για το 2027.
Οι πολιτικοί συσχετισμοί αλλάζουν.
Αλλά αποτελεί το τελευταίο πραγματικό εκλογικό δεδομένο που διαθέτουμε για την προσωπική του δύναμη μέσα στο εκλογικό σώμα της Νέας Δημοκρατίας σε Κεφαλονιά και Ιθάκη.
Και σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε κάτι ακόμη.
Είναι πλέον εν ενεργεία βουλευτής επί δύο συνεχόμενες κοινοβουλευτικές περιόδους.
Έχει καθημερινή παρουσία.
Έχει πολιτικό γραφείο.
Έχει προσωπικό δίκτυο.
Έχει επαφή με στελέχη, φορείς, αυτοδιοικητικούς και ψηφοφόρους σε Κεφαλονιά και Ιθάκη.
Και έχει το τεράστιο εκλογικό πλεονέκτημα του ανθρώπου που κατέχει ήδη τη μοναδική έδρα.
Επομένως, όποιος αποφασίσει να κατέβει μαζί του δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία.
Ξεκινά απέναντι σε έναν εν ενεργεία βουλευτή με δύο συνεχόμενες εκλογικές νίκες πίσω του.
Άλλο «υπάρχει δυσαρέσκεια» και άλλο «χάνει τον έλεγχο»
Ασφαλώς υπάρχει δυσαρέσκεια.
Θα ήταν παράλογο να ισχυριστεί κάποιος ότι ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και δύο θητείες ενός βουλευτή δεν υπάρχουν δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι.
Υπάρχουν.
Όπως υπάρχουν σε κάθε κόμμα και απέναντι σε κάθε εν ενεργεία βουλευτή.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι εάν μπορούμε να βρούμε δέκα, εκατό ή χίλιους δυσαρεστημένους.
Το ερώτημα είναι:
Έχει μετατραπεί αυτή η δυσαρέσκεια σε μια διαφορετική εσωκομματική εκλογική δυναμική;
Μέχρι να υπάρξει πραγματική δημοσκόπηση ή, τελικά, κάλπη, κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει με βεβαιότητα.
Το τελευταίο μετρημένο δεδομένο πάντως είναι άλλο:
Ο Καππάτος κυριάρχησε στον σταυρό της ΝΔ το 2023.
Άρα η παρουσίαση της σημερινής κομματικής κινητικότητας περίπου ως επιχείρησης αναζήτησης ενός προσώπου που θα «σώσει» το ψηφοδέλτιο από τη φθορά Καππάτου είναι μία ερμηνεία.
Δεν είναι αποδεδειγμένο γεγονός.
Το πραγματικά δύσκολο είναι να βρεις δύο δυνατούς συμπαίκτες
Και εδώ βρίσκεται κατά τη γνώμη μου το πραγματικό πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία.
Το ψηφοδέλτιο στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη χρειάζεται τρία πρόσωπα.
Το ένα, με τα σημερινά δεδομένα, μοιάζει σχεδόν αυτονόητο:
Παναγής Καππάτος.
Άρα αναζητούνται ουσιαστικά δύο ακόμη πρόσωπα.
Και δεν αρκεί να συμπληρώσεις τυπικά δύο θέσεις.
Ένα κόμμα που διεκδικεί ξανά τη μοναδική έδρα χρειάζεται υποψηφίους οι οποίοι να φέρουν ψήφους.
Να έχουν κοινωνική αναφορά.
Να κινητοποιούν διαφορετικές ομάδες ψηφοφόρων.
Να έχουν γεωγραφική διασπορά.
Και κυρίως να έχουν προσωπικό λόγο να μπουν σε μια εξαιρετικά δύσκολη μάχη σταυρού.
Εδώ είναι το πρόβλημα.
Γιατί ένας σοβαρός υποψήφιος γνωρίζει πριν μπει στο ψηφοδέλτιο ότι θα πρέπει να αναμετρηθεί εσωκομματικά με έναν άνθρωπο που διαθέτει το πλεονέκτημα του εν ενεργεία βουλευτή και ένα οργανωμένο δίκτυο πολλών ετών.
Και τότε η ερώτηση γίνεται διαφορετική:
Ποιο πολιτικά ισχυρό πρόσωπο θα αποφασίσει να μπει σε αυτή τη μάχη;
Όχι απλώς για να συμπληρώσει το ψηφοδέλτιο.
Αλλά πιστεύοντας πραγματικά ότι μπορεί να εκλεγεί.
Αυτό είναι το παράδοξο της μονοεδρικής
Στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη υπάρχει ακόμη μία ιδιαιτερότητα.
Μιλάμε για μονοεδρική περιφέρεια.
Το κόμμα που επικρατεί παίρνει τη μοναδική έδρα και από το ψηφοδέλτιό του εκλέγεται ένας.
Άρα η μάχη έχει δύο επίπεδα.
Πρώτα πρέπει η Νέα Δημοκρατία να κερδίσει την εκλογική περιφέρεια.
Και μετά ένας από τους υποψηφίους της να κερδίσει την εσωκομματική μάχη.
Για έναν νέο υποψήφιο επομένως η εξίσωση είναι δύσκολη.
Πρέπει να βοηθήσει το κόμμα να πάρει την έδρα και ταυτόχρονα να προσπαθήσει να ξεπεράσει σε σταυρούς τον άνθρωπο που την κατέχει ήδη.
