Επτά χρόνια «στήριξης της οικογένειας» – και η Ελλάδα κάνει όλο και λιγότερα παιδιά

Αν διαβάσει κανείς μόνο την κυβερνητική απαρίθμηση, μπορεί να πιστέψει ότι στην Ελλάδα συντελείται μια μικρή οικογενειακή επανάσταση.

Επίδομα γέννησης.

Επίδομα μητρότητας.

Φοροελαφρύνσεις.

Vouchers.

Νταντάδες της Γειτονιάς.

Γονικές άδειες.

Σπίτι μου.

Και τώρα ο περίφημος «κουμπαράς».

Το συμπέρασμα έρχεται έτοιμο:

«Ένα συνεκτικό σχέδιο που ξεδιπλώνεται από το 2019 και έχει στο επίκεντρο την ελληνική οικογένεια».

Ωραία.

Υπάρχει μόνο ένα μικρό πρόβλημα.

Αν αυτό είναι πράγματι ένα επταετές συνεκτικό σχέδιο αντιμετώπισης του δημογραφικού, πού ακριβώς είναι το αποτέλεσμα;

Γιατί το δημογραφικό δεν μετριέται σε δελτία Τύπου.

Μετριέται σε παιδιά.

Και οι γεννήσεις εξακολουθούν να κινούνται σε δραματικά χαμηλά επίπεδα. Ακόμη και σε πρόσφατη παρουσίαση των οικογενειακών μέτρων επισημαινόταν ότι οι γεννήσεις αναμένονταν να υποχωρήσουν κάτω από τις 68.000.

Άρα πριν βαφτίσουμε μια σειρά παρεμβάσεων «χειροπιαστό αποτέλεσμα», ίσως πρέπει να κάνουμε την ενοχλητική ερώτηση:

Χειροπιαστό αποτέλεσμα σε τι;

Ο «κουμπαράς» είναι ενδιαφέρον μέτρο. Δεν είναι όμως κοινωνική επανάσταση

Ας αρχίσουμε από το καινούργιο.

Ο «κουμπαράς» προβλέπει επενδυτικό λογαριασμό για παιδιά έως δύο ετών, στον οποίο το κράτος αντιστοιχίζει την κατάθεση των γονέων μέχρι τα 1.200 ευρώ ετησίως.

Είναι καλή ιδέα;

Ναι.

Για μια οικογένεια που μπορεί να αποταμιεύει, είναι εξαιρετικά ελκυστική.

Αλλά ακριβώς εδώ βρίσκεται αυτό που εξαφανίζεται από την πανηγυρική παρουσίαση:

Για να σου δώσει το κράτος 1.200 ευρώ, πρέπει πρώτα να διαθέτεις εσύ 1.200 ευρώ.

Και μάλιστα όχι για το σούπερ μάρκετ.

Όχι για το ενοίκιο.

Όχι για το ρεύμα.

Όχι για τον παιδικό σταθμό.

Αλλά για χρήματα που θα δεσμεύσεις για το μέλλον του παιδιού.

Άρα το μέτρο έχει εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη χρησιμότητα για την οικογένεια που διαθέτει αποταμιευτική ικανότητα.

Αυτό δεν το κάνει κακό μέτρο.

Το κάνει όμως κάτι πολύ διαφορετικό από ένα καθολικό μέτρο αντιμετώπισης του κόστους ανατροφής ενός παιδιού.

Η οικογένεια που στο τέλος του μήνα δεν έχει περισσευούμενα 100 ευρώ δεν είναι λιγότερο υπεύθυνη.

Απλώς δεν έχει τα 100 ευρώ.

Και αυτή ακριβώς είναι η οικογένεια που πιθανότατα χρειάζεται περισσότερο την κρατική υποστήριξη.

Το «αφορολόγητο 1.000 ευρώ ανά παιδί» επίσης θέλει αστερίσκο

Εδώ η κυβερνητική επικοινωνία κάνει κάτι πολύ συνηθισμένο.

Παίρνει έναν εύληπτο αριθμό και τον παρουσιάζει σαν να εφαρμόζεται οριζόντια.

«1.000 ευρώ περισσότερο αφορολόγητο για κάθε παιδί».

Ακούγεται εξαιρετικά καθαρό.

Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.

Ακόμη και εκπρόσωποι των πολυτέκνων είχαν επισημάνει ότι το πραγματικό όφελος διαφοροποιείται ανάλογα με το εισόδημα και ότι υπάρχουν περιορισμοί και «κόφτες».

Άρα δεν παίρνει κάθε οικογένεια ένα χιλιάρικο.

Δεν της κατατίθενται 1.000 ευρώ.

Ούτε μειώνεται κατά 1.000 ευρώ ο φόρος της.

