Υπάρχει μια παράξενη πολιτική λογική που εμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζει η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Όταν κοινωνικά μέτρα, φοροελαφρύνσεις ή οικονομικές ενισχύσεις ανακοινώνονται από την κυβέρνηση, ονομάζονται «στήριξη της κοινωνίας», «επιστροφή του δημοσιονομικού μερίσματος» και «υπεύθυνη οικονομική πολιτική».
Όταν αντίστοιχες προτάσεις κατατίθενται από την αντιπολίτευση, βαφτίζονται σχεδόν αυτομάτως «παροχολογία», «λεφτόδεντρα» και προάγγελος νέων μνημονίων.
Αυτό ακριβώς είναι το βασικό πρόβλημα μιας επιχειρηματολογίας που προειδοποιεί προκαταβολικά την αντιπολίτευση να μην υποσχεθεί πολλά στη ΔΕΘ, ενώ ταυτόχρονα θεωρεί εκ προοιμίου ασφαλές οποιοδήποτε πακέτο ανακοινώσει η κυβέρνηση.
Δεν πρόκειται για οικονομική ανάλυση.
Πρόκειται για πολιτική πίστη.
Τα δύο δισεκατομμύρια δεν αλλάζουν ιδιότητα ανάλογα με το ποιος τα ανακοινώνει
Η πιο χαρακτηριστική αντίφαση βρίσκεται σε μία απλή παραδοχή.
Από τη μία εκφράζεται φόβος μήπως η αντιπολίτευση παρουσιάσει «υπέρμετρα κοινωνικά προγράμματα».
Από την άλλη θεωρείται δεδομένο ότι, ακόμη κι αν τα κυβερνητικά μέτρα ξεπεράσουν τα δύο δισεκατομμύρια ευρώ, δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας για τη δημοσιονομική ισορροπία.
Με ποια οικονομική ανάλυση προκύπτει αυτή η βεβαιότητα;
Δεν παρουσιάζεται.
Δεν εξετάζεται η σύνθεση των μέτρων.
Δεν εξετάζεται εάν πρόκειται για μόνιμες ή έκτακτες παρεμβάσεις.
Δεν υπολογίζεται η επίδρασή τους στα δημόσια οικονομικά.
Δεν γίνεται σύγκριση κόστους και αποτελέσματος.
Απλώς έχουμε ένα παράδοξο αξίωμα:
Αν τα δώσει ο Μητσοτάκης, η οικονομία αντέχει. Αν τα προτείνει η αντιπολίτευση, κινδυνεύουμε.
Αυτό δεν είναι δημοσιονομικός κανόνας.
Είναι κομματικός κανόνας.
Και ακόμη δεν γνωρίζουμε τι θα προτείνει η αντιπολίτευση
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο προβληματικό.
Η αντιπολίτευση καταδικάζεται πριν παρουσιάσει τις προτάσεις της.
Γίνεται λόγος για την «προβλεπόμενη υπέρμετρη παροχολογία» της.
Προβλεπόμενη από ποιον;
Για να χαρακτηριστεί ένα πρόγραμμα δημοσιονομικά ανεφάρμοστο πρέπει πρώτα να υπάρχει πρόγραμμα.
Μετά πρέπει να κοστολογηθεί.
Να εξεταστούν οι πηγές χρηματοδότησης.
Να υπολογιστούν οι μόνιμες δαπάνες.
Να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις του.
Και τότε, εάν οι αριθμοί δεν βγαίνουν, να ασκηθεί η αυστηρότερη δυνατή κριτική.
Αυτό είναι σοβαρή οικονομική συζήτηση.
Το να ανακοινώνουμε από τώρα ότι όσα θα προτείνει ο πολιτικός αντίπαλος θα αποτελούν «υπέρμετρη παροχολογία» είναι κάτι πολύ διαφορετικό:
πρώτα βγάζουμε την απόφαση και μετά περιμένουμε να εμφανιστούν τα στοιχεία.
Το 2015 δεν μπορεί να είναι αιώνιο πολιτικό άλλοθι
Φυσικά η εμπειρία του 2015 υπάρχει.
Και αποτελεί απολύτως θεμιτό αντικείμενο πολιτικής κριτικής προς τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα.
Το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» μπορεί και πρέπει να κρίνεται με βάση όσα υποσχέθηκε, όσα τελικά εφαρμόστηκαν και όσα συνέβησαν στη χώρα.
Αλλά έχουν περάσει έντεκα χρόνια.
Δεν μπορεί κάθε οικονομική πρόταση που θα κατατίθεται το 2026 να απορρίπτεται με την απάντηση:
«θυμηθείτε το 2015».
Με αυτή τη λογική δεν χρειάζεται πλέον πολιτική συζήτηση.
Όποιος προτείνει αύξηση μιας κοινωνικής δαπάνης είναι «2015».
Όποιος προτείνει φορολογική ελάφρυνση είναι «παροχολόγος».
Όποιος αμφισβητεί κυβερνητικές επιλογές θέλει να ξαναφέρει τα μνημόνια.
Και μόνο η κυβέρνηση διαθέτει το μυστηριώδες προνόμιο να μοιράζει δισεκατομμύρια χωρίς αυτό να θεωρείται ποτέ παροχολογία.
Δεν λειτουργεί έτσι μια σοβαρή δημοσιονομική συζήτηση.
Το σωστό κριτήριο είναι εξαιρετικά απλό
Υπάρχει τρόπος να λυθεί όλη αυτή η συζήτηση χωρίς κομματικές παρωπίδες.
Ίδιο μέτρο για όλους.
Ανακοινώνει η κυβέρνηση δύο δισεκατομμύρια;
Να κοστολογηθούν.
