Μαρινάκης: Από την παραδοχή της «αστοχίας» στον «πολιτικό φερετζέ» – Όλα εκτός από μια απάντηση

Η κυβέρνηση φαίνεται ότι επέλεξε πλέον μια συγκεκριμένη γραμμή για την υπόθεση με τις επιλογές φύλου στην πλατφόρμα του ΕΟΠΥΥ: ήταν μια τεχνική αστοχία της αναδόχου εταιρείας, διορθώθηκε αμέσως και επομένως όλη η υπόλοιπη συζήτηση αποτελεί πολιτική υπερβολή.

Αυτό υποστήριξε ουσιαστικά και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας στην παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.

Για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια ημέρα, μετά τον Άδωνι Γεωργιάδη, ένα κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος επιβεβαιώνει το ίδιο το γεγονός πάνω στο οποίο βασίστηκε η κριτική και στη συνέχεια επιχειρεί να απαξιώσει πολιτικά εκείνον που το σχολίασε.

Ο Παύλος Μαρινάκης το ονομάζει ξεκάθαρα:

«αστοχία».

Και αν ήταν αστοχία, τότε υπήρχε κάτι που δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί.

Τόσο απλά.

«Τα φύλα είναι δύο»

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε μάλιστα μια απολύτως κατηγορηματική πολιτική δήλωση:

«Τα φύλα είναι δύο, δεν πρόκειται ποτέ, ειδικά με αυτή την κυβέρνηση, να αλλάξει».

Σεβαστή και σαφέστατη κυβερνητική θέση.

Αλλά ακριβώς αυτή η δήλωση δημιουργεί το επόμενο ερώτημα.

Εφόσον αυτή είναι τόσο ξεκάθαρα η θέση της κυβέρνησης, πώς βρέθηκε σε επίσημη πλατφόρμα δημόσιου Οργανισμού μια διαφορετική κατηγοριοποίηση;

Η απάντηση Μαρινάκη είναι ότι επρόκειτο για αστοχία της εταιρείας, η οποία εφάρμοσε έναν κανόνα ISO.

Αυτό εξηγεί ενδεχομένως την τεχνική προέλευση.

Δεν απαντά όμως στο διοικητικό ζήτημα.

Γιατί ο ΕΟΠΥΥ δεν είναι η ανάδοχος εταιρεία.

Η εταιρεία κατασκευάζει την εφαρμογή για λογαριασμό του ΕΟΠΥΥ.

Και κάποιος από την πλευρά του δημόσιου φορέα πρέπει να ελέγχει τι παραδίδεται και τι τελικά εμφανίζεται στους πολίτες.

Η «αστοχία της εταιρείας» δεν μπορεί να είναι η τελευταία λέξη

Ας δεχθούμε πλήρως την κυβερνητική εκδοχή.

Δεν υπήρχε καμία ιδεολογική κατεύθυνση.

Δεν υπήρχε «woke ατζέντα».

Δεν υπήρξε πολιτική εντολή.

Η εταιρεία χρησιμοποίησε μια τεχνική προδιαγραφή ISO και έτσι προέκυψε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Ωραία.

Τότε υπάρχει ένα πολύ απλούστερο ζήτημα:

Ποιος παρέλαβε την εφαρμογή;

Ποιος έκανε τον έλεγχο;

Ποιος ενέκρινε την παραγωγική λειτουργία της;

Υπήρχε το συγκεκριμένο πεδίο στις προδιαγραφές που είχε δώσει ο ΕΟΠΥΥ ή αποτέλεσε επιλογή αποκλειστικά του αναδόχου;

Εάν ήταν αποκλειστική επιλογή του αναδόχου, γιατί δεν εντοπίστηκε κατά την παραλαβή;

Αυτά δεν είναι ερωτήματα ιδεολογίας.

Είναι ερωτήματα διοίκησης και λογοδοσίας.

Και παραμένουν αναπάντητα.

Το ISO έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται σαν μαγική λέξη

Το ακόμη πιο παράδοξο είναι ότι σχεδόν ολόκληρη η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται πλέον στο ISO.

Μόνο που υπάρχει ένα πρακτικό πρόβλημα:

η πλατφόρμα άλλαξε μέσα σε λίγες ώρες.

