Η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης δεν νομιμοποιεί αυτομάτως τις τουρκικές διεκδικήσεις. Δεν εξαφανίζει, όμως, και τη διπλωματική σημασία της εξέλιξης. Όσοι επιχειρούν να παρουσιάσουν κάθε ερώτημα προς την ελληνική κυβέρνηση ως υπονόμευση των εθνικών συμφερόντων συγχέουν δύο διαφορετικά ζητήματα: την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας και τον έλεγχο της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής.
Η εύκολη καταγγελία των «πολεμοκάπηλων»
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αντίληψη για την εξωτερική πολιτική διατυπώνεται με αφορμή την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης.
Σύμφωνα με αυτήν, όσοι ασκούν κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς είναι περίπου «πολεμοκάπηλοι», ενεργούν με μικροκομματικά κίνητρα και προπαγανδίζουν εναντίον των συμφερόντων της χώρας.
Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που απαιτεί πολύ σοβαρότερη τεκμηρίωση από την απλή επίκληση του πατριωτισμού.
Διότι άλλο πράγμα είναι να υπερασπίζεται κάποιος τις ελληνικές θέσεις απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και άλλο να θεωρεί ότι η κυβέρνηση πρέπει να βρίσκεται στο απυρόβλητο κάθε κριτικής.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι προσωπική ιδιοκτησία κανενός υπουργού και καμίας κυβέρνησης.
Ούτε τα εθνικά συμφέροντα ταυτίζονται υποχρεωτικά με την εκάστοτε κυβερνητική αφήγηση.
Μπορεί κάποιος να απορρίπτει κατηγορηματικά τις τουρκικές αξιώσεις και ταυτόχρονα να ζητά εξηγήσεις για την αποτελεσματικότητα της ελληνικής διπλωματίας.
Δεν υπάρχει καμία αντίφαση ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις.
Η ανατολική Λιβύη δεν είναι κράτος. Και λοιπόν;
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που προβάλλονται είναι ότι η ανατολική Λιβύη δεν αποτελεί ανεξάρτητο και διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος.
Σωστά.
Η Λιβύη παραμένει ενιαίο κράτος, παρά τον βαθύ πολιτικό και στρατιωτικό διχασμό της.
Η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση εδρεύει στην Τρίπολη, ενώ στην ανατολική πλευρά της χώρας κυριαρχούν διαφορετικοί πολιτικοί και στρατιωτικοί συσχετισμοί, με καθοριστική επιρροή του Χαλίφα Χάφταρ.
Αλλά από αυτή τη διαπίστωση δεν προκύπτει ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων είναι ένα ανύπαρκτο όργανο ή ότι οι αποφάσεις της στερούνται κάθε πολιτικής σημασίας.
Πρόκειται για θεσμό της λιβυκής πολιτικής διαδικασίας, του οποίου ο ρόλος και οι αρμοδιότητες αποτελούν μέρος της σύνθετης θεσμικής κρίσης της χώρας.
Η μη αναγνώριση μιας χωριστής κρατικής οντότητας δεν ταυτίζεται με την πλήρη ανυπαρξία των θεσμών που λειτουργούν στο εσωτερικό της.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Γιατί διαφορετικά θα καταλήγαμε στο παράδοξο να θεωρούμε τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης σημαντική όταν απορρίπτει το τουρκολιβυκό μνημόνιο και ασήμαντη όταν το εγκρίνει.
Η διπλωματική αξιολόγηση δεν μπορεί να αλλάζει ανάλογα με το αν μια απόφαση μάς εξυπηρετεί.
Το ερώτημα που δεν απαντά η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου
Το 2019 υπογράφηκε το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η ελληνική πλευρά το απέρριψε, υποστηρίζοντας ότι παραγνωρίζει τα θαλάσσια δικαιώματα των ελληνικών νησιών και παραβιάζει βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.
Αυτή παραμένει η επίσημη ελληνική θέση.