Γι’ αυτό η κατάρτιση του ψηφοδελτίου δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση.
Η επίσκεψη Μητσοτάκη και η ανάγκη συσπείρωσης
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η κομματική κινητικότητα των τελευταίων ημερών.
Η επικείμενη επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη προφανώς απαιτεί οργανωτική προετοιμασία.
Αλλά υπάρχει και η μεγαλύτερη εικόνα.
Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έχει ξεκαθαρίσει ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027 και ότι η Νέα Δημοκρατία θα διεκδικήσει ξανά την αυτοδυναμία.
Άρα ο κομματικός μηχανισμός μπαίνει σταδιακά σε προεκλογική λειτουργία.
Και στην Κεφαλονιά υπάρχει ένας πρόσθετος λόγος να κινηθεί νωρίς.
Ο παράγοντας Αντώνης Σαμαράς.
Ο Σαμαράς δεν είναι αμελητέος παράγοντας στην Κεφαλονιά
Εδώ το αρχικό δημοσίευμα ακουμπά ένα πραγματικά ενδιαφέρον πολιτικό ζήτημα.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι ένας πρώην πρωθυπουργός χωρίς τοπικά ερείσματα στην Κεφαλονιά.
Το αντίθετο.
Διαθέτει παλιές πολιτικές και προσωπικές σχέσεις με στελέχη της παραδοσιακής Νέας Δημοκρατίας στο νησί.
Υπάρχουν άνθρωποι που πολιτικά αναφέρονται σε εκείνον εδώ και πολλά χρόνια.
Υπάρχουν ιστορικά στελέχη της παράταξης με προσωπικές σχέσεις μαζί του.
Υπάρχουν δηλαδή ρίζες και ερείσματα που δεν δημιουργήθηκαν σήμερα επειδή συζητείται η πιθανότητα νέου πολιτικού φορέα.
Υπήρχαν πολύ πριν.
Και γι’ αυτό ακριβώς ο «παράγοντας Σαμαράς» πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.
Όχι επειδή γνωρίζουμε σήμερα πόσους ψηφοφόρους θα μπορούσε να μετακινήσει.
Δεν το γνωρίζουμε.
Αλλά επειδή γνωρίζουμε ότι υπάρχει το πολιτικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο θα μπορούσε να επιχειρήσει να κινηθεί.
Και εκεί ίσως βρίσκεται η πραγματική αγωνία της ΝΔ
Ίσως λοιπόν η επαναπροσέγγιση παλαιών στελεχών να μην έχει ως κύριο στόχο την αντιμετώπιση του Καππάτου.
Μπορεί να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Ο Καππάτος είναι σήμερα το πιο προβλέψιμο κομμάτι της εξίσωσης.
Το δύσκολο κομμάτι είναι η συνολική συσπείρωση της παραδοσιακής εκλογικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας.
Να επιστρέψουν άνθρωποι που έχουν απομακρυνθεί.
Να μην υπάρξουν διαρροές προς τα δεξιά.
Να περιοριστεί μια ενδεχόμενη επιρροή Σαμαρά.
Και να δημιουργηθεί ένα ψηφοδέλτιο με δύο ακόμη πρόσωπα που δεν θα βρίσκονται εκεί απλώς για να συμπληρώνουν τα κουτάκια του ψηφοδελτίου, αλλά θα μπορούν πραγματικά να προσθέσουν ψήφους.
Αυτή είναι πολύ πιο δύσκολη άσκηση.
Το ερώτημα λοιπόν ίσως τίθεται ανάποδα
Δεν είναι:
«Ποιον ψάχνει η ΝΔ για να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια απέναντι στον Καππάτο;»
Είναι:
«Ποιοι δύο μπορούν να μπουν δίπλα στον Καππάτο και να κάνουν το ψηφοδέλτιο ισχυρότερο;»
Και κυρίως:
«Ποιοι δύο θέλουν πραγματικά να το κάνουν;»
Γιατί άλλο είναι να αναφέρεται ένα όνομα στο πολιτικό παρασκήνιο.
Άλλο να δέχεται κάποιος να είναι υποψήφιος.
Και εντελώς διαφορετικό να μπαίνει σε μια εκλογική μάχη πιστεύοντας ότι μπορεί πραγματικά να κερδίσει έναν εν ενεργεία βουλευτή που έχει ήδη δύο συνεχόμενες εκλογικές νίκες.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της Νέας Δημοκρατίας στην Κεφαλονιά.
Ο Παναγής Καππάτος, με τα σημερινά δεδομένα, δεν φαίνεται να είναι το άγνωστο της εξίσωσης.
Είναι το γνωστό.
Τα δύο μεγάλα ερωτηματικά βρίσκονται δίπλα στο όνομά του.
Και πάνω από ολόκληρη την εξίσωση υπάρχει πλέον ακόμη ένα:
πόσο βαθιές αποδεικνύονται τελικά οι ρίζες του Αντώνη Σαμαρά στην παραδοσιακή «γαλάζια» Κεφαλονιά και πόσο μπορούν να επηρεάσουν την κάλπη του 2027;
Αυτό είναι που θα κάνει τους επόμενους μήνες πραγματικά ενδιαφέροντες.



