Υπάρχει ένας παλιός και εξαιρετικά αποτελεσματικός τρόπος πολιτικής αντιπαράθεσης: παίρνεις ένα πραγματικό γεγονός, αφαιρείς από αυτό τις αρμοδιότητες, τις διαδικασίες και τις ευθύνες των εμπλεκόμενων φορέων, προσθέτεις λίγη ειρωνεία, μια ωραία παρομοίωση και στο τέλος κατασκευάζεις τον ένοχο που εξαρχής ήθελες.
Απλό.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.
Όταν αρχίσεις να ανοίγεις τους φακέλους, τις αποφάσεις, τις χρηματοδοτήσεις και τις αρμοδιότητες, η ιστορία μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική.
Και ίσως γι’ αυτό τελευταία ενοχλεί τόσο πολύ ένα καινούργιο εργαλείο που μπήκε στη δημόσια συζήτηση: η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Όχι επειδή είναι αλάνθαστη. Δεν είναι.
Αλλά επειδή, όταν χρησιμοποιείται σωστά και ελέγχεται με πρωτογενείς πηγές, μπορεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο να κάνει κάτι εξαιρετικά ενοχλητικό για κάθε πολιτική σοφιστεία:
να ψάξει.
Να συγκρίνει.
Να εντοπίσει αποφάσεις.
Να βρει ημερομηνίες.
Να ξεχωρίσει τον κύριο ενός έργου από τον Δήμο στον οποίο βρίσκεται.
Να αναζητήσει ποιος χρηματοδοτεί, ποιος δημοπρατεί, ποιος εκτελεί και ποιος έχει πραγματικά την αρμοδιότητα.
Και τότε η ωραία ιστορία αρχίζει να δυσκολεύει.
Δεν φταίει όποιος βολεύει την αφήγηση
Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν κάτι μια και καλή.
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι ένας Δήμαρχος πρέπει να κάθεται στο γραφείο του και να αδιαφορεί για ένα μεγάλο έργο επειδή δεν αποτελεί δική του αρμοδιότητα.
Το ακριβώς αντίθετο.
Ο Δήμαρχος οφείλει να ενδιαφέρεται για οτιδήποτε σημαντικό συμβαίνει στον τόπο του.
Να ενημερώνεται.
Να πιέζει.
Να διεκδικεί.
Να επικοινωνεί με τον Βουλευτή.
Να απευθύνεται στην Περιφέρεια.
Να ζητά παρεμβάσεις από τα υπουργεία.
Να χρησιμοποιεί το πολιτικό του βάρος για να προχωρούν έργα που χρειάζεται ο Δήμος του.
Αλλά εδώ γίνεται ένα μικρό πολιτικό ταχυδακτυλουργικό κόλπο.
Από το «ο Δήμαρχος πρέπει να ενδιαφέρεται» περνάμε χωρίς καμία ενδιάμεση στάση στο «ο Δήμαρχος ευθύνεται επειδή το έργο απεντάχθηκε».
Όχι.
Αυτό πρέπει να αποδειχθεί.
Και αποδεικνύεται μόνο εάν γνωρίζουμε ποιος ήταν ο φορέας υλοποίησης, ποιος είχε την ευθύνη του χρονοδιαγράμματος, ποιος υπέγραφε, ποιος διαχειριζόταν τη χρηματοδότηση και ποια ακριβώς πράξη ή παράλειψη οδήγησε στο πρόβλημα.
Τα υπόλοιπα είναι πολιτική λογοτεχνία.
Το ότι ένα έργο βρίσκεται στον Δήμο δεν σημαίνει ότι είναι έργο του Δήμου
Αυτό είναι το σημείο που μερικοί επιμένουν να κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο βρίσκεται στο Αργοστόλι.
Αυτό δεν μετατρέπει τον Δήμαρχο Αργοστολίου σε Υπουργό Πολιτισμού.
Ένα περιφερειακό οδικό έργο περνά από έναν Δήμο.
Αυτό δεν μεταφέρει αυτομάτως την αρμοδιότητα της Περιφέρειας στον Δήμαρχο.
Ένα έργο άλλου δημόσιου φορέα μπορεί να αφορά ζωτικά μια τοπική κοινωνία.
Αυτό δίνει στον Δήμαρχο πολιτικό λόγο και υποχρέωση διεκδίκησης.
