του Ιωάννη Γκιτσάκη (*)
Ο τίτλος του ασφαλούς τουριστικού προορισμού αποτελεί ίσως τον παράγοντα κλειδί που θα κρίνει το «παιχνίδι» της φετινής τουριστικής περιόδου. Όλοι οι τουριστικοί προορισμοί αναμένεται (και) φέτος να δηλώσουν covid-safe. Αρκετοί μάλιστα θα μπουν στον πειρασμό να δηλώσουν και covid-free, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Για να δικαιολογήσουν το χαρακτηρισμό του ασφαλούς τουριστικού προορισμού, οι γειτονικές μας και ανταγωνιστικές τουριστικά χώρες θα στηριχθούν αναγκαστικά μόνο στα υγειονομικά πρωτόκολλα που θα εφαρμόσουν. Θα διαφημίσουν το πόσο αυστηρά πρωτόκολλα έχουν και το πόσο πιστά τα εφαρμόζουν. Αυτό άλλωστε έκαναν οι περισσότερες χώρες και την περσινή τουριστική περίοδο, όπως π.χ. η Τουρκία.

Σε αντίθεση όμως με τις άλλες χώρες, η Ελλάδα έχει ένα μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα: Τη νησιωτικότητα. Το γεγονός ότι διαθέτει ένα μεγάλο αριθμό νησιών μικρού και μεσαίου μεγέθους, τα οποία συγκεντρώνουν πάνω από το 50% των τουριστικών αφίξεων (εξαιρώ την Κρήτη λόγω μεγέθους). Νησιά βεβαίως διαθέτουν και οι ανταγωνιστές μας. Η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία κ.ά. Σε αντίθεση όμως με την Ελλάδα, η μεγάλη πλειοψηφία των τουριστικών προορισμών τους βρίσκεται στην ηπειρωτική χώρα, διότι δεν διαθέτουν το μεγάλο αριθμό νησιών που έχει η χώρα μας. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Κροατία, η οποία διαθέτει εξίσου μεγάλο αριθμό νησιών. Και πάλι, όμως, τα νησιά της Κροατίας δεν συγκεντρώνουν τόσο υψηλό αριθμό τουριστικών αφίξεων όσο τα ελληνικά νησιά, καθώς η πλειοψηφία των τουριστών που επισκέπτονται την Κροατία κατευθύνεται κυρίως σε τουριστικούς προορισμούς της ηπειρωτικής χώρας.

Γιατί όμως η νησιωτικότητα αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα για τη χώρα μας; Διότι πολύ απλά τα νησιά μπορούν να αποτελέσουν ένα ελεγχόμενο υγειονομικά περιβάλλον.

covid
Κάσος

Ένα περιβάλλον, στο οποίο οι μόνιμοι κάτοικοι και οι εργαζόμενοι στον τουρισμό μπορούν να είναι εμβολιασμένοι ή να ελέγχονται τακτικά με self tests και οι ξένοι τουρίστες να εισέρχονται έχοντας μία από τις τρεις προϋποθέσεις του «πράσινου πιστοποιητικού» της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πιστοποιητικό εμβολιασμού, αρνητικό μοριακό τεστ 72 ωρών ή αντισώματα λόγω προηγούμενης νόσησης από covid-19) ή αντίστοιχων διακρατικών συμφωνιών. Ένα περιβάλλον περισσότερο ελεγχόμενο από τους τουριστικούς προορισμούς της ηπειρωτικής χώρας. Ένα περιβάλλον που, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον τίτλο του πραγματικά covid-safe προορισμού. Ένα περιβάλλον που δεν διαθέτει καμία ανταγωνιστική μας ευρωπαϊκή ή μεσογειακή χώρα. Τουλάχιστον όχι στο βαθμό που το διαθέτει η Ελλάδα.

Η χώρα μας λοιπόν φαίνεται πως έχει επενδύσει τουριστικά στην υγειονομική ασφάλεια των ελληνικών νησιών. Ήδη από τον Ιανουάριο ξεκίνησε το πρόγραμμα του μαζικού εμβολιασμού σε όλα τα νησιά με λιγότερους από 1.000 μόνιμους κατοίκους.

Ένα πρόγραμμα που έχει ήδη ολοκληρωθεί και αποτελεί την καλύτερη διαφήμιση για τα μικρότερα νησιά μας, τα οποία πλέον χαρακτηρίζονται (εσφαλμένα) ως «covid-free» ) και «διαφημίζονται» ως τέτοια από πολλά ξένα μέσα, όπως π.χ. στη Γερμανία, και στην Ιταλία.

Ένα πρόγραμμα το οποίο σήμερα το αντιγράφει και η γειτονική Ιταλία,  που υιοθετεί το «Modello Grecia» για το μαζικό εμβολιασμό των κατοίκων των μικρών νησιών της.

