Υπάρχει μια φράση στη σημερινή κυριακάτικη ανασκόπηση του Κυριάκου Μητσοτάκη που αξίζει πολύ περισσότερη προσοχή από όση ίσως φαίνεται με την πρώτη ανάγνωση.
Μιλώντας για το Ταμείο Ανάκαμψης και το «Ελλάδα 2.0», ο Πρωθυπουργός δηλώνει ότι επρόκειτο για μια «πραγματική ευκαιρία» την οποία η χώρα «αξιοποίησε στο έπακρο».
Και για να ενισχύσει αυτή την εικόνα, παραθέτει εντυπωσιακούς αριθμούς: το αρχικό σχέδιο, αναφέρει, προέβλεπε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 7 μονάδες, 180.000 περισσότερες θέσεις εργασίας και αύξηση των επενδύσεων κατά 20%. Στη συνέχεια υποστηρίζει ότι τα «τελικά αποτελέσματα» ήταν πολύ υψηλότερα: 11 μονάδες αύξηση του ΑΕΠ, 550.000 νέες θέσεις εργασίας και αύξηση των επενδύσεων κατά 60%.
Εντυπωσιακό.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα:
Οι αριθμοί της συνολικής ελληνικής οικονομίας δεν μπορούν αυτομάτως να βαφτίζονται αποτελέσματα του Ταμείου Ανάκαμψης.
Και υπάρχει κι ένα δεύτερο.
Την ώρα που ο Πρωθυπουργός μιλά ήδη για «τελικά αποτελέσματα», η διαδικασία του ίδιου του Ταμείου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί διοικητικά και χρηματοδοτικά.
Άρα ίσως είναι λίγο νωρίς για τον τελικό γύρο του θριάμβου.
Άλλο «η οικονομία μεγάλωσε» και άλλο «τόσο την μεγάλωσε το Ταμείο»
Εδώ βρίσκεται η βασικότερη ένσταση στην πρωθυπουργική παρουσίαση.
Όταν σχεδιάστηκε το «Ελλάδα 2.0», υπήρχαν εκτιμήσεις για τη μακροοικονομική επίδραση που θα μπορούσε να έχει το πρόγραμμα.
Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό.
Όμως άλλο πράγμα είναι η εκτιμώμενη αιτιώδης επίδραση ενός συγκεκριμένου προγράμματος και άλλο η συνολική μεταβολή μιας οικονομίας σε διάστημα πέντε ετών.
Στο διάστημα αυτό η ελληνική οικονομία επηρεάστηκε από δεκάδες παράγοντες:
την ανάκαμψη μετά την πανδημία, την πορεία του τουρισμού, τις εξαγωγές, την ιδιωτική κατανάλωση, τις δημόσιες επενδύσεις εκτός Ταμείου Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ, την πιστωτική επέκταση, τις άμεσες ξένες επενδύσεις, τις δημοσιονομικές πολιτικές, αλλά και τις γενικότερες ευρωπαϊκές και διεθνείς οικονομικές συνθήκες.
Επομένως, όταν ακούμε:
«περιμέναμε 180.000 θέσεις εργασίας και τελικά έγιναν 550.000»
πρέπει να κάνουμε την αυτονόητη ερώτηση:
Οι 550.000 θέσεις εργασίας αποδίδονται επιστημονικά στο Ταμείο Ανάκαμψης ή είναι η συνολική αύξηση της απασχόλησης στην ελληνική οικονομία κατά την εξεταζόμενη περίοδο;
Γιατί πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Το ίδιο ισχύει για το ΑΕΠ.
Το ίδιο και για τις επενδύσεις.
Η σύγκριση ενός αρχικού μοντέλου που υπολογίζει την πρόσθετη επίδραση ενός προγράμματος με τη συνολική πραγματική εξέλιξη ολόκληρης της οικονομίας δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι το πρόγραμμα ξεπέρασε τις προβλέψεις του.
Για να αποδειχθεί κάτι τέτοιο απαιτείται αποτίμηση της καθαρής επίδρασης του Ταμείου.
Όχι απλή παράθεση δύο αριθμών.
Και πόσο «τελικά» είναι τα τελικά αποτελέσματα;
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Ο Πρωθυπουργός αναφέρει ότι με το τέλος Αυγούστου «κλείνει ένας σημαντικός ευρωπαϊκός κύκλος» και μιλά ήδη για τα «τελικά αποτελέσματα» του προγράμματος.
Πράγματι, η 31η Αυγούστου 2026 είναι η καταληκτική ημερομηνία για την ολοκλήρωση των οροσήμων και στόχων του RRF.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στις 31 Αυγούστου έχει ολοκληρωθεί και ο τελικός ευρωπαϊκός έλεγχος.