Δεν του δίνει αυτομάτως την τεχνική και διοικητική αρμοδιότητα του φορέα που το εκτελεί.
Αν καταργήσουμε αυτή τη διάκριση, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να έχουμε υπουργεία, Περιφέρειες, Διαχειριστικές Αρχές και φορείς υλοποίησης.
Τα φορτώνουμε όλα στους Δημάρχους και τελειώσαμε.
Μόνο που το κράτος δεν λειτουργεί έτσι.
Και ξαφνικά ανακαλύψαμε το «Παρατηρητήριο»
Μέσα σε αυτή τη συζήτηση εμφανίζεται και η υποτιθέμενη λύση:
Ένας μηχανισμός που θα παρακολουθεί όλα τα έργα και θα χτυπά εγκαίρως το καμπανάκι.
Ωραία ιδέα ως μηχανισμός πληροφόρησης.
Αλλά ας μη βαφτίζουμε μια χρήσιμη οργανωτική πρόταση μαγικό ραβδί της Δημόσιας Διοίκησης.
Ένας υπάλληλος μπορεί να παρακολουθεί.
Μπορεί να τηλεφωνεί.
Μπορεί να ζητά ενημέρωση.
Μπορεί να ενημερώνει τον Δήμαρχο.
Και μετά;
Μπορεί να υπογράψει αντί του Υπουργείου Πολιτισμού;
Όχι.
Μπορεί να δώσει παράταση σε ένα ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό πρόγραμμα;
Όχι.
Μπορεί να πιστοποιήσει εργασίες έργου άλλου φορέα;
Όχι.
Μπορεί να εγκρίνει χρηματοδότηση;
Όχι.
Μπορεί να αλλάξει τους κανόνες του Ταμείου Ανάκαμψης;
Προφανώς όχι.
Μπορεί να υποκαταστήσει τον φορέα υλοποίησης;
Όχι.
Τότε ας κρατήσουμε την πρόταση στις πραγματικές της διαστάσεις.
Καλύτερη ενημέρωση; Ναι.
Καλύτερος συντονισμός; Βεβαίως.
Ένας μηχανισμός που θα είχε αποτρέψει αυτομάτως κάθε απένταξη έργου στην Κεφαλονιά; Αυτό πρέπει να αποδειχθεί, όχι να διακηρύσσεται.
Γιατί διαφορετικά δεν μιλάμε για διοίκηση.
Μιλάμε για έναν καινούργιο τρόπο να φορτώνουμε εκ των υστέρων στον Δήμαρχο την ευθύνη οποιουδήποτε άλλου φορέα.
Η μεγάλη ευκολία: βάζουμε τέσσερα έργα σε μία σακούλα
Υπάρχει και ένα δεύτερο επικοινωνιακό τέχνασμα.
Παίρνουμε διαφορετικά έργα.
Με διαφορετικούς φορείς.
Διαφορετικές χρηματοδοτήσεις.
Διαφορετικά προβλήματα.
Διαφορετικά χρονοδιαγράμματα.
Τα τοποθετούμε όλα σε μία λίστα και δημιουργούμε την εικόνα μιας ενιαίας αιτίας.
Αυτό μπορεί να λειτουργεί επικοινωνιακά.
Διοικητικά όμως δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτε.
Αν θέλουμε πραγματική έρευνα, παίρνουμε ένα προς ένα τα έργα.
Για το καθένα βρίσκουμε την απόφαση ένταξης.
Τον δικαιούχο.
Τον φορέα υλοποίησης.
Την πηγή χρηματοδότησης.
Τις συμβάσεις.
Τις παρατάσεις.
Την πορεία εκτέλεσης.
Την απόφαση απένταξης, εφόσον υπάρχει.
Και κυρίως τον λόγο για τον οποίο συνέβη.
Μετά βγάζουμε συμπέρασμα.
Αυτό είναι έρευνα.
Το «έχουμε τέσσερα προβληματικά έργα, άρα φταίνε οι Δήμαρχοι» είναι απλώς ένα συμπέρασμα που ψάχνει εκ των υστέρων επιχειρήματα.
Οι φωτογραφίες δεν είναι διοικητικές πράξεις
Υπάρχει βέβαια και το ακαταμάχητο επιχείρημα της φωτογραφίας.
Όταν ανακοινώνεται ένα έργο, ο Δήμαρχος βρίσκεται εκεί.
Όταν έρχεται υπουργός, φωτογραφίζεται.