Ανακοινώνει ο Τσίπρας τρία;
Να κοστολογηθούν.
Παρουσιάζει το ΠΑΣΟΚ φορολογικές ελαφρύνσεις;
Να εξεταστούν.
Καταθέτει οποιοδήποτε άλλο κόμμα κοινωνικό πρόγραμμα;
Το ίδιο.
Πόσο κοστίζει;
Από πού χρηματοδοτείται;
Είναι μόνιμο ή προσωρινό;
Τηρούνται οι δημοσιονομικοί κανόνες;
Ποια είναι η αναμενόμενη οικονομική επίπτωση;
Εκεί τελειώνουν τα συνθήματα και αρχίζουν οι αριθμοί.
Και αν πράγματι εφαρμοστεί θεσμικός μηχανισμός ανεξάρτητης κοστολόγησης των κομματικών προγραμμάτων, τόσο το καλύτερο.
Μόνο που τότε πρέπει να ισχύσει η ίδια αυστηρότητα για όλους.
Όχι μόνο για εκείνους που βρίσκονται απέναντι από την κυβέρνηση.
Ούτε οι επενδύσεις είναι λευκή επιταγή
Υπάρχει επίσης η θέση ότι η σημερινή δημοσιονομική ισορροπία προσελκύει επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και δημόσια έσοδα.
Η βασική οικονομική συλλογιστική είναι εύλογη: η δημοσιονομική αξιοπιστία και η σταθερότητα πράγματι αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για ένα επενδυτικό περιβάλλον.
Από εκεί μέχρι το να θεωρούμε όμως ότι κάθε επένδυση αυτομάτως ωφελεί ολόκληρη την κοινωνία υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Οι επενδύσεις κρίνονται από το είδος τους.
Από την παραγωγικότητα που δημιουργούν.
Από τις θέσεις εργασίας.
Από τους μισθούς.
Από την προστιθέμενη αξία που παραμένει στη χώρα.
Από τη φορολογική τους συνεισφορά.
Η λέξη «επενδύσεις» από μόνη της δεν αποτελεί πιστοποιητικό επιτυχίας μιας οικονομικής πολιτικής.
Και μετά φτάνουμε στην απόλυτη πολιτική βεβαιότητα
Το κείμενο κορυφώνεται με τη βεβαιότητα ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποτελεί εγγύηση για το παρόν και το μέλλον της χώρας.
Αυτό φυσικά είναι απολύτως θεμιτό ως προσωπική πολιτική άποψη.
Κάποιος μπορεί να θεωρεί τον σημερινό πρωθυπουργό εξαιρετικό.
Κάποιος άλλος μέτριο.
Κάποιος άλλος αποτυχημένο.
Αυτό λέγεται δημοκρατία.
Αλλά όταν προηγουμένως επιχειρείται να παρουσιαστεί μια οικονομική επιχειρηματολογία, δεν μπορεί το τελικό αποδεικτικό στοιχείο να είναι ουσιαστικά:
«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία επειδή εμπιστεύομαι τον Μητσοτάκη».
Στην οικονομική πολιτική πρέπει να υπάρχει αμφιβολία.
Πρέπει να υπάρχει έλεγχος.
Πρέπει να υπάρχουν αριθμοί.
Και αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για εκείνον που κυβερνά, επειδή αυτός διαχειρίζεται πραγματικά το δημόσιο χρήμα.
Η ΔΕΘ δεν χρειάζεται ούτε πλειοδοσία ούτε κυβερνητικό αλάθητο
Σε ένα πράγμα μπορούμε να συμφωνήσουμε πλήρως:
η χώρα δεν χρειάζεται έναν διαγωνισμό κομμάτων για το ποιος θα υποσχεθεί περισσότερα.
Ειδικά σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, οι πολιτικές προτάσεις πρέπει να είναι κοστολογημένες, εφαρμόσιμες και δημοσιονομικά βιώσιμες.
Αλλά αυτή η αρχή έχει αξία μόνο εφόσον εφαρμόζεται προς όλες τις κατευθύνσεις.
Δεν γίνεται να απαιτούμε αριθμομηχανή από την αντιπολίτευση και να προσφέρουμε λευκή επιταγή στην κυβέρνηση.
Δεν γίνεται τα δύο δισεκατομμύρια του ενός να είναι «υπεύθυνη κοινωνική πολιτική» και τα δύο δισεκατομμύρια του άλλου «παροχολογία» πριν καν ακούσουμε τις προτάσεις του.
Και κυρίως δεν γίνεται να ζητάμε από τους πολίτες να μην πιστεύουν υποσχέσεις και αμέσως μετά να τους ζητάμε να πιστέψουν χωρίς δεύτερη σκέψη έναν συγκεκριμένο πολιτικό επειδή «ο λόγος του είναι εγγύηση».
Αν πραγματικά διδαχθήκαμε κάτι από τις προηγούμενες δεκαετίες, είναι ακριβώς το αντίθετο:
Στην πολιτική δεν υπάρχουν εγγυήσεις προσώπων. Υπάρχουν προγράμματα, αριθμοί, αποτελέσματα και λογοδοσία.
Και στη φετινή ΔΕΘ αυτό πρέπει να απαιτήσουμε από όλους.
Από τον Μητσοτάκη.
Από τον Τσίπρα.
Από το ΠΑΣΟΚ.
Από κάθε κόμμα που ζητά την ψήφο των πολιτών.
Ίδια αριθμομηχανή για όλους.
Γιατί διαφορετικά δεν μιλάμε για μάχη κατά της παροχολογίας.
Μιλάμε απλώς για παροχολογία που μας ενοχλεί μόνο όταν την υπόσχεται ο άλλος.