Όμως η νομική αμφισβήτηση της συμφωνίας δεν απαντά αυτομάτως σε κάθε διπλωματικό ερώτημα.
Γιατί η Τουρκία επιδίωκε επί χρόνια την κύρωσή της από τη λιβυκή Βουλή;
Γιατί η ανατολική Λιβύη, που προηγουμένως είχε αντιταχθεί στη συμφωνία, μεταβάλλει τώρα τη στάση της;
Ποιες πολιτικές και γεωπολιτικές μεταβολές μεσολάβησαν;
Και ποια είναι η στρατηγική της Αθήνας απέναντι σε αυτές;
Τα ερωτήματα αυτά δεν αμφισβητούν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Αφορούν την αποτελεσματικότητα των διπλωματικών χειρισμών.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης δήλωσε ότι η κύρωση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και ότι το μνημόνιο δεν πρόκειται να εφαρμοστεί.
Πρόκειται για σαφή κυβερνητική θέση.
Ωστόσο, η απουσία νόμιμων αποτελεσμάτων εις βάρος τρίτων κρατών δεν σημαίνει αναγκαστικά απουσία πολιτικών συνεπειών.
Μια συμφωνία μπορεί να μην είναι αντιτάξιμη στην Ελλάδα και ταυτόχρονα να αξιοποιείται από την Τουρκία για την ενίσχυση της διπλωματικής της παρουσίας.
Αυτή ακριβώς η δυνατότητα απαιτεί προσοχή.
Η μεταστροφή του Χάφταρ δεν είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια
Το κείμενο που υπερασπίζεται την κυβερνητική θέση περιγράφει αναλυτικά τις διεθνείς συμμαχίες του Χαλίφα Χάφταρ.
Αναφέρεται στη Ρωσία, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στην Αίγυπτο, εξηγώντας τους στρατηγικούς δεσμούς τους με την ανατολική Λιβύη.
Αυτή η ανάλυση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Αναδεικνύει ότι η ανατολική Λιβύη δεν αποτελεί έναν απομονωμένο παράγοντα χωρίς διεθνείς σχέσεις και επιρροή.
Αντιθέτως, βρίσκεται στο επίκεντρο ενός σύνθετου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Επομένως, όταν μεταβάλλει τη στάση της απέναντι στην Τουρκία, η εξέλιξη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αδιάφορη.
Δεν χρειάζεται να χαρακτηρίσει κανείς αυτή τη μεταβολή «εθνική ήττα» για να αναγνωρίσει τη σημασία της.
Ούτε είναι αναγκαίο να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα έχασε κάποιο κυριαρχικό δικαίωμα.
Αρκεί να διαπιστώσει ότι η Άγκυρα πέτυχε έναν διπλωματικό στόχο που επιδίωκε επί χρόνια.
Το τι ακριβώς θα αποφέρει αυτός ο στόχος είναι διαφορετικό ερώτημα.
Αλλά η επίτευξή του δεν εξαφανίζεται επειδή το μνημόνιο αμφισβητείται νομικά.
Η Αίγυπτος και το Ισραήλ δεν υποκαθιστούν την ελληνική διπλωματία
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στις αντιδράσεις της Αιγύπτου και του Ισραήλ.
Η στήριξη των ελληνικών θέσεων από περιφερειακούς εταίρους έχει ασφαλώς σημασία.
Η Αίγυπτος διαθέτει δικά της συμφέροντα στις θαλάσσιες οριοθετήσεις της Ανατολικής Μεσογείου.
Το Ισραήλ επίσης παρακολουθεί στενά τις περιφερειακές εξελίξεις.
Ωστόσο, οι διπλωματικές τοποθετήσεις τρίτων κρατών πρέπει να αξιολογούνται με βάση το ακριβές περιεχόμενό τους και τις ενέργειες που τις συνοδεύουν.
Μια δήλωση υποστήριξης δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με ανατροπή της απόφασης της λιβυκής Βουλής.