Όταν γίνεται παρουσίαση, εμφανίζεται.
Και λοιπόν;
Μπορούμε απολύτως να σατιρίσουμε την υπερβολική αγάπη των πολιτικών για τις φωτογραφίες.
Αλλά από πότε η φωτογραφία δημιουργεί διοικητική αρμοδιότητα;
Αν ο Δήμαρχος φωτογραφηθεί δίπλα στην υπουργό Πολιτισμού, δεν αποκτά τις αρμοδιότητες της υπουργού.
Αν φωτογραφηθεί σε έναν δρόμο της Περιφέρειας, δεν γίνεται Περιφερειάρχης.
Αν εμφανιστεί δίπλα στον Βουλευτή, δεν γίνεται μέλος της κυβέρνησης.
Αν λοιπόν θέλουμε να κρίνουμε την υπερβολική επικοινωνία, ας την κρίνουμε.
Αλλά να μη χρησιμοποιούμε μια φωτογραφία ως υποκατάστατο της διοικητικής πραγματικότητας.
Και εδώ ακριβώς ενοχλεί η Τεχνητή Νοημοσύνη
Φτάνουμε λοιπόν στο αγαπημένο καινούργιο επιχείρημα:
«Τα γράφει η Τεχνητή Νοημοσύνη».
Εντάξει.
Και;
Αν μια πληροφορία είναι λανθασμένη, δείξτε ποια είναι.
Αν μια ημερομηνία είναι λάθος, διορθώστε την.
Αν αποδόθηκε λανθασμένη αρμοδιότητα σε έναν φορέα, παρουσιάστε τη διάταξη που αποδεικνύει το αντίθετο.
Αν υπάρχει απόφαση που ανατρέπει ένα επιχείρημα, δημοσιεύστε την.
Αν υπάρχει έγγραφο, φέρτε το.
Αυτό είναι η δημόσια συζήτηση.
Γιατί υπάρχει ένας λόγος που η Τεχνητή Νοημοσύνη αρχίζει να γίνεται εξαιρετικά ενοχλητική για όσους έχουν συνηθίσει διαφορετικά.
Όχι επειδή γνωρίζει πάντοτε την αλήθεια.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να κάνει λάθη και γι’ αυτό κάθε σοβαρή χρήση της απαιτεί έλεγχο των πηγών.
Αλλά όταν χρησιμοποιείται σωστά, έχει μια εκπληκτική δυνατότητα:
μπορεί να ξεψαχνίσει τη σοφιστεία.
Μπορεί να πάρει έναν ισχυρισμό και να τον διαλύσει στα συστατικά του.
Ποιος;
Πότε;
Με ποια απόφαση;
Με ποια αρμοδιότητα;
Με ποια χρηματοδότηση;
Ποια υπηρεσία;
Ποιο έγγραφο;
Ποια ημερομηνία;
Ποια αιτιώδης σχέση;
Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα.
Γιατί η εποχή του «το είπα, άρα ισχύει» τελειώνει
Για δεκαετίες η πολιτική αντιπαράθεση είχε ένα τεράστιο πλεονέκτημα για τον άνθρωπο που ήξερε να χειρίζεται καλά τον δημόσιο λόγο.
Μπορούσε να πετάξει έναν ισχυρισμό που χρειαζόταν τριάντα δευτερόλεπτα για να ειπωθεί και τρεις ημέρες για να ελεγχθεί.
Μέχρι να βρεθούν οι αποφάσεις, τα ΦΕΚ, οι συμβάσεις και οι αρμοδιότητες, η εντύπωση είχε ήδη δημιουργηθεί.
Αυτό αλλάζει.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, σε συνδυασμό με τις ψηφιακές βάσεις δεδομένων και την πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές, μπορεί να μειώσει δραματικά τον χρόνο που απαιτείται για να ελεγχθεί ένας ισχυρισμός.
Και αυτό είναι πολύ κακό νέο για κάθε πολιτικάντικη σοφιστεία.
Γιατί πλέον δεν αρκεί να ακούγεται ωραία.
Πρέπει και να αντέχει στον έλεγχο.
Δεν αρκεί να πεις «φταίει ο Δήμαρχος».
Θα έρθει η επόμενη ερώτηση:
Με ποια αρμοδιότητα;
Δεν αρκεί να πεις «θα το έσωζε ένα Παρατηρητήριο».
