Η σημερινή δήλωση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη για τους servicers περιλαμβάνει μέτρα που, εφόσον νομοθετηθούν και εφαρμοστούν όπως ανακοινώθηκαν, πράγματι ενισχύουν τη θέση του δανειολήπτη.
Αυτό πρέπει να αναγνωριστεί.
Όμως υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο «θεσπίζω αυστηρότερους κανόνες» και στο «έλυσα το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους και προστάτευσα τον οφειλέτη».
Και αυτή η απόσταση φαίνεται όταν διαβάσει κανείς προσεκτικά όχι μόνο τη δήλωση του υπουργού, αλλά την ίδια την κυβερνητική ανακοίνωση.
Πρώτο κρίσιμο σημείο: σήμερα μιλάμε ακόμη για εξαγγελία
Υπάρχει μια βασική λεπτομέρεια που πρέπει να προηγείται όλων των άλλων.
Οι νέοι κανόνες παρουσιάστηκαν σήμερα, 30 Σεπτεμβρίου 2026. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, παρουσιάζοντας την παρέμβαση στο Υπουργικό Συμβούλιο, είπε ότι η σχετική διάταξη «σύντομα θα πάρει και τη μορφή νόμου».
Άρα αυτή τη στιγμή δεν αξιολογούμε ακόμη τα αποτελέσματα ενός εφαρμοσμένου νέου συστήματος. Αξιολογούμε το περιεχόμενο μιας κυβερνητικής νομοθετικής εξαγγελίας.
Η διάκριση είναι σημαντική.
Το πραγματικό τεστ θα αρχίσει όταν δούμε το τελικό νομοθετικό κείμενο, τις εφαρμοστικές αποφάσεις, την εποπτεία και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι servicers θα εφαρμόσουν τους νέους κανόνες στην καθημερινή διαπραγμάτευση.
Το 15% είναι πράγματι βελτίωση – αλλά δεν σημαίνει ότι ο οφειλέτης εξασφάλισε ρύθμιση
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης προβάλλει ως κεντρικό μέτρο το πλαφόν 15% στην προκαταβολή.
Και εδώ η ανακοίνωση είναι σαφής: στις απευθείας διμερείς ρυθμίσεις ο πιστωτής δεν θα μπορεί πλέον να ζητά προκαταβολή μεγαλύτερη από το 15% της οφειλής. Η κυβέρνηση αναφέρει ότι μέχρι σήμερα είχαν εμφανιστεί απαιτήσεις 30%, 40% ή ακόμη και 50%. Στον εξωδικαστικό, μάλιστα, ήδη υπάρχει διαφορετικό πλαφόν 10%.
Είναι πραγματική αλλαγή.
Αλλά χρειάζεται προσοχή στο τι ακριβώς σημαίνει.
Το 15% είναι ανώτατο όριο προκαταβολής για μια διμερή ρύθμιση. Δεν είναι εγγύηση ότι κάθε οφειλέτης θα λάβει ρύθμιση την οποία μπορεί πραγματικά να εξυπηρετήσει.
Η ίδια η κυβερνητική ανακοίνωση προβλέπει ότι ο πιστωτής, αφού λάβει το αίτημα και τον πλήρη φάκελο, θα μπορεί είτε να καταθέσει πρόταση είτε να απορρίψει το αίτημα, αρκεί πλέον η απόρριψη να είναι έγγραφη και τεκμηριωμένη.
Αυτό είναι ουσιώδες.
Δηλαδή ο servicer χάνει ένα μέρος της μέχρι σήμερα ελευθερίας του ως προς τη διαδικασία και την αιτιολόγηση, αλλά δεν καταργείται η δυνατότητα απόρριψης μιας αίτησης ρύθμισης.
«Τέλος στις διαπραγματεύσεις χωρίς προθεσμίες» – ναι, αλλά όχι υποχρεωτικά συμφωνία
Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή είναι επίσης πραγματική.
Η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι ο πιστωτής θα έχει τρεις μήνες για να απαντήσει, ο οφειλέτης έναν μήνα για να τοποθετηθεί και η διαδικασία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο σε έξι μήνες.
Αυτό αντιμετωπίζει ένα πραγματικό πρόβλημα: την παρατεταμένη εκκρεμότητα.
Αλλά η προθεσμία για απάντηση δεν πρέπει να συγχέεται με υποχρέωση επίτευξης συμφωνίας.