Εάν το ISO επέβαλλε υποχρεωτικά στον ΕΟΠΥΥ να εμφανίζει στον ασφαλισμένο αυτές ακριβώς τις επιλογές, πώς αφαιρέθηκαν με μια εντολή του Υπουργού;

Προφανώς άλλο πράγμα είναι μια διεθνής τεχνική κωδικοποίηση δεδομένων και άλλο ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζεται η διεπαφή μιας συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας.

Το ISO λοιπόν μπορεί να αποτελεί εξήγηση για το πώς ξεκίνησε το πρόβλημα.

Δεν αποτελεί απαλλαγή από την ευθύνη για το πώς έφτασε μέχρι την οθόνη του ασφαλισμένου.

Και υπάρχει πλέον μια ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση

Εδώ η κυβέρνηση πρέπει να συντονίσει καλύτερα τις εξηγήσεις της.

Ο ΕΟΠΥΥ ανακοίνωσε ότι η συγκεκριμένη πληροφορία δεν χρησιμοποιούνταν κατά την επεξεργασία των δεδομένων του ασφαλισμένου για την παροχή των υπηρεσιών του.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης, όμως, έδωσε διαφορετική διάσταση.

Υποστήριξε ότι έδωσε εντολή να αλλάξει το πεδίο επειδή, στη χρήση φαρμάκων, ο αυτοπροσδιορισμός «θα μπορούσε δυνητικά να είναι επικίνδυνος για λόγους υγείας».

Και τώρα ο Παύλος Μαρινάκης λέει ότι ήταν απλώς «αστοχία μιας εταιρείας».

Ας αποφασίσουμε λοιπόν.

Ήταν ένα απολύτως άχρηστο τεχνικό πεδίο που δεν επηρέαζε τίποτα;

Ή μπορούσε να δημιουργήσει δυνητικό κίνδυνο για την υγεία;

Γιατί αν μπορούσε να δημιουργήσει κίνδυνο, τότε το ερώτημα για τον έλεγχο της εφαρμογής γίνεται πολύ σοβαρότερο.

Και αν δεν μπορούσε να δημιουργήσει κανέναν κίνδυνο, τότε χρειάζεται διευκρίνιση για ποιον ακριβώς λόγο χρησιμοποιήθηκε αυτό το επιχείρημα από τον Υπουργό Υγείας.

Και μετά ήρθε ο «πολιτικός φερετζές»

Εδώ η απάντηση Μαρινάκη χάνει μεγάλο μέρος της δύναμής της.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτηρίζει όσα περιγράφονται ως «πολιτικό φερετζέ», υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι χρησιμοποιούνται επειδή δεν υπάρχει πραγματική πολιτική απάντηση απέναντι στην κυβερνητική «δεξιά ατζέντα».

Μόνο που λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα ο ίδιος είχε αναγνωρίσει ότι υπήρξε αστοχία.

Δεν γίνεται λοιπόν το ίδιο περιστατικό να είναι ταυτόχρονα:

αρκετά πραγματικό ώστε η κυβέρνηση να το χαρακτηρίζει αστοχία και να το διορθώνει,

αλλά τόσο ασήμαντο ώστε όποιος το επικρίνει να κρύβεται πίσω από έναν «πολιτικό φερετζέ».

Η κυβέρνηση δικαιούται απολύτως να υποστηρίξει ότι ο Αντώνης Σαμαράς μεγέθυνε πολιτικά ένα τεχνικό περιστατικό για να στηρίξει τη συνολικότερη κριτική του προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Αυτό είναι πολιτική αντιπαράθεση.

Αλλά δεν μπορεί να μετατρέψει εκ των υστέρων το πραγματικό περιστατικό σε μη γεγονός.

Ο Σαμαράς έκανε πολιτική γενίκευση

Και εδώ πρέπει να υπάρχει ακρίβεια και από την άλλη πλευρά.

Από την ύπαρξη τεσσάρων επιλογών σε μία εφαρμογή του ΕΟΠΥΥ δεν αποδεικνύεται αυτομάτως ότι υπήρχε κεντρικό κυβερνητικό σχέδιο επιβολής μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής ατζέντας.