Και βεβαίως ο κυβερνητικός σχεδιασμός δεν περιορίζεται μόνο στα νησιά με λιγότερους από 1.000 μόνιμους κατοίκους. Σύμφωνα με το (φιλόδοξο) κυβερνητικό σχέδιο, ο στόχος είναι μέχρι το Μάιο να έχει ολοκληρωθεί το πρόγραμμα του μαζικού εμβολιασμού σε όλα τα νησιά που έχουν μέχρι 15.000 μόνιμους κατοίκους, δηλαδή στη συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών νησιών. Παράλληλα, ο κυβερνητικός σχεδιασμός περιλαμβάνει και τον κατά προτεραιότητα εμβολιασμό όλης της «πρώτης γραμμής» της τουριστικής βιομηχανίας, μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού.

Εφόσον λοιπόν υλοποιηθεί ο κυβερνητικός σχεδιασμός, τότε η συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών νησιών (με εξαίρεση την Κρήτη και ίσως τη Ρόδο και την Κέρκυρα), θα διαθέτει το συγκριτικό πλεονέκτημα του εμβολιασμού του συνόλου των μόνιμων κατοίκων, αλλά και των εμπλεκόμενων στην πρώτη γραμμή της τουριστικής βιομηχανίας. Θα αποκτήσει δηλαδή δύο πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των ανταγωνιστών της, τα οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν τον τίτλο του πραγματικά «covid-safe» προορισμού.

Έναν τίτλο, ο οποίος δεν θα στηρίζεται μόνο στην αυστηρότητα των υγειονομικών πρωτοκόλλων και στην πιστή εφαρμογή τους (όπως συμβαίνει στις άλλες ανταγωνιστικές μας χώρες), αλλά επιπλέον θα στηρίζεται και στο ασφαλές υγειονομικά περιβάλλον, που διασφαλίζεται μέσω του μαζικού εμβολιασμού των μόνιμων κατοίκων και των εργαζόμενων του τουρισμού στο σύνολο σχεδόν των ελληνικών νησιών.

Fournoi  covid
Φούρνοι

Αυτό λοιπόν το συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών της, η Ελλάδα θα πρέπει να το εκμεταλλευτεί. Θα πρέπει να το επικοινωνήσει. Θα πρέπει να το διαφημίσει. Οι νησιωτικές Περιφέρειες της χώρας (Ιονίων νήσων, Νοτίου και Βορείου Αιγαίου), αλλά και οι τοπικές αρχές των ελληνικών νησιών θα πρέπει να «τρέξουν» μία σχετική διαφημιστική καμπάνια, η οποία θα προβάλλει τα ελληνικά νησιά ως πραγματικούς covidsafe προορισμούς.

Μια καμπάνια που δεν θα στηρίζεται μόνο στα λόγια, δηλαδή στην αόριστη επίκληση των αυστηρών υγειονομικών πρωτοκόλλων και της πιστής εφαρμογής τους. Αλλά που θα στηρίζεται επιπλέον και στο πραγματικά ελεγχόμενο και ασφαλές υγειονομικά περιβάλλον που εξασφαλίζει η νησιωτικότητα, το οποίο θα τεκμηριώνεται με τον καθολικό εμβολιασμό της συντριπτικής πλειοψηφίας των μόνιμων κατοίκων και των εργαζόμενων στον τουρισμό. Ένα ασφαλές υγειονομικά περιβάλλον, το οποίο δεν μπορούν να εξασφαλίσουν οι ανταγωνιστές μας, λόγω ακριβώς της έλλειψης νησιωτικότητας.

Την περσινή τουριστική περίοδο, το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας έναντι των ανταγωνιστών της ήταν η επιτυχής αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας, που διαφήμισε τη χώρα μας ως τον κορυφαίο και ασφαλέστερο τουριστικό προορισμό για το 2020, όπως έγραφα σε σχετικό άρθρο μου πριν από ακριβώς ένα χρόνο.

Φέτος, το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας έναντι των ανταγωνιστών της μπορεί να αποτελέσει το ελεγχόμενο και ασφαλές υγειονομικά περιβάλλον των ελληνικών νησιών. Ένα ασφαλές περιβάλλον που θα στηρίζεται σε πραγματικά, μετρήσιμα και επαληθεύσιμα δεδομένα (εμβολιασμό της συντριπτικής πλειοψηφίας των μόνιμων κατοίκων και των εργαζομένων στον τουρισμό), τα οποία, λόγω νησιωτικότητας, διαθέτει μόνο (ή κυρίως) η χώρα μας. Ένα ασφαλές περιβάλλον που μπορεί να στηρίξει, να τεκμηριώσει και να διαφημίσει τον τίτλο του πραγματικά covid-safe τουριστικού προορισμού. Δηλαδή ενός προορισμού, που δεν θα δηλώνει απλά covid-safe (όπως στην περίπτωση των ανταγωνιστών μας), αλλά που θα είναι και πραγματικά covid-safe.

(*) Ο κ. Ιωάννης Γκιτσάκης (twitter @gitsakis) είναι Δικηγόρος Θεσσαλονίκης με ειδίκευση στις Συμβάσεις Παραχώρησης και ΣΔΙΤ, Διδάκτωρ Διοικητικού Δικαίου και Σύμβουλος τουριστικών επιχειρήσεων και επενδύσεων

Πηγή: https://money-tourism.gr/