Μπορεί κάποιος να είναι φανατικά υπέρ των μη κρατικών πανεπιστημίων.
Μπορεί να θεωρεί ότι το άρθρο 16 αποτελεί αναχρονισμό.
Μπορεί να πιστεύει ότι ο Κυριάκος Πιερρακάκης έκανε μια από τις σημαντικότερες μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών.
Και μπορεί ταυτόχρονα να αναγνωρίζει κάτι εξαιρετικά απλό:
Όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας ακυρώνει μια διοικητική πράξη επειδή η Διοίκηση δεν τήρησε τον νόμο, το πρόβλημα δεν είναι το ΣτΕ.
Το πρόβλημα είναι η Διοίκηση.
Και αυτή ακριβώς η λεπτομέρεια λείπει από την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται μετά τις αποφάσεις για τα τρία μη κρατικά πανεπιστήμια.
Ας ξεκινήσουμε από το σημαντικότερο: ο νόμος Πιερρακάκη ΔΕΝ ακυρώθηκε
Αυτό πρέπει να ειπωθεί με κεφαλαία γράμματα.
Το Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αποφάσισε ότι απαγορεύονται τα μη κρατικά πανεπιστήμια.
Δεν έκρινε αντισυνταγματικό τον Ν. 5094/2024.
Δεν ανέτρεψε τις προηγούμενες αποφάσεις της Ολομέλειας.
Το αντίθετο.
Στην επίσημη ανακοίνωση για τις αποφάσεις 1167–1172/2026 αναφέρεται ότι επαναλήφθηκαν όσα είχε ήδη κρίνει η Ολομέλεια με τις 1919 και 1920/2025:
ότι δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα η ίδρυση και λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων από ΕΕ ή χώρα συμβεβλημένη στη GATS, υπό τους όρους του ειδικού νόμου και με τις απαιτούμενες εγγυήσεις ποιότητας και ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Άρα όποιος παρουσιάζει την απόφαση ως «ταφόπλακα στα ιδιωτικά πανεπιστήμια» κάνει λάθος.
Αλλά από εδώ και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα για την άλλη πλευρά.
Αν ο νόμος είναι συνταγματικός, γιατί ακυρώθηκαν οι άδειες;
Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία.
Οι άδειες δεν ακυρώθηκαν επειδή κάποιοι δικαστές αποφάσισαν ξαφνικά ότι δεν τους αρέσουν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Ακυρώθηκαν επειδή το ΣτΕ εντόπισε συγκεκριμένες πλημμέλειες στη διοικητική διαδικασία.
Και δεν είναι όλες αμελητέες «τεχνικές λεπτομέρειες».
Στη μία περίπτωση, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ίδιου του ΣτΕ, χορηγήθηκε άδεια ενώ ο ΕΟΠΠΕΠ δεν είχε διαπιστώσει τη συμμόρφωση του παραρτήματος προς παρατηρήσεις του σχετικά με τις κτιριακές εγκαταστάσεις.
Δηλαδή;
Ο αρμόδιος οργανισμός είχε κάνει παρατηρήσεις.
Η συμμόρφωση προς αυτές δεν είχε διαπιστωθεί.
Και παρ’ όλα αυτά εκδόθηκε η άδεια.
Αυτό δεν είναι επίθεση στο άρθρο 16.
Είναι έλεγχος νομιμότητας της αδειοδότησης.
Η δεύτερη περίπτωση είναι ακόμη σοβαρότερη
Σε άλλη άδεια, το ΣτΕ έκρινε ότι η πράξη του υφυπουργού στηρίχθηκε σε σύμφωνη γνώμη της ΕΘΑΑΕ, η οποία είχε διαμορφωθεί κατόπιν έκθεσης Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης.
Πού ήταν το πρόβλημα;
Μέλος της επιτροπής είχε σχέση με τον ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα.
Αυτό δεν είναι «η Δικαιοσύνη εναντίον των ιδιωτικών πανεπιστημίων».
Είναι ζήτημα αμεροληψίας της διοικητικής διαδικασίας.
Και εδώ πρέπει να αντιστρέψουμε το ερώτημα:
Αν πραγματικά θέλουμε σοβαρά μη κρατικά πανεπιστήμια, δεν θα έπρεπε πρώτοι εμείς να απαιτούμε αδιάβλητες διαδικασίες αξιολόγησης;
Γιατί το επιχείρημα υπέρ των μη κρατικών πανεπιστημίων ήταν εξαρχής:
ποιότητα, αξιολόγηση, αυστηρά κριτήρια, διεθνείς προδιαγραφές.
