Υπάρχουν φορές που μια συνέντευξη έχει μεγαλύτερη σημασία από τις επιμέρους ειδήσεις που παράγει.
Η συνέντευξη του προέδρου της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Κεφαλονιάς και Ιθάκης Κώστα Γρηγορόπουλου στον COSMOS 96,5 είναι μία από αυτές.
Γιατί αν βάλει κανείς δίπλα δίπλα όλα όσα είπε, προκύπτει μια εικόνα που πρέπει να προβληματίσει σοβαρά την τοπική κοινωνία.
Η Αστυνομία στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη καλείται να κάνει συνεχώς περισσότερα πράγματα με συνεχώς λιγότερους ανθρώπους.
Και κάπου εδώ υπάρχει μια τεράστια αντίφαση.
Απαιτούμε περισσότερη αστυνόμευση.
Θέλουμε περισσότερους τροχονομικούς ελέγχους.
Θέλουμε αντιμετώπιση των απατών.
Θέλουμε ελέγχους για τα κράνη.
Θέλουμε αλκοτέστ.
Θέλουμε ελέγχους στα ηλεκτρικά πατίνια.
Θέλουμε αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.
Θέλουμε παρουσία σε Σάμη, Ληξούρι και Ιθάκη.
Θέλουμε να εφαρμόζεται η νομοθεσία για τα ζώα.
Και ταυτόχρονα φορτώνουμε στην ίδια Αστυνομία κοινωνικές και υγειονομικές λειτουργίες που κανονικά θα έπρεπε να υποστηρίζονται πρωτίστως από άλλες δομές του κράτους.
Και όλα αυτά, σύμφωνα με την Ένωση, με κενές οργανικές θέσεις που πλησιάζουν το 50%.
Κάπου οι αριθμοί απλώς δεν βγαίνουν.
Πέντε αστυνομικοί για ένα ολόκληρο νησί;
Ας ξεκινήσουμε από εκεί που τελειώνει σχεδόν κάθε συζήτηση.
Τους ανθρώπους.
Ο Κώστας Γρηγορόπουλος περιέγραψε υπηρεσίες στη Σάμη και στο Ληξούρι που λειτουργούν με τέσσερις ή πέντε αστυνομικούς.
Και είπε κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό:
η Ιθάκη λειτούργησε το φετινό καλοκαίρι με πέντε άτομα.
Ένα ολόκληρο νησί.
Πέντε αστυνομικοί.
Αυτό δεν είναι πλέον απλώς ζήτημα εργασιακών συνθηκών των αστυνομικών.
Είναι ζήτημα δημόσιας ασφάλειας.
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν εργάζονται μία βάρδια και εξαφανίζονται.
Υπάρχουν 24 ώρες.
Επτά ημέρες την εβδομάδα.
Ρεπό.
Άδειες.
Ασθένειες.
Μεταγωγές.
Έκτακτα περιστατικά.
Τροχαία.
Συμβάντα.
Δικογραφίες.
Περιπολίες.
Φύλαξη.
Και φυσικά όλες οι υπόλοιπες υποχρεώσεις που προβλέπει η νομοθεσία.
Πόσοι μένουν πραγματικά διαθέσιμοι στον δρόμο;
Αυτό είναι το ερώτημα.
Και το πρόβλημα δεν εμφανίστηκε σήμερα
Αυτό ίσως είναι το πιο ενοχλητικό.
Η υποστελέχωση της Αστυνομίας στην Κεφαλονιά δεν αποτελεί κάποια ξαφνική κρίση του 2026.
Η ΠΟΑΣΥ είχε ήδη από τον Ιανουάριο του 2025 μεταφέρει επίσημα προς το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. το αίτημα της Ένωσης Κεφαλονιάς και Ιθάκης για κάλυψη όσο περισσότερων κενών ήταν δυνατόν στις τακτικές μεταθέσεις.
Αντίστοιχη παρέμβαση είχε γίνει και το 2024.
Άρα κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί:
«Δεν γνωρίζαμε».
Γνώριζαν.
Το ζήτημα είχε τεθεί.
Και επανερχόταν.