Πρόκειται για μεταβολή της φορολογικής μεταχείρισης που οδηγεί σε συγκεκριμένη μείωση φόρου, ανάλογα με την περίπτωση.

Λεπτομέρεια;

Όχι.

Η διαφορά μεταξύ φορολογητέας βάσης και πραγματικού χρήματος στην τσέπη είναι ολόκληρη η ουσία.

Τα 150 ευρώ ήταν έκτακτο βοήθημα

Στην ίδια λίστα εμφανίζεται:

«Μέσα στο καλοκαίρι δόθηκε η έκτακτη ενίσχυση 150 ευρώ ανά παιδί».

Σωστό.

Καταβλήθηκε έκτακτη ενίσχυση 150 ευρώ ανά εξαρτώμενο τέκνο και το υπουργείο ανακοίνωσε ότι αφορούσε 950.000 οικογένειες.

Αλλά η ίδια η λέξη που χρησιμοποιείται το αποκαλύπτει:

έκτακτη.

Ένα έκτακτο 150άρι μπορεί να είναι ευπρόσδεκτο.

Δεν αποτελεί όμως από μόνο του δομική οικογενειακή πολιτική.

Γιατί ένα παιδί δεν κοστίζει έκτακτα.

Κοστίζει κάθε μήνα.

Για χρόνια.

«Νταντάδες της Γειτονιάς»: από τον σχεδιασμό στην πραγματικότητα υπάρχει απόσταση

Και εδώ είναι ίσως χαρακτηριστικό το πρόβλημα ολόκληρης της ανάρτησης.

Το πρόγραμμα πράγματι υπάρχει.

Μόνο που στις 30 Ιουνίου το ίδιο το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας μιλούσε για τα πρώτα 400 συμφωνητικά στις «Νταντάδες της Γειτονιάς».

Τετρακόσια.

Σε μια ολόκληρη χώρα.

Άρα ναι:

σχεδιάστηκε.

Ναι:

υλοποιείται.

Αλλά από αυτό μέχρι να παρουσιάζεται ως ένα από τα μεγάλα αποδεικτικά στοιχεία μιας επταετούς επιτυχημένης οικογενειακής πολιτικής υπάρχει κάποια απόσταση.

Η δημόσια πολιτική δεν αξιολογείται από το αν δημιουργήσαμε ένα πρόγραμμα.

Αξιολογείται από το πόσους ανθρώπους εξυπηρέτησε και τι άλλαξε στη ζωή τους.

Και φτάνουμε στο «Σπίτι μου»

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη επικοινωνιακή ταχυδακτυλουργία.

Το «Σπίτι μου» παρουσιάζεται ως πολιτική στήριξης της οικογένειας.

Ασφαλώς και βοηθά όσους καταφέρνουν να ενταχθούν.

Το νέο «Σπίτι μου 3» ανακοινώθηκε με χρηματοδότηση 2 δισ. ευρώ και κυβερνητικό στόχο δεκάδων χιλιάδων νέων αγορών πρώτης κατοικίας.

Αλλά υπάρχει κάτι που πρέπει να ειπωθεί:

στεγαστικό δάνειο δεν σημαίνει κοινωνική κατοικία.

Για να πάρεις δάνειο πρέπει να διαθέτεις εισόδημα.

Να περάσεις τραπεζικό έλεγχο.

Να μπορείς να εξυπηρετήσεις τη δόση.

Και φυσικά να βρεις ακίνητο.

Το ίδιο το Βήμα σημειώνει ότι το πρόγραμμα ευνοεί όσους έχουν το απαιτούμενο εισόδημα και μπορούν να εγκριθούν από τις τράπεζες, ενώ για τους ενοικιαστές δεν ανακοινώθηκε νέα πρόσθετη ενίσχυση πέρα από την ήδη θεσπισμένη επιστροφή ενοικίου.

Και εδώ βρίσκεται ο ελέφαντας στο δωμάτιο.

Για πολλά νέα ζευγάρια το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι δεν τους προσφέρεται ένα φθηνότερο στεγαστικό.

Είναι ότι δεν μπορούν καν να συγκεντρώσουν τις οικονομικές προϋποθέσεις για να μπουν στην αγορά κατοικίας.

Η οικογένεια δεν αποφασίζει να κάνει δεύτερο παιδί επειδή πήρε επίδομα γέννησης

Αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα της επιχειρηματολογίας.

Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα ισχυριστεί ότι το επίδομα γέννησης είναι άχρηστο.

Το αντίθετο.

Το επίδομα θεσπίστηκε το 2020 στα 2.000 ευρώ και στη συνέχεια αυξήθηκε ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών.

Αλλά το παιδί δεν μεγαλώνει μέχρι να εξαντληθούν τα 2.000 ή τα 3.000 ευρώ.

