Υπάρχουν κυβερνητικές αποφάσεις που πράγματι διορθώνουν μια αδικία και πρέπει να αναγνωρίζονται.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η λέξη «αποκατάσταση» χρησιμοποιείται τόσο γενναιόδωρα, ώστε κινδυνεύει να κρύψει τι ακριβώς συνέβη πριν από αυτήν.
Η υπόθεση των συντάξεων χηρείας είναι χαρακτηριστική.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι βάζει τέλος σε μια «δεκαετή κοινωνική αδικία». Και πράγματι, με το άρθρο 91 του Ν. 5322/2026 καταργείται πλέον η περικοπή που εφαρμοζόταν μετά την τριετία σε δικαιούχους σύνταξης λόγω θανάτου. Το ίδιο το Υπουργείο Εργασίας αναφέρει ότι περίπου 8.500 άνθρωποι που είχαν δει τη σύνταξή τους να πέφτει από το 70% στο 35% θα την ξαναδούν στο 70%.
Μέχρι εδώ, λοιπόν:
σωστή απόφαση.
Μόνο που υπάρχει ένας τεράστιος αστερίσκος.
Τα χρήματα που έχασαν όλα αυτά τα χρόνια δεν επιστρέφονται.
Και κάπου εκεί η «πλήρης αποκατάσταση» παύει να είναι και τόσο πλήρης.
Από αύριο διορθώνουμε την αδικία. Για το χθες… ξεχάστε το
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένας δικαιούχος έπρεπε να λαμβάνει σύνταξη χηρείας 900 ευρώ.
Με την περικοπή έπεσε στα 450 ευρώ.
Τώρα η σύνταξη επιστρέφει στα 900 ευρώ.
Πολύ σωστά.
Εάν όμως αυτός ο άνθρωπος έχανε 450 ευρώ κάθε μήνα επί έξι χρόνια, η συνολική ονομαστική απώλεια φτάνει:
450 × 72 μήνες = 32.400 ευρώ.
Και αυτά τα χρήματα;
Δεν επιστρέφονται.
Η νέα ρύθμιση αποκαθιστά τη σύνταξη για το μέλλον, αλλά δεν αποκαθιστά τις οικονομικές απώλειες του παρελθόντος για εκείνους στους οποίους είχε πράγματι εφαρμοστεί η περικοπή.
Άρα ας χρησιμοποιούμε τις λέξεις με ακρίβεια.
Άλλο αποκαθιστώ τη σύνταξη από εδώ και πέρα και άλλο αποκαθιστώ τον συνταξιούχο για όσα έχασε.
Το πρώτο γίνεται.
Το δεύτερο όχι.
Και εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη σοβαρότερο.
Η περικοπή δεν εφαρμόστηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ασφαλισμένους.
Στον ιδιωτικό τομέα δεκάδες χιλιάδες συνταξιούχοι συνέχισαν να εισπράττουν τις συντάξεις τους χωρίς να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη περικοπή.
Τώρα η κυβέρνηση λέει —και σωστά— ότι δεν θα τους ζητήσει πίσω τα χρήματα.
Το Υπουργείο Εργασίας μιλά για περισσότερους από 75.000 δικαιούχους στους οποίους δεν είχαν εφαρμοστεί οι περικοπές και από τους οποίους το Δημόσιο παραιτείται από την αναζήτηση αναδρομικών ποσών.
Προσέξτε όμως τι έχει συμβεί.
Υπάρχει η μία ομάδα:
Δεν της εφαρμόστηκε η περικοπή και τώρα το κράτος λέει ότι δεν θα ζητήσει πίσω τα χρήματα.
Και υπάρχει η άλλη:
Της εφαρμόστηκε η περικοπή, έχασε πραγματικά χρήματα επί χρόνια και τώρα το κράτος λέει ότι δεν θα της επιστρέψει αυτά που έχασε.
Αυτό είναι το πολιτικά δύσκολο σημείο της υπόθεσης.
Και δεν το λέει μόνο η αντιπολίτευση.
Το καμπανάκι από το Ελεγκτικό Συνέδριο
Υπάρχει μάλιστα πολύ σοβαρότερη διάσταση.
Σύμφωνα με τη δημοσιοποιημένη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 17ης Ιουλίου 2026, εξαιτίας του μη ενιαίου τρόπου εφαρμογής της περικοπής, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δικαστική διεκδίκηση αναδρομικών από εκείνους που υπέστησαν πραγματικά τη μείωση από το 70% στο 35%.
Αυτό αλλάζει εντελώς την εικόνα.
Διότι δεν έχουμε απλώς μια «τεχνική εκκρεμότητα».
Έχουμε ανθρώπους που υπάγονταν στον ίδιο βασικό κανόνα αλλά στην πράξη αντιμετωπίστηκαν διαφορετικά.
Και τώρα το κράτος επιχειρεί να κλείσει το θέμα για το μέλλον χωρίς να εξισώσει οικονομικά όσα συνέβησαν στο παρελθόν.
Και το πιο εντυπωσιακό; Η ίδια η κυβέρνηση την αποκαλεί «κοινωνική αδικία»
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση.
Η επίσημη ανακοίνωση του Υπουργείου Εργασίας έχει τίτλο:
«Βάζουμε τέλος σε μία δεκαετή κοινωνική αδικία».
Ωραία.