Αυτό είναι πολιτική ερμηνεία του Αντώνη Σαμαρά.

Και χρειάζονται πολύ περισσότερα στοιχεία για να μετατραπεί σε αποδεδειγμένο γεγονός.

Εδώ λοιπόν ο Μαρινάκης έχει ένα βάσιμο επιχείρημα:

άλλο ένα λανθασμένο πεδίο σε μια ηλεκτρονική εφαρμογή και άλλο μια συνειδητή κυβερνητική πολιτική.

Μόνο που η σωστή απάντηση σε μια υπερβολή δεν είναι μια άλλη υπερβολή.

Η σωστή απάντηση είναι:

«Ναι, έγινε λάθος. Όχι, δεν αποτελούσε κυβερνητική πολιτική. Το διορθώσαμε και ελέγχουμε πώς συνέβη».

Αυτό θα έκλεινε σε μεγάλο βαθμό την υπόθεση.

Το «δεν υπάρχει μέτωπο με τον Σαμαρά» αρχίζει επίσης να δοκιμάζεται

Ο Παύλος Μαρινάκης επιμένει ότι από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας δεν υπάρχει μέτωπο με τον Αντώνη Σαμαρά.

Θεμιτή πολιτική θέση.

Μόνο που το τελευταίο διάστημα οι δημόσιες τοποθετήσεις κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών δείχνουν ότι η αντιπαράθεση γίνεται ολοένα και εντονότερη.

Άδωνις Γεωργιάδης.

Γιώργος Φλωρίδης.

Τώρα Παύλος Μαρινάκης.

Όταν ένας πρώην πρωθυπουργός ασκεί συστηματική κριτική στην κυβέρνηση και κορυφαίοι υπουργοί και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απαντούν δημοσίως σε υψηλούς τόνους, μπορεί η κυβέρνηση να μη θέλει να ονομάσει αυτή την κατάσταση «μέτωπο».

Πολιτική σύγκρουση, πάντως, υπάρχει.

Και πλέον είναι εμφανής.

Η απάντηση που ακόμη δεν έχουμε ακούσει

Τρεις διαφορετικές παρεμβάσεις έχουν γίνει γύρω από την ίδια υπόθεση.

ΕΟΠΥΥ.

Υπουργός Υγείας.

Κυβερνητικός εκπρόσωπος.

Και όμως το απλούστερο ερώτημα παραμένει:

Ποιος ενέκρινε την εφαρμογή πριν φτάσει στους ασφαλισμένους;

Όχι ποιος έγραψε τον κώδικα.

Αυτό το γνωρίζουμε: ο ανάδοχος.

Όχι ποιος διέταξε τη διόρθωση.

Αυτό επίσης το γνωρίζουμε: ο Υπουργός Υγείας.

Το ενδιάμεσο στάδιο λείπει.

Ποιος έλεγξε και παρέλαβε αυτό που κατασκεύασε ο ανάδοχος;

Γιατί οι ιδιωτικές εταιρείες μπορούν να κάνουν λάθη.

Οι προγραμματιστές μπορούν να κάνουν λάθη.

Οι τεχνικές προδιαγραφές μπορούν να εφαρμοστούν λανθασμένα ή μηχανιστικά.

Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχουν διαδικασίες ελέγχου και παραλαβής.

Και όταν η κυβέρνηση χρησιμοποιεί η ίδια τη λέξη «αστοχία», η απάντηση δεν μπορεί να τελειώνει στο «έφταιγε η εταιρεία».

Πρέπει να συνεχίζεται μέχρι το:

«και αυτός είναι ο λόγος που ο δημόσιος έλεγχος δεν την εντόπισε εγκαίρως».

Αυτό ακόμη δεν το έχουμε ακούσει.

Και όσο δεν το ακούμε, τόσο περισσότερο η συζήτηση για τον Σαμαρά, τη woke ατζέντα, τη «δεξιά ατζέντα» και τους «πολιτικούς φερετζέδες» λειτουργεί ως περισπασμός από το απλούστερο ερώτημα της υπόθεσης:

Αν ήταν μια αστοχία της εταιρείας, ποιος ήταν υπεύθυνος να την εντοπίσει πριν την εντοπίσει μια εφημερίδα;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