Από το 2010 χωρίς νέο αστυνομικό από τις σχολές;
Αν επιβεβαιώνεται πλήρως το στοιχείο που έδωσε ο πρόεδρος της Ένωσης, ότι δηλαδή η Κεφαλονιά δεν έχει πάρει ούτε έναν νεοεξερχόμενο αστυνομικό από τις σχολές από το 2010, τότε μιλάμε για κάτι που ξεπερνά την απλή υποστελέχωση.
Μιλάμε για δεκαέξι χρόνια χωρίς ουσιαστική ανανέωση μέσω αυτής της οδού.
Στο μεταξύ οι άνθρωποι συνταξιοδοτούνται.
Μετακινούνται.
Αποσπώνται.
Οι ανάγκες αλλάζουν.
Οι υποχρεώσεις αυξάνονται.
Η τουριστική κίνηση αυξάνει δραματικά τον πληθυσμό τους θερινούς μήνες.
Εμφανίζονται νέες μορφές εγκληματικότητας.
Οι ηλεκτρονικές απάτες πολλαπλασιάζονται.
Νέες νομοθεσίες προσθέτουν νέες υποχρεώσεις.
Και το προσωπικό;
Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να βρίσκεται μόνιμα στο 2010.
«Η Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα»
Αυτή ίσως ήταν η σημαντικότερη πολιτικά φράση του Γρηγορόπουλου.
Γιατί εδώ υπάρχει ένα ευρύτερο πρόβλημα του ελληνικού κράτους.
Όταν υπάρχει ανάγκη προσωπικού, η Αθήνα απορροφά τεράστιο μέρος των διαθέσιμων δυνάμεων.
Κατανοητό μέχρι ενός σημείου.
Στην Αττική βρίσκεται σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας και υπάρχουν πολύ μεγάλες επιχειρησιακές ανάγκες.
Αλλά υπάρχει ένα όριο.
Δεν μπορεί η ενίσχυση του κέντρου να σημαίνει αποψίλωση της περιφέρειας.
Γιατί και στην Κεφαλονιά υπάρχουν πολίτες.
Και στην Ιθάκη υπάρχουν πολίτες.
Και στη Σάμη.
Και στο Ληξούρι.
Και αυτοί οι πολίτες έχουν ακριβώς το ίδιο δικαίωμα στην ασφάλεια.
Και μέσα σε όλα αυτά, η Αστυνομία πρέπει να γίνει και… υγειονομική δομή;
Εδώ η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σοβαρότητα.
Γιατί ο Κώστας Γρηγορόπουλος έθεσε το ζήτημα των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και καταλήγουν να παραμένουν σε αστυνομικές υπηρεσίες μέχρι να βρεθεί τρόπος μεταφοράς τους σε κατάλληλη δομή.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή.
Ο άνθρωπος που αντιμετωπίζει ψυχική ασθένεια είναι ασθενής. Δεν είναι κρατούμενος.
Δεν είναι εγκληματίας επειδή αρρώστησε.
Δεν χρειάζεται κελί.
Χρειάζεται γιατρό.
Χρειάζεται νοσηλευτή.
Χρειάζεται θεραπεία.
Χρειάζεται μια δομή Υγείας.
Και αυτό δεν αποτελεί προσωπική άποψη του προέδρου των αστυνομικών.
Αποτελεί την ίδια τη φιλοσοφία της νομοθεσίας που ψηφίστηκε το 2022.
Ο νόμος είναι αποκαλυπτικός
Ο ν. 4931/2022 επιχείρησε να αλλάξει ακριβώς αυτή την εικόνα.
Προβλέπει ότι η μεταφορά ανθρώπου στο πλαίσιο διαδικασίας ακούσιας νοσηλείας πρέπει να γίνεται όπως η μεταφορά οποιουδήποτε άλλου ασθενή, με ασφάλεια και σεβασμό στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπειά του.
Ο βασικός σχεδιασμός προβλέπει κατάλληλα διαμορφωμένο όχημα και συμμετοχή ψυχιάτρου και νοσηλευτή.
Η αστυνομική συνοδεία προβλέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι ασφαλείας.
Υπάρχει βέβαια και πρόβλεψη για αστυνομική μεταφορά όταν δεν μπορεί να συμμετάσχει η αρμόδια Κοινοτική Μονάδα Ψυχικής Υγείας.
Άρα η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από ένα απλό «η Αστυνομία δεν έχει καμία δουλειά».
Έχει.