Δεν μπορεί λοιπόν όταν το ΣτΕ ελέγχει ακριβώς αυτές τις εγγυήσεις να απαντάμε:
«Έλα τώρα, τεχνικά είναι».
Και υπάρχει τρίτο πρόβλημα
Το ΣτΕ δεν έμεινε μόνο στις άδειες λειτουργίας.
Ακύρωσε και αποφάσεις πιστοποίησης προγραμμάτων σπουδών.
Και εκεί εντόπισε κάτι ακόμη:
Τα στοιχεία του παραρτήματος της σχετικής απόφασης της ΕΘΑΑΕ δεν αποτελούσαν συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως απαιτούσαν οι εξουσιοδοτικές διατάξεις του Ν. 5094/2024.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Γιατί ποια ήταν μία από τις μεγαλύτερες υποσχέσεις της μεταρρύθμισης;
Ότι δεν θα ανοίξει οποιοσδήποτε ένα «πανεπιστήμιο».
Ότι θα υπάρχει αυστηρή πιστοποίηση.
Ότι θα υπάρχουν συγκεκριμένες ακαδημαϊκές προϋποθέσεις.
Ότι η ΕΘΑΑΕ θα εγγυάται την ποιότητα.
Εάν λοιπόν το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο λέει ότι τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν δεν ήταν αρκετά συγκεκριμένα όπως απαιτούσε ο νόμος, ποιον προστατεύει;
Τους εχθρούς των ιδιωτικών πανεπιστημίων;
Ή τους φοιτητές που θα πληρώσουν δίδακτρα πιστεύοντας ότι σπουδάζουν σε ένα ίδρυμα το οποίο έχει περάσει από την αυστηρή διαδικασία που τους υποσχέθηκε το κράτος;
Εδώ λοιπόν βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση
Το επιχείρημα λέει περίπου:
«Μπράβο στον Πιερρακάκη που έσπασε τον Γόρδιο Δεσμό και τώρα η κυβέρνηση πρέπει να βρει τρόπο να ξεπεράσει τις τεχνικές αντιρρήσεις του ΣτΕ».
Όχι ακριβώς.
Η κυβέρνηση πρέπει να κάνει κάτι πολύ διαφορετικό:
Να συμμορφωθεί με την απόφαση του ΣτΕ και να θεραπεύσει τις πλημμέλειες.
Αυτό είναι θεσμικά εντελώς διαφορετικό από το να «ξεπεράσει» το ΣτΕ.
Εάν χρειάζεται πιστοποίηση εγκαταστάσεων, να υπάρξει.
Εάν υπήρξε πρόβλημα σύνθεσης επιτροπής, να γίνει νέα αμερόληπτη αξιολόγηση.
Εάν τα κριτήρια πιστοποίησης δεν πληρούν τις απαιτήσεις του νόμου, να θεσπιστούν νόμιμα και συγκεκριμένα κριτήρια και να επαναληφθεί η διαδικασία.
Και εφόσον τα πανεπιστήμια τα πληρούν:
να αδειοδοτηθούν ξανά.
Αυτό δεν είναι ήττα της μεταρρύθμισης.
Αυτό είναι κράτος δικαίου.
«Μα προσέφυγε καθηγητής δημόσιου πανεπιστημίου»
Ναι.
Ο Παναγιώτης Λαζαράτος είναι καθηγητής Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ και ήταν εκείνος που προσέφυγε στο ΣτΕ. Έχει μάλιστα προχωρήσει πλέον σε νέα προσφυγή κατά των αδειών ακόμη επτά ΝΠΠΕ.
Αλλά εδώ υπάρχει ένα λογικό άλμα που δεν στέκει.
Το γεγονός ότι ο προσφεύγων εργάζεται σε δημόσιο πανεπιστήμιο δεν αποδεικνύει ότι έχει προσωπικό οικονομικό συμφέρον να ακυρωθούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύει ότι οι λόγοι ακύρωσης ήταν προσχηματικοί.
Γιατί υπάρχει ένα πολύ απλό γεγονός:
Ο Λαζαράτος προσέφυγε. Δεν αποφάσισε.
Αποφάσισε επταμελής σύνθεση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Και οι δικαστές δεν είπαν:
«Ο καθηγητής έχει δίκιο επειδή δεν μας αρέσουν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια».