Εφόσον λοιπόν το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει πολιτικά ότι υπήρχε κοινωνική αδικία, γεννάται ένα απολύτως εύλογο ερώτημα:
Τι γίνεται με εκείνους που πλήρωσαν αυτή την αδικία από την τσέπη τους;
Δεν μιλάμε για θεωρητική ζημία.
Μιλάμε για πραγματικά ευρώ.
Για ανθρώπους που κάθε μήνα έβλεπαν μικρότερο ποσό στον τραπεζικό τους λογαριασμό.
Και μάλιστα σε μια εξαιρετικά ευάλωτη στιγμή της ζωής τους: μετά την απώλεια του συζύγου τους.
Το πρόβλημα ξεκίνησε από τον νόμο Κατρούγκαλου – αλλά η κυβέρνηση είχε επτά χρόνια
Εδώ χρειάζεται επίσης δικαιοσύνη στην κριτική.
Η συγκεκριμένη περικοπή δεν θεσπίστηκε από τη σημερινή κυβέρνηση.
Προέρχεται από τον Ν. 4387/2016, τον γνωστό νόμο Κατρούγκαλου.
Αυτό πρέπει να λέγεται καθαρά.
Αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης κυβερνά από τον Ιούλιο του 2019.
Και βρισκόμαστε στον Αύγουστο του 2026.
Επτά χρόνια.
Άρα η κυβέρνηση δικαιούται να λέει:
«Εμείς καταργήσαμε την περικοπή».
Δεν μπορεί όμως να συμπεριφέρεται σαν να ανακάλυψε το πρόβλημα χθες.
Επί χρόνια υπήρχε ένα καθεστώς στο οποίο άλλοι συνταξιούχοι υφίσταντο την περικοπή και άλλοι όχι.
Η ίδια η σημερινή κυβέρνηση τελικά αποφάσισε ότι το σύστημα πρέπει να αλλάξει.
Το ερώτημα είναι:
Γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια;
Δεν τους «χαρίζει» το 70%
Και υπάρχει και ένα ζήτημα πολιτικής γλώσσας.
Όταν κάποιος ακούει:
«8.500 συνταξιούχοι θα δουν τη σύνταξή τους να διπλασιάζεται»
δημιουργείται εύκολα η εντύπωση μιας τεράστιας νέας παροχής.
Αριθμητικά είναι πράγματι διπλασιασμός: από το 35% στο 70%.
Πολιτικά όμως πρέπει να θυμόμαστε τι συμβαίνει:
Δεν δημιουργείται κάποιο καινούργιο επίδομα.
Καταργείται μια περικοπή.
Η κυβέρνηση δεν αποφάσισε ξαφνικά να δώσει σε αυτούς τους ανθρώπους 70%.
Αποφάσισε να σταματήσει να τους δίνει 35%.
Η διαφορά είναι τεράστια.
Η σωστή απόφαση δεν σβήνει το παρελθόν
Να το επαναλάβουμε:
Η κατάργηση της περικοπής είναι σωστή.
Η προστασία των περίπου 75.000 ανθρώπων από αναδρομικούς καταλογισμούς είναι επίσης σωστή.
Η διατήρηση της αυτοτέλειας ασφαλιστικών δικαιωμάτων είναι επίσης σημαντική αλλαγή. Αυτά αποτελούν πραγματικές βελτιώσεις του συστήματος και αποτυπώνονται πλέον στον Ν. 5322/2026.
Αλλά μια κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά πολιτικά εύσημα μόνο για το τελευταίο κεφάλαιο μιας ιστορίας και να κλείνει το βιβλίο πριν διαβαστούν τα προηγούμενα.
Γιατί για περίπου 8.500 ανθρώπους το ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Πόσα θα πάρω τον επόμενο μήνα;»
Είναι και:
«Τι έγινε με όσα δεν πήρα τα προηγούμενα χρόνια;»
Η πραγματική «πλήρης αποκατάσταση» θα ήταν άλλη
Πλήρης αποκατάσταση θα σήμαινε να εξεταστεί και η οικονομική ζημία εκείνων που υπέστησαν την περικοπή.
Η κυβέρνηση επέλεξε διαφορετικά.
Και αυτή είναι πολιτική επιλογή.
Απολύτως θεμιτό να εξηγήσει ότι το δημοσιονομικό κόστος των αναδρομικών είναι μεγάλο.
Απολύτως θεμιτό να παρουσιάσει τους περιορισμούς.
Αλλά τότε ας ειπωθεί ακριβώς αυτό:
«Αποκαθιστούμε τις συντάξεις από εδώ και πέρα, αλλά δεν αποκαθιστούμε τις απώλειες του παρελθόντος».
Αυτό είναι ακριβέστερο από το πανηγυρικό αφήγημα περί ολοκληρωτικής επίλυσης μιας κοινωνικής αδικίας.
Γιατί διαφορετικά προκύπτει ένα παράδοξο:
Σε εκείνους που δεν πλήρωσαν την περικοπή, το κράτος λέει “κρατήστε τα χρήματα”.
Σε εκείνους που την πλήρωσαν κανονικά, λέει “από εδώ και πέρα δεν θα την πληρώνετε”.
Και για όσα χάθηκαν ενδιάμεσα;
Μηδέν.
Η σύνταξη λοιπόν αποκαθίσταται.
Ο λογαριασμός του παρελθόντος, όχι.
Και όσο αυτός ο λογαριασμός παραμένει κλειστός, η λέξη «πλήρης αποκατάσταση» χρειάζεται τουλάχιστον έναν πολύ μεγάλο αστερίσκο.



