Αγαπητοί φίλοι έχω την μεγάλη τιμή να σας παρουσιάσω τον φίλο μου το Σπύρο!!!

Σταθεροί κάποιοι στις «μεγάλες Αξίες τους» αρνούνται για άλλη μια χρονιά  σε έναν νεφροπαθή να επισκεφτεί για λίγες μέρες την πατρώα γη του και τον τάφο των γονιών του.

Το παρακάτω κείμενο με τίτλο «Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες- Η οδύσσεια ενός Νεφροπαθούς» το συνέταξε και μου το έστειλε ο ίδιος ο Σπύρος  από την Πάτρα   φτάνοντας δηλαδή όσο πιο κοντά στην Γή του  μπορούσε!!! (Ο Σπύρος ζει και εργάζεται στον Πειραιά)

Με Τιμή

Μεσσάρης Δημήτρης αδελφικός φίλος του Σπύρου!!!

 

ΚΥΚΛΩΠΕΣ ΚΑΙ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΕΣ – Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΕΝΟΣ ΝΕΦΡΟΠΑΘΟΥΣ

Απόγευμα Σαββάτου 5 Σεπτεμβρίου 2020. Καθισμένος σ’ ένα μπαλκόνι στα βουνά που περικλείουν την πόλη της Πάτρας, ατενίζω με νόστο την Κεφαλονιά. Ατενίζω τον τόπο μου, τις ρίζες μου, αναπολώντας τη μυρωδιά της βουκαμβίλιας του κήπου και του γιασεμιού τη νύχτα, τους ήχους των τζιτζικιών που τραγουδούν τον έρωτά τους μέσα στο καλοκαιρινό κάματο, τη δροσιά της θαλασσινής αύρας που φέρνει ο απογευματινός μαίστρος. Αναζητώ στις μνήμες μου τις βουτιές στα Φύκια, τους νυχτερινούς περιπάτους στην παραλία του Ληξουριού, ανακαλώ την αίσθηση της καυτής άμμου στις παραλίες, μα πάνω απ’ όλα την καθαρτική σιωπή του κοιμητηρίου που βρίσκονται οι γονείς μου. Και τους ανθρώπους, Τους φίλους, τους συγγενείς, τα οικεία πρόσωπα, τα γέλια και τις χαρές τους.

Και σκέφτομαι ότι κάπως έτσι θα ένιωθε και ο Οδυσσέας – ο πολυμήχανος  συμπατριώτης μου – όταν πριν από χιλιάδες χρόνια ατένιζε την Ιθάκη του λίγο πριν οι σύντροφοί του ανοίξουν τους ασκούς του Αιόλου και χάσει για πάντα- ή έτσι νόμιζε – την πατρίδα του. Αλλά όπως κι εκείνου, έτσι και σε μένα, οι Μοίρες και οι Θεοί του επιφύλασσαν διαφορετικό ταξίδι γυρισμού. Έπρεπε να νικήσει Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, να μην υποκύψει στο τραγούδι των Σειρήνων, να περάσει από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, να αρνηθεί να ξεχάσει τρώγοντας το λωτό που του πρόσφεραν οι Λωτοφάγοι.

Οι δικοί μου Κύκλωπες και Λωτοφάγοι, η δικιά μου Σκύλλα και η δικιά μου Χάρυβδη, δεν είναι μυθικά τέρατα αποκυήματα της φαντασίας του τρανού ποιητή, αλλά άνθρωποι που ζουν ανάμεσά μας. Και κουβαλάνε συγκεκριμένη επιγραφή. ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ – ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ( και που να ήξερε ο Άγιος!) Εδώ πρέπει να σας αναφέρω ότι έχω μια ιδιαιτερότητα. Από τριετίας και πλέον η ζωή μου εξαρτάται από ένα μηχάνημα που καθαρίζει το αίμα και με το οποίο πρέπει να συνδέομαι τρεις φορές την εβδομάδα. Ως αιμοκαθαρούμενος νεφροπαθής τελικού σταδίου φέτος μου αρνήθηκαν (ουσιαστικά απαγόρευσαν) την επίσκεψη στο σπίτι μου. Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, άνθρωποι δηλαδή με δήθεν εξουσία, Σκύλλες και Χάρυβδες ενός συστήματος που ρίχνει την ευθύνη στον ασθενή για το κακό που του συνέβη. Λωτοφάγοι που σου προσφέρουν το φρούτο της λησμονιάς για να ξεχάσεις ότι οι ίδιοι έχουν την ευθύνη γιατί, για εκείνους, είναι δικό μου πρόβλημα που αρρώστησα, είναι δικιά μου ευθύνη, δικιά μου ατυχία που κατάγομαι απ’ την Κεφαλονιά. Και τελικά για κείνους η μόνη λύση είναι να ακούσω το τραγούδι των Σειρηνών και να ξεχάσω μονομιάς ότι έχει σχέση με το νησί μου.

“ Δημόσιοι λειτουργοί” άμοιροι ευθυνών, εξουσιομανείς, υπηρέτες ενός συστήματος εναντίον του αδύνατου, χωρίς ιδέα για το βάρος της ευθύνης που τους ανατέθηκε.

Έτσι λοιπόν φέτος ο αδερφικός μου φίλος θα πρέπει να μου στείλει ένα ντενεκέ με θαλασσινό νερό κι έναν κουβά άμμο μαζί με μια φωτογραφία απ’ το φεγγαρολουσμένο Ληξούρι. Σαν άλλος Οδυσσέας όμως θα πολεμήσω τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες που η Μοίρα έβαλε στο δρόμο μου, θα φάω το λωτό χωρίς να ξεχάσω, και όπως κι εκείνος, με την βοήθεια κάποιων άλλων Φαίακων, θα επιστρέψω. Με τη μόνη διαφορά ότι μαζί με μένα θα έρθει αυτή τη φορά και το πλήρωμά μου. Οι υπόλοιποι 19 Κεφαλονίτες αιμοκαθαρούμενοι που τους αρνήθηκαν την πρόσβαση στο σπίτι τους, στον τόπο τους, στο νησί τους.

Και τότε αλοίμονο στους μνηστήρες που θα βρεθούν στο διάβα μου.

Αραβαντινός Ρουσέλος Σπύρος – Νεφροπαθής Δεσμώτης

Παραπομπές: Ομήρου Οδύσσεια – Ραψωδία Κ – στίχοι 23-34

ἐννῆμαρ μὲν ὁμῶς πλέομεν νύκτας τε καὶ ἦμαρ,
τῇ δεκάτῃ δ᾿ ἤδη ἀνεφαίνετο πατρὶς ἄρουρα,

καὶ δὴ πυρπολέοντας ἐλεύσσομεν ἐγγὺς ἐόντες
ἔνθ᾿ ἐμὲ μὲν γλυκὺς ὕπνος ἐπήλυθε κεκμηῶτα,
αἰεὶ γὰρ πόδα νηὸς ἐνώμων, οὐδέ τῳ ἄλλῳ
δῶχ᾿ ἑτάρων, ἵνα θᾶσσον ἱκοίμεθα πατρίδα γαῖαν”