Αλλά δεν μπορεί η εξαίρεση να μετατρέπεται σε κανονικότητα επειδή το σύστημα Υγείας δεν διαθέτει τις απαιτούμενες δομές.
Και εδώ πρέπει να κοιτάξουμε προς το Υπουργείο Υγείας
Γιατί διαφορετικά κάνουμε ένα πολύ βολικό διοικητικό παιχνίδι.
Δεν υπάρχει κατάλληλη υγειονομική δυνατότητα;
Αστυνομία.
Δεν υπάρχει προσωπικό;
Αστυνομία.
Δεν υπάρχει διαθέσιμο μέσο;
Αστυνομία.
Υπάρχει καθυστέρηση στη μεταφορά;
Αστυνομικό Τμήμα.
Και στο τέλος ένας άνθρωπος που χρειάζεται θεραπεία βρίσκεται σε έναν χώρο που σχεδιάστηκε για εντελώς διαφορετική αποστολή.
Αυτό είναι κακό για όλους.
Πρώτα απ’ όλα για τον ίδιο τον ασθενή.
Αλλά και για τους αστυνομικούς.
Και τελικά για τον πολίτη.
Γιατί όσο ένας αστυνομικός απασχολείται επί ώρες με ένα πάρεργο που θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί από κατάλληλη υγειονομική δομή, δεν βρίσκεται στον δρόμο.
Δεν κάνει περιπολία.
Δεν βρίσκεται στην Τροχαία.
Δεν διερευνά μια άλλη υπόθεση.
Δεν βρίσκεται εκεί όπου πραγματικά απαιτείται η αστυνομική του ιδιότητα.
Και έτσι αρχίζει το ντόμινο
Αυτό είναι που πολλές φορές δεν αντιλαμβανόμαστε.
Όταν μια υπηρεσία είναι πλήρως στελεχωμένη, μπορεί ίσως να απορροφήσει ορισμένες πρόσθετες υποχρεώσεις.
Όταν όμως λειτουργεί με τεράστια κενά, κάθε επιπλέον υποχρέωση αφαιρεί προσωπικό από κάπου αλλού.
Ένας αστυνομικός εδώ.
Δύο εκεί.
Μια μεταγωγή.
Ένα περιστατικό που διαρκεί ώρες.
Μια έκτακτη ανάγκη.
Και ξαφνικά η περιπολία που ζητάμε δεν υπάρχει.
Μετά όμως θα φωνάξουμε:
«Πού είναι η Αστυνομία;»
Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο.
Θέλουμε ελέγχους; Χρειαζόμαστε αστυνομικούς
Ο Γρηγορόπουλος αναφέρθηκε στα θετικά αποτελέσματα από τους ελέγχους για κράνος και αλκοόλ.
Και αυτό είναι σημαντικό.
Γιατί η οδική ασφάλεια στην Κεφαλονιά δεν είναι θεωρητικό ζήτημα.
Το καλοκαίρι οι δρόμοι γεμίζουν.
Αυτοκίνητα.
Μηχανές.
Ενοικιαζόμενα οχήματα.
Τουρίστες που πολλές φορές δεν γνωρίζουν το οδικό δίκτυο.
Νυχτερινή διασκέδαση.
Αλκοόλ.
Και πλέον ηλεκτρικά πατίνια.
Θέλουμε λοιπόν περισσότερα αλκοτέστ;
Σωστά.
Θέλουμε ελέγχους για κράνος;
Σωστά.
Θέλουμε έλεγχο στα πατίνια;
Απολύτως σωστά.
Αλλά υπάρχει μια απλή προϋπόθεση.
Χρειάζεται κάποιος να κάνει τους ελέγχους.
Οι έλεγχοι δεν πραγματοποιούνται από δελτία Τύπου.
Γίνονται από αστυνομικούς στον δρόμο.
Το ίδιο ισχύει για τις απάτες
Οι απάτες έχουν εξελιχθεί.
Δεν έχουμε πλέον μόνο τον παραδοσιακό απατεώνα που χτυπά μια πόρτα.
Έχουμε τηλεφωνικές απάτες.
Phishing.
Ψεύτικα emails.
Μηνύματα.
Πλαστές ιστοσελίδες.
Προσποίηση υπαλλήλων τραπεζών ή άλλων φορέων.
Κοινωνική μηχανική.
