Μια διαφορετική διάσταση στη συζήτηση που έχει ανοίξει για την απένταξη του έργου του Αρχαιολογικού Μουσείου Αργοστολίου από το Ταμείο Ανάκαμψης δίνει ο μηχανικός Βασίλης Πινιατώρος, στρέφοντας το βάρος της συζήτησης όχι προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά προς τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι αρμόδιες τεχνικές και διοικητικές υπηρεσίες.
Με ιδιαίτερα αιχμηρή τοποθέτηση, ο κ. Πινιατώρος υποστηρίζει ότι σε ένα δημόσιο έργο υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες, συμβατικές υποχρεώσεις, χρονοδιαγράμματα και υπηρεσιακές ευθύνες και συνεπώς η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην αναζήτηση πολιτικών ευθυνών από δημάρχους.
«Όταν δημοπρατείται ένα έργο έχει συγκεκριμένο χρόνο ολοκλήρωσης»
Ο Βασίλης Πινιατώρος ξεκινά από τη διαδικασία εκτέλεσης ενός δημόσιου έργου, επισημαίνοντας ότι ήδη από τη δημοπράτηση υπάρχει συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να ολοκληρωθεί.
Όπως αναφέρει:
«Όταν δημοπρατείται ένα έργο έχει συγκεκριμένο χρόνο ολοκλήρωσης. Ο Ανάδοχος πρέπει να υποβάλει method statement για το πώς ακριβώς θα κάνει το έργο, το οποίο πρέπει να εγκρίνει η διευθύνουσα υπηρεσία».
Κατά τον ίδιο, επομένως, η πορεία ενός έργου δεν αποτελεί μία αόριστη διαδικασία, αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένη τεχνική και διοικητική εποπτεία.
Πού εντοπίζει την ευθύνη
Ο μηχανικός είναι κατηγορηματικός ως προς το πού θεωρεί ότι πρέπει να αναζητηθούν οι ευθύνες.
«Η ευθύνη είναι αποκλειστικά στους μηχανικούς που ενέκριναν όλα αυτά και όχι στους δημάρχους», αναφέρει, χρησιμοποιώντας παράλληλα ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα για τον τρόπο με τον οποίο εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα στη λειτουργία των διοικητικών μηχανισμών.
Η τοποθέτησή του αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς το τελευταίο διάστημα έχει αναπτυχθεί έντονη πολιτική αντιπαράθεση γύρω από την απένταξη του Μουσείου από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Ο κ. Πινιατώρος μεταφέρει τη συζήτηση στο επίπεδο της τεχνικής επίβλεψης και της διοικητικής ευθύνης, υποστηρίζοντας ότι εκεί πρέπει πρωτίστως να αναζητηθούν απαντήσεις για την εξέλιξη ενός έργου.
«Η διευθύνουσα υπηρεσία έχει το πάνω χέρι»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στον ρόλο της διευθύνουσας υπηρεσίας.
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει:
«Η διευθύνουσα υπηρεσία έχει το πάνω χέρι σύμφωνα με τον νόμο, αρκεί να κάνει σωστά τη δουλειά της από την ΑΡΧΗ, από την υπογραφή της συμβάσεως μέχρι τέλους».
Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, επομένως, η αποτελεσματική παρακολούθηση ενός δημόσιου έργου πρέπει να ξεκινά ήδη από την υπογραφή της σύμβασης και να συνεχίζεται σε ολόκληρη τη διάρκεια υλοποίησής του.
Και θέτει ως βασική προϋπόθεση την επάρκεια των στελεχών που αναλαμβάνουν αυτή την ευθύνη.
Το ζήτημα της αξιοκρατίας
Ο Βασίλης Πινιατώρος συνδέει μάλιστα το συγκεκριμένο περιστατικό με ένα ευρύτερο πρόβλημα λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης.
«Για να γίνει αυτό πρέπει να ξέρει τη δουλειά της. Δηλαδή, τα στελέχη –οι μηχανικοί– που την απαρτίζουν πρέπει να ξέρουν τη δουλειά τους. Και αυτό γίνεται ΜΟΝΟ όταν υπάρχει αξιοκρατία», αναφέρει.
Κατά τον ίδιο, οι διοικητικοί μηχανισμοί δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλοί εκτελεστές πολιτικών εντολών αλλά ως θεσμοί που έχουν δική τους ευθύνη, τεχνογνωσία και υποχρέωση εφαρμογής της νομοθεσίας.
«Πρέπει να δουλεύουν σωστά, με υπευθυνότητα και επαγγελματισμό. Τότε μόνο θα είμαστε πραγματικοί πολίτες και όχι πελάτες», τονίζει.
Η αιχμηρή κατακλείδα για το Μουσείο
Η τοποθέτηση του κ. Πινιατώρου ολοκληρώνεται με μια ιδιαίτερα σκληρή και προφανώς σκωπτική αναφορά στην κατάσταση του Αρχαιολογικού Μουσείου:
«Να μείνει λοιπόν έτσι, μισοτελειωμένο το μουσείο με μια πινακίδα που να θυμίζει τα έργα και τις ημέρες των σύγχρονων μηχανικών».
Πρόκειται για μια παρέμβαση που διαφοροποιείται αισθητά από την πολιτική αντιπαράθεση των τελευταίων ημερών.
Ο Βασίλης Πινιατώρος θέτει ουσιαστικά ένα άλλο ερώτημα: πριν αναζητηθούν ευθύνες σε δημάρχους και πολιτικά πρόσωπα, έχουν εξεταστεί οι ευθύνες εκείνων που είχαν θεσμικά και τεχνικά την αρμοδιότητα να παρακολουθούν την εκτέλεση του έργου;
Και αυτή είναι μια πλευρά της υπόθεσης που αναμένεται να προκαλέσει συζήτηση.