Οι ίδιες οι κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπουν υποβολή των τελικών αιτημάτων πληρωμής έως τις 30 Σεπτεμβρίου, αξιολόγησή τους στη συνέχεια και τελικές πληρωμές έως το τέλος του 2026.
Άρα:
31 Αυγούστου κλείνει η προθεσμία υλοποίησης. Δεν έχει ακόμη κλείσει ο τελικός λογαριασμός.
Και αυτή δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι η στιγμή κατά την οποία θα κριθεί ποια ορόσημα και ποιοι στόχοι εκπληρώθηκαν πραγματικά.
Μόλις τρεις ημέρες πριν εγκρίθηκε νέα αναθεώρηση
Υπάρχει μάλιστα ένα ακόμη στοιχείο που κάνει τον πανηγυρικό τόνο ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Στις 27 Αυγούστου 2026, μόλις τρεις ημέρες πριν από τη σημερινή ανασκόπηση του Πρωθυπουργού, ανακοινώθηκε η έγκριση από το ECOFIN μιας ακόμη αναθεώρησης του ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης.
Το ίδιο το επίσημο «Ελλάδα 2.0» αναφέρει ότι το ελληνικό σχέδιο έχει αναθεωρηθεί επανειλημμένα, με σειρά Εκτελεστικών Αποφάσεων του Συμβουλίου, με τελευταία την 12235/26.
Οι αναθεωρήσεις αυτές δεν αποτελούν από μόνες τους αποτυχία. Είναι θεσμικά προβλεπόμενες και έγιναν και σε άλλα κράτη-μέλη.
Αλλά δημιουργούν ένα εύλογο ερώτημα:
Αν μέχρι τις τελευταίες ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας εξακολουθούμε να αναθεωρούμε το σχέδιο, μήπως είναι κάπως πρόωρο να μιλάμε ήδη για τον οριστικό απολογισμό του;
Η Ελλάδα πράγματι πήρε πολλά χρήματα – αυτό δεν αμφισβητείται
Για να είμαστε δίκαιοι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μηδενίσουμε το Ταμείο Ανάκαμψης.
Έγιναν έργα.
Έγιναν μεταρρυθμίσεις.
Εκταμιεύθηκαν δισεκατομμύρια.
Χρηματοδοτήθηκαν επενδύσεις.
Τον Απρίλιο του 2026, μετά την έβδομη πληρωμή, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ, δηλαδή το 68,5% της συνολικής κατανομής των 35,95 δισ. ευρώ, ενώ τότε είχε εκπληρωθεί το 53% των οροσήμων και στόχων του εθνικού σχεδίου.
Στη συνέχεια η διαδικασία προχώρησε περαιτέρω, ενώ η κυβέρνηση ανακοίνωσε τον Μάιο ότι το δανειακό σκέλος έφτασε σε 100% απορρόφηση.
Αυτά είναι πραγματικά δεδομένα.
Και πρέπει να αναγνωρίζονται.
Όμως άλλο πράγμα:
«η χώρα άντλησε και αξιοποίησε τεράστιους ευρωπαϊκούς πόρους»
και άλλο:
«κάθε θετική μεταβολή στην ελληνική οικονομία είναι αποτέλεσμα του Ταμείου».
Το πρώτο μπορεί να τεκμηριωθεί.
Το δεύτερο χρειάζεται πολύ περισσότερη απόδειξη.
Και τι γίνεται με τα έργα που δεν χώρεσαν τελικά στο Ταμείο;
Υπάρχει επίσης μια πλευρά της ιστορίας που δεν χωρά εύκολα σε έναν πανηγυρικό απολογισμό.
Η 31η Αυγούστου δεν είναι μια συμβολική ημερομηνία.
Η ίδια η κυβέρνηση έχει χαρακτηρίσει τις προθεσμίες του Ταμείου «απολύτως ανελαστικές» λόγω του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου.
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που κατά την τελική φάση χρειάστηκαν αναθεωρήσεις, προσαρμογές και σε ορισμένες περιπτώσεις αναζήτηση διαφορετικής χρηματοδοτικής συνέχειας για έργα που δεν μπορούσαν να ολοκληρωθούν μέσα στο πλαίσιο του RRF.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί στον τελικό απολογισμό:
Ποια έργα ολοκληρώθηκαν;
Ποια μεταφέρθηκαν;
Ποια άλλαξαν;
Ποια ορόσημα τροποποιήθηκαν;
Ποια έργα χρειάστηκε να αναζητήσουν χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ ή άλλους εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους;
Και τελικά:
Πόσο από το αρχικό «Ελλάδα 2.0» υλοποιήθηκε όπως ακριβώς είχε σχεδιαστεί το 2021;
Αυτός είναι ο πραγματικός απολογισμός.