Οι πολίτες πρέπει πράγματι να είναι πολύ πιο προσεκτικοί.
Και σωστά ο Γρηγορόπουλος επιμένει στην πρόληψη.
Γιατί σε αυτές τις υποθέσεις η καλύτερη επιτυχία της Αστυνομίας πολλές φορές είναι να μην υπάρξει ποτέ θύμα.
Αλλά και εδώ χρειάζεται προσωπικό για ενημέρωση, διερεύνηση, συλλογή στοιχείων και σχηματισμό δικογραφιών.
Και προσθέτουμε συνεχώς νέες αρμοδιότητες
Υπάρχει ακόμη μία πλευρά της συνέντευξης που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη.
Η νομοθεσία εξελίσσεται.
Σωστά θεσπίζονται αυστηρότερες προβλέψεις για την κακοποίηση και την παραμέληση ζώων.
Σωστά αυξάνονται οι έλεγχοι για την οδική ασφάλεια.
Σωστά απαιτούμε περισσότερη προστασία των πολιτών.
Αλλά κάθε φορά που το κράτος ψηφίζει μια νέα υποχρέωση εφαρμογής και ελέγχου από την ΕΛ.ΑΣ., πρέπει να κάνει και μια δεύτερη ερώτηση:
Με ποιους ανθρώπους θα εφαρμοστεί;
Γιατί διαφορετικά δημιουργούμε ένα κράτος εξαιρετικό στα χαρτιά και εξαντλημένο στην πράξη.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά «μηδενική ανοχή» με ελάχιστο προσωπικό
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό παράδοξο.
«Μηδενική ανοχή» στα κράνη.
«Μηδενική ανοχή» στα πατίνια.
Περισσότεροι έλεγχοι.
Περισσότερη παρουσία.
Περισσότερη ασφάλεια.
Συμφωνούμε.
Αλλά η μηδενική ανοχή χρειάζεται μη μηδενική στελέχωση.
Δεν γίνεται διαφορετικά.
Δεν μπορείς να ζητάς αστυνομία παντού και να έχεις αστυνομικούς που προσπαθούν να καλύψουν υπηρεσίες με τέσσερα και πέντε άτομα.
Κάποια στιγμή η εξίσωση καταρρέει.
Οι αστυνομικοί δεν είναι αναλώσιμοι
Και υπάρχει και κάτι ακόμη.
Είναι εύκολο να βλέπουμε έναν ένστολο και να θεωρούμε ότι πίσω από τη στολή υπάρχει μια απεριόριστη κρατική μηχανή.
Δεν υπάρχει.
Υπάρχει ένας άνθρωπος.
Έχει ωράριο.
Χρειάζεται ρεπό.
Έχει οικογένεια.
Κουράζεται.
Χρειάζεται άδεια.
Και όταν οι υπηρεσίες «ερημώνουν», όπως είπε χαρακτηριστικά ο Γρηγορόπουλος, το σύστημα συνήθως συνεχίζει να λειτουργεί επειδή κάποιοι άνθρωποι κάνουν περισσότερα από όσα φυσιολογικά θα έπρεπε.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει για μία εβδομάδα.
Για έναν μήνα.
Για ένα δύσκολο καλοκαίρι.
Δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο μοντέλο διοίκησης.
Η λύση δεν είναι άλλες υποσχέσεις
Ο πρόεδρος της Ένωσης περιμένει τώρα κάτι πολύ συγκεκριμένο.
Νέους αστυνομικούς από τις σχολές.
Όχι άλλη μία διαβεβαίωση.
Όχι άλλη μία σύσκεψη.
Όχι άλλη μία αναγνώριση ότι «υπάρχει πρόβλημα».
Αν πράγματι είχε δοθεί τον Ιούνιο η υπόσχεση ότι θα εξεταστεί σοβαρά η τοποθέτηση νεοεξερχόμενων αστυνομικών στην Κεφαλονιά τον Οκτώβριο, τότε πολύ σύντομα θα γνωρίζουμε εάν αυτή η υπόσχεση είχε πραγματικό περιεχόμενο.
Και εδώ η κυβέρνηση θα κριθεί από έναν αριθμό.
Πόσοι;
Όχι «θα ενισχύσουμε».
Όχι «εξετάζεται».
Όχι «βρισκόμαστε σε επικοινωνία».