Θα ερωτηθείς:
Ποια συγκεκριμένη πράξη μπορούσε να κάνει που δεν μπορούσε να κάνει ο αρμόδιος φορέας;
Δεν αρκεί να βάλεις τέσσερα έργα στην ίδια παράγραφο.
Κάποιος μπορεί πλέον να ανοίξει τέσσερις φακέλους.
Και να ανακαλύψει ότι πίσω από τις τέσσερις γραμμές υπήρχαν τέσσερις εντελώς διαφορετικές διοικητικές ιστορίες.
Αυτό είναι που αλλάζει.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αντικαθιστά τη νοημοσύνη – την αναγκάζει να αποδεικνύεται
Ας τελειώνουμε λοιπόν και με αυτή την εύκολη ειρωνεία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη.
Δεν είναι δικαστής.
Δεν είναι πρωτογενής πηγή.
Δεν είναι αλάθητη.
Είναι εργαλείο.
Και όπως κάθε εργαλείο κρίνεται από τον τρόπο που χρησιμοποιείται.
Αν χρησιμοποιηθεί για να παράγει αστήρικτους ισχυρισμούς, δεν αξίζει τίποτε.
Αν όμως χρησιμοποιηθεί για να αναζητήσει αποφάσεις, να διασταυρώσει ημερομηνίες, να συγκρίνει δημόσια έγγραφα, να εντοπίσει αντιφάσεις και στη συνέχεια ο άνθρωπος ελέγξει τις πρωτογενείς πηγές, τότε γίνεται ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο δημοσιογραφικού και πολιτικού ελέγχου.
Και ίσως αυτό ακριβώς ενοχλεί.
Γιατί πλέον απέναντι σε μια πολιτική ατάκα μπορεί να μην υπάρχει άλλη μία πολιτική ατάκα.
Μπορεί να υπάρχει έρευνα.
Εμείς προτιμούμε τους φακέλους
Οπότε ας αφήσουμε τις προσωπικές ειρωνείες.
Ας αφήσουμε ποιος είναι «του ενός», ποιος «του άλλου», ποιος γράφει, ποιος δεν γράφει και ποιος χρησιμοποιεί ποιο εργαλείο.
Υπάρχει πολύ απλούστερος δρόμος.
Φέρτε τα στοιχεία.
Για κάθε έργο.
Ποιος ήταν ο φορέας υλοποίησης;
Ποιος είχε την αρμοδιότητα;
Ποια ήταν η χρηματοδότηση;
Ποιο ήταν το χρονοδιάγραμμα;
Γιατί καθυστέρησε;
Γιατί απεντάχθηκε;
Ποιος μπορούσε να αποτρέψει την εξέλιξη;
Τι ακριβώς δεν έκανε;
Και αν από αυτά προκύπτει ευθύνη του Δημάρχου, εδώ είμαστε να την γράψουμε πρώτοι.
Αλλά αν δεν προκύπτει, δεν θα την κατασκευάσουμε επειδή εξυπηρετεί μια πολιτική αφήγηση.
Γιατί η εποχή που μια καλή ατάκα μπορούσε να αντικαταστήσει τα στοιχεία αρχίζει να δυσκολεύει.
Και ναι, σε αυτό έχει συμβάλει και η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Όχι επειδή είναι σοφότερη από τους ανθρώπους.
Αλλά επειδή μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να κάνει κάτι που είναι ο χειρότερος εχθρός κάθε σοφιστείας:
να ψάξει γρήγορα, να διασταυρώσει και να ζητήσει αποδείξεις.
Και απέναντι στις αποδείξεις υπάρχει μόνο μία πραγματικά αποτελεσματική απάντηση:
καλύτερες αποδείξεις.
Όλα τα υπόλοιπα –οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί, τα υπονοούμενα και η απαξίωση του εργαλείου επειδή δεν μας αρέσει το αποτέλεσμα της έρευνας– είναι απλώς θόρυβος.
Τα έργα της Κεφαλονιάς είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να τα συζητάμε με πολιτικάντικες σοφιστείες. Ανοίγουμε τους φακέλους, βρίσκουμε τις αρμοδιότητες, ελέγχουμε τα στοιχεία και τότε μιλάμε.
Γιατί αυτό είναι που πραγματικά φοβίζει κάθε εύκολη πολιτική αφήγηση:
όχι η Τεχνητή Νοημοσύνη. Η δυνατότητα να ελεγχθεί.