Η πραγματική απόφαση ενός νέου ζευγαριού περνάει από πολύ πιο δύσκολες ερωτήσεις:

Έχουμε σταθερές δουλειές;

Μπορούμε να πληρώνουμε σπίτι;

Υπάρχει παιδικός σταθμός;

Μπορούμε να μεγαλώσουμε δεύτερο παιδί χωρίς να καταρρεύσει ο οικογενειακός προϋπολογισμός;

Μπορεί η μητέρα να κάνει παιδί χωρίς να τιμωρηθεί επαγγελματικά;

Υπάρχουν παππούδες κοντά ή πρέπει να πληρώνουμε φύλαξη;

Μπορούμε να σχεδιάσουμε τη ζωή μας για τα επόμενα δέκα χρόνια;

Αυτά είναι δημογραφική πολιτική.

Όχι μόνο το επίδομα τη στιγμή της γέννησης.

Επτά χρόνια μετά, δεν αρκεί πια η λίστα

Και εδώ φτάνουμε στην ουσία.

Το 2019 μια κυβέρνηση δικαιούται να πει:

«Αυτό είναι το σχέδιό μας».

Το 2020 μπορεί να πει:

«Ξεκινήσαμε».

Το 2022:

«Τα μέτρα χρειάζονται χρόνο».

Το 2026 όμως, όταν η ίδια κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία επτά χρόνια, δεν μπορεί να αξιολογεί την πολιτική της μόνο απαριθμώντας όσα νομοθέτησε.

Τώρα υπάρχει αρκετός χρόνος ώστε να ρωτήσουμε:

Τι πέτυχαν;

Αυξήθηκαν οι γεννήσεις;

Έγινε ευκολότερο για ένα νέο ζευγάρι να αποκτήσει παιδί;

Μειώθηκε ουσιαστικά το στεγαστικό βάρος;

Μπορούν περισσότεροι νέοι να φύγουν από το πατρικό σπίτι;

Έγινε οικονομικά ευκολότερο το δεύτερο και το τρίτο παιδί;

Γιατί διαφορετικά συμβαίνει κάτι παράδοξο:

όσο μεγαλώνει ο κατάλογος των κυβερνητικών μέτρων, τόσο μικραίνει ο αριθμός των παιδιών που γεννιούνται.

Και αυτό δεν μπορεί να παρακαμφθεί με περισσότερα ✔️ σε μια ανάρτηση.

Καλό μέτρο δεν σημαίνει επιτυχημένη πολιτική

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο λάθος του κειμένου.

Συγχέει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Το:

«Η κυβέρνηση πήρε αρκετά θετικά μέτρα για τις οικογένειες»

με το:

«Η κυβέρνηση έχει πετυχημένη δημογραφική και οικογενειακή πολιτική».

Το πρώτο μπορεί κάλλιστα να είναι αληθές.

Το δεύτερο χρειάζεται αποτελέσματα.

Και όταν μετά από επτά χρόνια το δημογραφικό παραμένει μία από τις μεγαλύτερες υπαρξιακές απειλές της χώρας, το να παρουσιάζεις μια λίστα επιδομάτων, φοροαπαλλαγών και προγραμμάτων ως απόδειξη επιτυχίας μοιάζει λίγο με γιατρό που απαριθμεί πόσα φάρμακα έγραψε χωρίς να κοιτάζει αν ο ασθενής έγινε καλύτερα.

Ο «κουμπαράς» λοιπόν;

Ναι, είναι μια έξυπνη ιδέα για όσους μπορούν να τον γεμίσουν.

Το επίδομα γέννησης;

Χρήσιμο.

Οι φοροελαφρύνσεις;

Θετικές για όσους ωφελούνται.

Οι γονικές άδειες;

Απαραίτητες.

Τα στεγαστικά προγράμματα;

Χρήσιμα για όσους μπορούν να ενταχθούν.

Αλλά όλα μαζί δεν αποκτούν αυτομάτως τον τίτλο:

«Λύσαμε το πρόβλημα της ελληνικής οικογένειας».

Γιατί υπάρχει ένας δείκτης που δεν εντυπωσιάζεται από αναρτήσεις, εξαγγελίες και κυβερνητικά ✔️.

Οι γεννήσεις.

Και αυτός ο δείκτης εξακολουθεί να φωνάζει ότι κάτι πολύ βαθύτερο δεν λειτουργεί.

Η κυβέρνηση δικαιούται να πιστώνεται κάθε θετικό μέτρο που πραγματικά έκανε.

Αλλά μετά από επτά χρόνια εξουσίας δικαιούται και η κοινωνία να ζητήσει κάτι περισσότερο από μια λίστα:

τον λογαριασμό του αποτελέσματος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