Κατέγραψαν συγκεκριμένες νομικές πλημμέλειες.
Άρα αυτές πρέπει να απαντηθούν.
«Μίλησε η Δικαιοσύνη»; Ναι – αλλά είπε δύο διαφορετικά πράγματα
Εδώ το αρχικό κείμενο έχει εν μέρει δίκιο.
Η Ολομέλεια του ΣτΕ έχει ήδη κρίνει τη βασική συνταγματική αρχιτεκτονική του συστήματος των ΝΠΠΕ.
Και το Γ΄ Τμήμα δεν την ανέτρεψε.
Άρα δεν μπορεί κάποιος να πάρει τις νέες αποφάσεις και να ισχυριστεί:
«Το ΣτΕ έκρινε παράνομα τα ιδιωτικά πανεπιστήμια».
Δεν το έκανε.
Αλλά είναι εξίσου λάθος να λέμε:
«Η Δικαιοσύνη μίλησε μόνο όταν μας άρεσε η απόφαση της Ολομέλειας και τώρα που ακύρωσε τις άδειες πρόκειται απλώς για ένα Τμήμα».
Η Δικαιοσύνη μίλησε και τις δύο φορές.
Την πρώτη είπε:
Το μοντέλο των παραρτημάτων μπορεί να λειτουργήσει συνταγματικά.
Τώρα είπε:
Για να λειτουργήσει, πρέπει η Διοίκηση να εφαρμόσει σωστά τις εγγυήσεις που προβλέπει ο ίδιος ο νόμος.
Αυτά τα δύο δεν είναι αντιφατικά.
Είναι συμπληρωματικά.
Και η διάκριση των εξουσιών λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα
Εδώ βρίσκεται ίσως το σοβαρότερο θεσμικό λάθος του κειμένου.
Επικαλείται τη διάκριση των εξουσιών για να πει:
«Άλλο η εκτελεστική, άλλο η δικαστική. Ας κάνει λοιπόν η εκτελεστική αυτά που πρέπει».
Σωστά.
Αλλά τι σημαίνει διάκριση των εξουσιών;
Δεν σημαίνει ότι η εκτελεστική εξουσία μπορεί να βρει τρόπο να παρακάμψει μια ακυρωτική δικαστική απόφαση.
Σημαίνει ακριβώς ότι η κυβέρνηση διοικεί και τα δικαστήρια ελέγχουν τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων.
Εάν το δικαστήριο ακυρώσει μια πράξη, η Διοίκηση οφείλει να συμμορφωθεί.
Αυτό είναι η διάκριση των εξουσιών στην πράξη.
Και όχι, δεν «έκλεισαν τρία ξένα πανεπιστήμια»
Χρειάζεται προσοχή και σε αυτή τη διατύπωση.
Το ΣτΕ δεν έκλεισε το University of York.
Δεν έκλεισε το Keele University.
Δεν έκλεισε το Open University.
Ακύρωσε τις ελληνικές διοικητικές πράξεις που αφορούσαν την εγκατάσταση και λειτουργία συγκεκριμένων Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ως παραρτημάτων τους στην Ελλάδα, καθώς και τις αντίστοιχες πιστοποιήσεις προγραμμάτων.
Η διαφορά δεν είναι λεκτική.
Είναι ουσιώδης.
Και τώρα υπάρχει πραγματικά πρόβλημα για την κυβέρνηση
Όχι όμως αυτό που περιγράφει το κείμενο.
Το πολιτικό πρόβλημα δεν είναι:
«Κακό ΣτΕ, εμποδίζει τη μεγάλη μεταρρύθμιση».
Το πρόβλημα είναι:
Πώς μια μεταρρύθμιση τόσο μεγάλης πολιτικής και θεσμικής σημασίας έφτασε στο σημείο να ακυρώνονται τρεις άδειες λόγω πλημμελειών στη διαδικασία;
Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει το Υπουργείο Παιδείας.
Γιατί ακριβώς επειδή το εγχείρημα ήταν ιστορικό, η διαδικασία έπρεπε να είναι αλεξίσφαιρη.
Κάθε φάκελος.
Κάθε γνωμοδότηση.
Κάθε επιτροπή.
Κάθε πιστοποίηση.
Κάθε κριτήριο.
Δεν υπήρχε περιθώριο προχειρότητας.
Και υπάρχει πλέον ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα
Η ιστορία δεν σταμάτησε στα τρία πανεπιστήμια.