Η αλλαγή εξασφαλίζει ότι ο οφειλέτης θα πάρει απάντηση και ότι μια αρνητική απάντηση θα πρέπει να αιτιολογείται.
Δεν εξασφαλίζει από μόνη της ότι στο τέλος των έξι μηνών θα υπάρχει βιώσιμη ρύθμιση.
Η προστασία από πλειστηριασμό αφορά τον ήδη ρυθμισμένο και συνεπή οφειλέτη
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διευκρίνιση στη δημόσια συζήτηση.
Η φράση «προστατεύουμε τον συνεπή οφειλέτη από κατάσχεση και πλειστηριασμό» ακούγεται πολύ ευρύτερη από αυτό που πραγματικά προβλέπεται.
Η κυβερνητική ανακοίνωση αναφέρει ότι η προστασία ισχύει όσο υπάρχει ενεργή ρύθμιση και ο οφειλέτης την τηρεί.
Σε αυτή την περίπτωση δεν θα επιτρέπεται καταγγελία της ρύθμισης, διαταγή πληρωμής, κατάσχεση ή συνέχιση πλειστηριασμού. Αν ο πιστωτής παραβιάσει τον κανόνα, η πράξη θα είναι αυτοδικαίως άκυρη, ο οφειλέτης θα πιστώνεται με ποσό πέντε δόσεων και η ρύθμιση θα παρατείνεται κατά πέντε μήνες χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση.
Πρόκειται αναμφίβολα για ισχυρότερη προστασία.
Αφορά όμως εκείνον που έχει ήδη καταφέρει να αποκτήσει ενεργή ρύθμιση και την εξυπηρετεί.
Δεν ισοδυναμεί με γενική προστασία της κατοικίας κάθε οφειλέτη ούτε με γενικό πάγωμα πλειστηριασμών.
Τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό θα υπάρχει πρόταση – αλλά ο πλειστηριασμός δεν καταργείται
Η νέα παρέμβαση υποχρεώνει επίσης τον πιστωτή, τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει πρόταση ρύθμισης που δεν θα μπορεί να είναι απλώς τυπική.
Σύμφωνα με την κυβέρνηση, θα πρέπει να είναι «κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη» και να λαμβάνει υπόψη εισόδημα και περιουσιακή κατάσταση.
Και αυτό αποτελεί ουσιαστική ενίσχυση της διαδικαστικής θέσης του οφειλέτη.
Αλλά πρέπει να ειπωθεί με ακρίβεια τι κάνει το μέτρο: δημιουργεί μία υποχρεωτική ευκαιρία ρύθμισης πριν από την αναγκαστική εκτέλεση.
Δεν καταργεί την αναγκαστική εκτέλεση εάν τελικά δεν υπάρξει συμφωνία.
Τα 45 ημέρες και το «πάγωμα» των τόκων
Ακόμη μία θετική αλλαγή είναι η υποχρέωση να γνωρίζει ο δανειολήπτης τι ακριβώς χρωστά.
Θα δικαιούται να ζητήσει συμβάσεις, τροποποιήσεις, ιστορικό πληρωμών, τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου και ανάλυση κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και λοιπών επιβαρύνσεων.
Εάν αυτά δεν του παρασχεθούν μέσα σε 45 ημέρες, εφόσον δεν είναι ήδη πλήρως διαθέσιμα στο σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης, η τοκοφορία θα αναστέλλεται μέχρι να δοθούν τα στοιχεία.
Εδώ υπάρχει μια ουσιαστική κύρωση που μπορεί να δημιουργήσει πραγματικό κίνητρο συμμόρφωσης.
Και υπάρχει λόγος που το ζήτημα της ενημέρωσης είναι σημαντικό.
Στο παρελθόν έχουν ήδη επιβληθεί πρόστιμα σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων για καθυστερήσεις ή μη ανταπόκριση σε αιτήματα δανειοληπτών σχετικά με στοιχεία οφειλών και ρυθμίσεων. Σε μία παλαιότερη παρέμβαση, για παράδειγμα, το Υπουργείο Ανάπτυξης είχε ανακοινώσει πρόστιμα συνολικού ύψους 305.000 ευρώ σε τρεις εταιρείες, μεταξύ άλλων για καθυστέρηση αποστολής δοσολογίου και βεβαιώσεων καταβολών.
Άρα το νέο μέτρο δεν έρχεται σε κενό. Επιχειρεί να αντιμετωπίσει προβλήματα που έχουν ήδη καταγραφεί.