Ούτε σημαίνει ότι η Τουρκία εγκαταλείπει τη στρατηγική της.
Το ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να συγκεντρώσει δηλώσεις καταδίκης.
Είναι να διαμορφώσει αποτελεσματικούς διπλωματικούς συσχετισμούς και να προστατεύσει στην πράξη τα δικαιώματα που επικαλείται.
Η ευρωπαϊκή και περιφερειακή υποστήριξη αποτελεί εργαλείο αυτής της προσπάθειας.
Δεν αποτελεί υποκατάστατό της.
Το πραγματικό νόημα της εθνικής ενότητας
Υπάρχει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία, όταν προκύπτει ένα σοβαρό εθνικό ζήτημα, η δημόσια κριτική πρέπει να περιορίζεται για να μη δημιουργούνται εντυπώσεις αδυναμίας.
Η αντίληψη αυτή παραβλέπει κάτι ουσιαστικό.
Η εθνική ενότητα δεν απαιτεί την κατάργηση της πολιτικής λογοδοσίας.
Μια χώρα μπορεί να εμφανίζει κοινή θέση απέναντι σε μια εξωτερική διεκδίκηση και ταυτόχρονα να διεξάγει ουσιαστική εσωτερική συζήτηση για την αποτελεσματικότητα της πολιτικής της.
Η Ελλάδα μπορεί να απορρίπτει το τουρκολιβυκό μνημόνιο ως αντίθετο στο Διεθνές Δίκαιο και παράλληλα να εξετάζει γιατί η ανατολική Λιβύη μετακινήθηκε προς τις τουρκικές θέσεις.
Η κυβέρνηση μπορεί να διαθέτει σχέδιο και ταυτόχρονα να καλείται να εξηγήσει τα βασικά χαρακτηριστικά του.
Η αντιπολίτευση μπορεί να ασκεί κριτική χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υιοθετεί τις τουρκικές αξιώσεις.
Αυτή είναι η ουσία μιας δημοκρατικής συζήτησης για την εξωτερική πολιτική.
Η αμφισβήτηση κυβερνητικών χειρισμών δεν αποτελεί απόδειξη έλλειψης πατριωτισμού.
Αποτελεί μέρος της δημοκρατικής λογοδοσίας.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει
Η νομική θέση της Ελλάδας απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι σαφής.
Η χώρα δεν αναγνωρίζει ότι η συγκεκριμένη συμφωνία μπορεί να περιορίσει τα δικά της θαλάσσια δικαιώματα.
Αυτό όμως δεν καταργεί την ανάγκη να εξεταστεί η διπλωματική μεταστροφή της ανατολικής Λιβύης.
Η συζήτηση δεν πρέπει να εγκλωβιστεί ούτε στην καταστροφολογία ούτε στον εφησυχασμό.
Δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται κάθε δυσμενής εξέλιξη ως εθνική καταστροφή.
Αλλά δεν χρειάζεται και να βαφτίζεται κάθε διπλωματική δυσκολία ασήμαντη, μόνο και μόνο επειδή η κυβέρνηση επιμένει ότι διαθέτει σχέδιο.
Η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων απαιτεί δύο πράγματα ταυτόχρονα: σταθερή προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο και συνεχή αξιολόγηση της διπλωματικής αποτελεσματικότητας.
Το ένα δεν υποκαθιστά το άλλο.
Και κανένας χαρακτηρισμός περί «πολεμοκάπηλων» δεν απαντά στο βασικό ερώτημα:
Αν η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου δεν έχει απολύτως καμία σημασία, γιατί η Τουρκία εργάστηκε επί χρόνια για να την πετύχει;
Αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει συγκεκριμένη απάντηση.
Όχι επειδή το θέτει η αντιπολίτευση ή επειδή εξυπηρετεί κάποια πολιτική παράταξη.
Αλλά επειδή αφορά την εξωτερική πολιτική της χώρας και την προστασία των ελληνικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο.