Πόσοι νέοι αστυνομικοί θα τοποθετηθούν στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη;
Γιατί τα νησιά δεν χρειάζονται προσωρινά μπαλώματα
Οι αποσπάσεις μπορούν να βοηθήσουν.
Οι προσωρινές ενισχύσεις μπορούν να αντιμετωπίσουν μια έκτακτη τουριστική περίοδο.
Δεν αποτελούν όμως στρατηγική στελέχωσης.
Η Κεφαλονιά και η Ιθάκη χρειάζονται μόνιμο προσωπικό.
Αστυνομικούς που θα υπηρετούν εδώ.
Που θα γνωρίζουν τον τόπο.
Που θα γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες των περιοχών.
Που θα στελεχώνουν σταθερά τις υπηρεσίες.
Που θα αντικαθιστούν εκείνους που συνταξιοδοτούνται.
Αυτό σημαίνει πραγματική ενίσχυση.
Και για τους ψυχικά ασθενείς χρειάζεται μια εξίσου καθαρή απόφαση
Το Υπουργείο Υγείας πρέπει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα:
Ποια είναι η πραγματική διαδικασία που εξασφαλίζει στην Κεφαλονιά ότι ένας άνθρωπος που χρειάζεται ακούσια νοσηλεία θα αντιμετωπιστεί ως ασθενής και όχι ως πρόβλημα προς φύλαξη μέχρι να βρεθεί τρόπος να φύγει από το νησί;
Ποια δομή αναλαμβάνει;
Ποιος ψυχίατρος;
Ποιο νοσηλευτικό προσωπικό;
Ποιο όχημα;
Ποιος συντονίζει;
Πού περιμένει ο άνθρωπος;
Και πόσο;
Αυτές είναι οι πραγματικές ερωτήσεις.
Γιατί ο νόμος μπορεί να είναι εξαιρετικός.
Αν όμως δεν υπάρχουν οι δομές για να εφαρμοστεί, τότε ο νόμος παραμένει χαρτί.
Και το κενό καλείται πάλι να το καλύψει ο τελευταίος διαθέσιμος κρίκος του κράτους.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αστυνομικός.
Δεν είναι συνδικαλιστικό αίτημα – είναι αίτημα της κοινωνίας
Εδώ πρέπει να αλλάξουμε και κάτι στον τρόπο που βλέπουμε τέτοιες παρεμβάσεις.
Η στελέχωση της Αστυνομίας προφανώς αποτελεί εργασιακό και συνδικαλιστικό αίτημα των αστυνομικών.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.
Όταν ζητούν περισσότερους αστυνομικούς, ζητούν ταυτόχρονα περισσότερη δυνατότητα περιπολίας.
Περισσότερους τροχονομικούς ελέγχους.
Ταχύτερη ανταπόκριση.
Καλύτερη διερεύνηση υποθέσεων.
Αποτελεσματικότερη αστυνόμευση.
Άρα το αίτημα αφορά άμεσα τον πολίτη.
Το ερώτημα πλέον απευθύνεται στην κυβέρνηση
Η εικόνα που περιέγραψε ο Κώστας Γρηγορόπουλος δεν αφήνει πολλά περιθώρια.
Αν οι κενές οργανικές θέσεις πλησιάζουν πράγματι το 50%, η κατάσταση δεν αντιμετωπίζεται πλέον με μικροδιορθώσεις.
Χρειάζεται πολιτική απόφαση.
Και αυτή την απόφαση δεν μπορεί να πάρει ούτε ο Δήμος Αργοστολίου.
Ούτε ο Δήμος Ληξουρίου.
Ούτε ο Δήμος Σάμης.
Ούτε ο Δήμος Ιθάκης.
Μπορούν να πιέσουν.
Μπορούν να διεκδικήσουν.
Μπορούν να απαιτήσουν.
Την αρμοδιότητα όμως για τη στελέχωση της Ελληνικής Αστυνομίας την έχει η κεντρική διοίκηση.
Άρα εκεί πρέπει να αποδοθεί και η ευθύνη.
Κάποια στιγμή το κράτος πρέπει να αποφασίσει τι Αστυνομία θέλει
Θέλει μια σύγχρονη Αστυνομία που θα βρίσκεται στον δρόμο;
Τότε χρειάζεται προσωπικό.