Τα πρόστιμα των 500.000 ευρώ δεν είναι το μόνο ζητούμενο
Ο υπουργός δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα πρόστιμα έως 500.000 ευρώ.
Πράγματι, το νέο πλαίσιο προβλέπει για συγκεκριμένη παραβίαση ενεργής ρύθμισης διοικητικό πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 ευρώ, ενώ ενισχύονται γενικότερα οι κυρώσεις και προβλέπεται δημοσιοποίησή τους.
Το κρίσιμο όμως για την αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε εποπτικού συστήματος δεν είναι μόνο πόσο υψηλό είναι το μέγιστο πρόστιμο.
Είναι πόσο συχνά γίνονται έλεγχοι, πόσο γρήγορα διαπιστώνονται οι παραβάσεις, πόσες κυρώσεις τελικά επιβάλλονται και εάν η οικονομική τους βαρύτητα είναι αρκετή ώστε να αλλάζει τη συμπεριφορά μιας εταιρείας.
Αυτό θα μπορεί να αξιολογηθεί μόνο μετά την εφαρμογή.
Και υπάρχει ένας αριθμός που δείχνει το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στις 30 Ιουνίου 2026 η ονομαστική αξία των δανείων που διαχειρίζονταν οι εγχώριες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και είχαν μεταβιβαστεί σε εξειδικευμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού ανερχόταν σε περίπου 79,65 δισ. ευρώ.
Μόνο τα δάνεια προς ιδιώτες και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα ήταν 41,515 δισ. ευρώ.
Αυτή είναι η κλίμακα πάνω στην οποία θα δοκιμαστούν οι νέοι κανόνες.
Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη πλευρά των αριθμών που πρέπει να καταγραφεί για να έχουμε ολόκληρη την εικόνα.
Μέχρι το τέλος Ιουλίου 2026 είχαν ολοκληρωθεί μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού 66.578 ρυθμίσεις, που αντιστοιχούσαν σε αρχικές οφειλές 20,19 δισ. ευρώ. Μόνο τον Ιούλιο έγιναν 2.164 νέες επιτυχείς ρυθμίσεις ύψους 511 εκατ. ευρώ.
Επομένως, δεν είναι ακριβές ούτε ότι δεν υπάρχουν εργαλεία ρύθμισης ούτε ότι αυτά δεν έχουν οδηγήσει σε σημαντικό αριθμό συμφωνιών.
Το πραγματικό ερώτημα αρχίζει τώρα
Η δήλωση Πιερρακάκη περιγράφει αρκετές παρεμβάσεις που, στο επίπεδο του σχεδιασμού, ενισχύουν πράγματι τα δικαιώματα του οφειλέτη: προθεσμίες, πλαφόν προκαταβολής, αναλυτική ενημέρωση, πάγωμα τόκων όταν δεν παρέχονται στοιχεία, προστασία ενεργών ρυθμίσεων και αυστηρότερες κυρώσεις.
Αυτό είναι το ένα μέρος της πραγματικότητας.
Το άλλο είναι ότι το νέο σύστημα δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα κάθε οφειλέτη σε ρύθμιση, δεν μετατρέπει κάθε πρόταση σε συμφωνία και δεν θεσπίζει γενική απαγόρευση πλειστηριασμών.
Και, κυρίως, σήμερα δεν έχουμε ακόμη αποτελέσματα του νέου συστήματος για να γνωρίζουμε εάν οι νέοι κανόνες θα αλλάξουν ουσιαστικά την καθημερινότητα των δανειοληπτών.
Η πραγματική αξιολόγηση, επομένως, δεν θα γίνει από το ύψος του προστίμου που ανακοινώνεται ούτε από τον τίτλο μιας κυβερνητικής εξαγγελίας.
Θα γίνει όταν φανεί πόσοι οφειλέτες θα πάρουν βιώσιμες προτάσεις, πόσες αιτήσεις θα απορρίπτονται και με ποια αιτιολογία, πόσες παραβάσεις θα εντοπίζονται, πόσα πρόστιμα θα επιβάλλονται και πόσες κατοικίες θα φτάνουν τελικά σε αναγκαστική εκτέλεση.
Εκεί θα κριθεί στην πράξη η απόσταση ανάμεσα στη θέσπιση καλύτερων κανόνων και στην πραγματική προστασία του οφειλέτη.