Όχι μόνο πόσα χρήματα μπήκαν στο σύστημα.
Το Ταμείο δεν είναι μόνο ποσοστό απορρόφησης
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη συζήτηση που πρέπει να γίνει τώρα που ολοκληρώνεται ο κύκλος.
Η επιτυχία ενός προγράμματος 35,95 δισ. ευρώ, με 100 επενδύσεις και 76 μεταρρυθμίσεις στην τρέχουσα εκδοχή του, δεν μπορεί να κριθεί αποκλειστικά από το αν απορροφήθηκαν τα χρήματα.
Πρέπει να κριθεί από το τι άφησαν πίσω τους.
Πόσο αυξήθηκε μόνιμα η παραγωγικότητα;
Πόσες επενδύσεις θα υπήρχαν χωρίς τα επιδοτούμενα δάνεια και πόσες δημιουργήθηκαν πραγματικά εξαιτίας τους;
Πόσο άλλαξε η παραγωγική βάση;
Πόσο ενισχύθηκαν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις;
Πόσο βελτιώθηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες;
Πόσο καλύτερη έγινε η καθημερινότητα;
Και κυρίως:
Τι θα εξακολουθεί να παράγει αποτέλεσμα το 2030, όταν το Ταμείο Ανάκαμψης θα αποτελεί πλέον παρελθόν;
Αυτή είναι η πραγματική έννοια της «αξιοποίησης στο έπακρο».
Και μετά το Ταμείο; Έρχεται το επόμενο ευρωπαϊκό πακέτο
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης περνά αμέσως μετά στο Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, παρουσιάζοντας ένα νέο πακέτο 5,3 δισ. ευρώ έως το 2032, με 25 παρεμβάσεις που, σύμφωνα με την κυβερνητική παρουσίαση, αφορούν περίπου 1,5 εκατομμύριο νοικοκυριά και 70.000 πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Και εδώ χρειάζεται η ίδια διάκριση.
Άλλο εγκεκριμένα χρήματα.
Άλλο προγραμματισμένες δράσεις.
Άλλο πραγματικά αποτελέσματα στις ζωές των πολιτών.
Το μάθημα από το Ταμείο Ανάκαμψης θα έπρεπε να είναι ακριβώς αυτό:
να μην πανηγυρίζουμε όταν ανακοινώνεται ένα χρηματοδοτικό πακέτο.
Να αξιολογούμε όταν ολοκληρώνεται.
Το «αξιοποιήσαμε στο έπακρο» πρέπει τώρα να αποδειχθεί
Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν αναμφισβήτητα μια ιστορική χρηματοδοτική ευκαιρία για την Ελλάδα.
Και κανείς σοβαρός δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν άφησε έργα, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις.
Αλλά ακριβώς επειδή ήταν τόσο μεγάλη ευκαιρία, ο απολογισμός του πρέπει να είναι αυστηρότερος και όχι ευκολότερος.
Δεν αρκεί να πάρουμε τη συνολική αύξηση του ΑΕΠ και να τη βάλουμε στη στήλη «Ελλάδα 2.0».
Δεν αρκεί να πάρουμε τη συνολική αύξηση της απασχόλησης και να τη συγκρίνουμε με την αρχική εκτίμηση των θέσεων εργασίας που θα δημιουργούσε το πρόγραμμα.
Δεν αρκεί να παρουσιάσουμε τη συνολική άνοδο των επενδύσεων ως απόδειξη ότι το Ταμείο ξεπέρασε κατά τρεις φορές τον αρχικό του στόχο.
Και κυρίως:
δεν γίνεται να μιλάμε για οριστικά «τελικά αποτελέσματα» πριν ολοκληρωθεί η τελική ευρωπαϊκή αξιολόγηση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπιστεί το κυβερνητικό έργο και να παρουσιάσει όσα θεωρεί επιτυχίες του «Ελλάδα 2.0».
Αλλά τώρα που τελειώνει η περίοδος υλοποίησης, χρειάζεται κάτι περισσότερο από έναν κυβερνητικό απολογισμό επιτυχιών.
Χρειάζεται λογαριασμός.
Τι σχεδιάστηκε το 2021.
Τι άλλαξε στην πορεία.
Τι ολοκληρώθηκε.
Τι δεν πρόλαβε.
Τι μεταφέρθηκε σε άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Πόσα χρήματα εκταμιεύθηκαν τελικά.
Και, πάνω απ’ όλα, ποια ήταν η πραγματική καθαρή επίδραση του Ταμείου στην ελληνική οικονομία και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Τότε θα μπορούμε να πούμε αν πράγματι το «Ελλάδα 2.0» αξιοποιήθηκε «στο έπακρο».