Θέλει αποτελεσματική Τροχαία;
Χρειάζεται προσωπικό.
Θέλει πρόληψη της εγκληματικότητας;
Χρειάζεται προσωπικό.
Θέλει αντιμετώπιση των ηλεκτρονικών απατών;
Χρειάζεται προσωπικό και εξειδίκευση.
Θέλει προστασία των ζώων;
Χρειάζεται ανθρώπους για να εφαρμόσουν τη νομοθεσία.
Θέλει ελέγχους στα πατίνια και στα κράνη;
Πάλι προσωπικό.
Δεν γίνεται όλα αυτά να τα απαιτούμε από υπηρεσίες που, σύμφωνα με την ίδια την Ένωση των αστυνομικών, πλησιάζουν το 50% των κενών οργανικών θέσεων.
Και κυρίως δεν γίνεται παράλληλα να ζητάμε από τους ίδιους ανθρώπους να λειτουργούν ως υποκατάστατο των ελλείψεων άλλων κρατικών υπηρεσιών.
«Η Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα»
Ας κρατήσουμε λοιπόν αυτή τη φράση.
Γιατί αφορά πολύ περισσότερα από την Αστυνομία.
Η Ελλάδα είναι και η Κεφαλονιά.
Είναι και η Ιθάκη.
Είναι και η Σάμη.
Είναι και το Ληξούρι.
Και η νησιωτικότητα δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμα δικαιολογία για λιγότερες υπηρεσίες.
Πρέπει να αποτελεί λόγο για μεγαλύτερη κρατική μέριμνα.
Γιατί στο νησί δεν μπορείς να πεις:
«Θα έρθει ένα περιπολικό από τον διπλανό νομό».
Υπάρχει θάλασσα στη μέση.
Η κυβέρνηση έχει τώρα μια ευκαιρία να δώσει απάντηση με πράξεις
Οι νέοι αστυνομικοί βγαίνουν από τις σχολές.
Η Ένωση έχει καταθέσει το αίτημά της.
Το Υπουργείο γνωρίζει την κατάσταση.
Η ΠΟΑΣΥ έχει ήδη παρέμβει.
Οι τοπικοί φορείς γνωρίζουν το πρόβλημα.
Άρα πλέον δεν χρειάζεται άλλη διάγνωση.
Χρειάζεται θεραπεία.
Και στην περίπτωση της Αστυνομίας Κεφαλονιάς και Ιθάκης η θεραπεία έχει όνομα:
μόνιμη στελέχωση.
Όχι άλλες υποσχέσεις.
Όχι άλλα μπαλώματα.
Όχι άλλες υπηρεσίες των τεσσάρων και πέντε ανθρώπων που επιβιώνουν επειδή οι αστυνομικοί ξεπερνούν καθημερινά τα όριά τους.
Και ταυτόχρονα το Υπουργείο Υγείας πρέπει επιτέλους να εξασφαλίσει ότι οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας θα βρίσκονται εκεί όπου πρέπει.
Σε υγειονομική φροντίδα.
Όχι σε ένα Αστυνομικό Τμήμα επειδή το κράτος δεν κατάφερε να οργανώσει τον επόμενο κρίκο της αλυσίδας.
Γιατί τελικά η υπόθεση έχει δύο θύματα.
Τον ασθενή που δεν λαμβάνει εγκαίρως τη φροντίδα που δικαιούται.
Και τον αστυνομικό που καλείται να κάνει μια δουλειά για την οποία το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει ότι δεν θα έπρεπε να αποτελεί τον κανόνα.
Και υπάρχει και ένας τρίτος χαμένος.
Ο πολίτης που ψάχνει τον αστυνομικό στον δρόμο.
Αυτός ο αστυνομικός όμως δεν εξαφανίστηκε.
Τον βάλαμε να καλύπτει όλες τις τρύπες ενός κράτους που δεν φρόντισε να στελεχώσει ούτε την Αστυνομία ούτε όλες τις υπόλοιπες δομές του όπως απαιτείται.
Και όσο συνεχίζουμε έτσι, το πραγματικό ερώτημα δεν θα είναι πλέον:
«Πού είναι η Αστυνομία;»
Θα είναι πολύ πιο ανησυχητικό:
«Ποιος έχει μείνει τελικά για να αστυνομεύσει την Κεφαλονιά και την Ιθάκη;»