Στις 24 Ιουλίου 2026 το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε τη χορήγηση επτά νέων αδειών ΝΠΠΕ για το ακαδημαϊκό έτος 2026-2027.
Και μετά τις αποφάσεις 1167–1172/2026 κατατέθηκε νέα προσφυγή που ζητά την ακύρωση και αυτών των επτά αδειών.
Εδώ πλέον η κυβέρνηση δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίσει τις πρώτες αποφάσεις ως «χαρτιά που θα διορθωθούν».
Πρέπει να ελέγξει ολόκληρη την αδειοδοτική αρχιτεκτονική.
Γιατί εάν τα ίδια προβλήματα υπάρχουν και στις επόμενες άδειες, η ζημιά θα είναι πολύ μεγαλύτερη.
Το ΣτΕ λοιπόν δεν έβαλε ταφόπλακα στη μεταρρύθμιση Πιερρακάκη
Αυτό είναι το παράδοξο της υπόθεσης.
Οι αποφάσεις του Γ΄ Τμήματος μπορούν να λειτουργήσουν τελικά υπέρ της μεταρρύθμισης, εφόσον υποχρεώσουν το κράτος να εφαρμόσει πραγματικά τα αυστηρά standards που υποσχέθηκε.
Γιατί εάν θέλουμε σοβαρά μη κρατικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα, δεν χρειαζόμαστε απλώς άδειες.
Χρειαζόμαστε αξιόπιστες άδειες.
Δεν χρειαζόμαστε απλώς πιστοποιήσεις.
Χρειαζόμαστε αξιόπιστες πιστοποιήσεις.
Δεν χρειαζόμαστε απλώς επιτροπές.
Χρειαζόμαστε αμερόληπτες επιτροπές.
Και δεν χρειαζόμαστε μια κυβέρνηση που θα «ξεπεράσει το ΣτΕ».
Χρειαζόμαστε μια κυβέρνηση που θα διορθώσει ό,τι το ΣτΕ διαπίστωσε ότι έγινε λάθος.
Γιατί αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα Πιερρακάκη
Αν πιστεύουμε ότι η μεταρρύθμιση ήταν σωστή, τότε πρέπει να απαιτούμε να εφαρμοστεί σωστά.
Και εδώ ακριβώς καταρρέει η λογική ότι η κυβέρνηση πρέπει να κινηθεί γρήγορα ώστε να «ξεπεράσει» τις αποφάσεις.
Όχι.
Να τις εφαρμόσει πρέπει.
Να θεραπεύσει τις πλημμέλειες.
Να επαναλάβει όπου χρειάζεται τις διαδικασίες.
Να δημιουργήσει συγκεκριμένα και νόμιμα κριτήρια.
Να εξασφαλίσει πραγματική ανεξαρτησία στις αξιολογήσεις.
Και εφόσον τα συγκεκριμένα πανεπιστήμια πληρούν όλες τις προϋποθέσεις, να πάρουν ξανά την άδειά τους και να συνεχίσουν κανονικά.
Αυτό θα ήταν δικαίωση της μεταρρύθμισης.
Όχι η παράκαμψη του δικαστικού ελέγχου.
Γιατί το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να γίνει τώρα είναι να μετατραπεί η υπόθεση σε έναν τεχνητό πόλεμο:
«Ιδιωτικά πανεπιστήμια εναντίον ΣτΕ».
Δεν υπάρχει τέτοιος πόλεμος.
Το ίδιο το ΣτΕ έχει ήδη πει ότι τα ΝΠΠΕ μπορούν να λειτουργούν υπό το συγκεκριμένο συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο.
Αυτό που είπε τώρα είναι κάτι εξίσου σημαντικό:
Οι κανόνες που θεσπίσατε πρέπει και να τηρούνται.
Και αν τρεις άδειες έπεσαν επειδή αυτοί οι κανόνες δεν τηρήθηκαν σωστά, τότε το ερώτημα δεν πρέπει να απευθύνεται στους δικαστές.
Πρέπει να απευθύνεται σε εκείνους που υπέγραψαν τις άδειες.
Γιατί ο Πιερρακάκης μπορεί πράγματι να έλυσε τον Γόρδιο Δεσμό του άρθρου 16.
Αλλά κάποιος έπρεπε μετά να φροντίσει να δεθεί σωστά και ο διοικητικός φάκελος.



