Λίγες εβδομάδες πριν από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, έχει ήδη αρχίσει η γνώριμη συζήτηση για το μέγεθος του φετινού «καλαθιού». Αυτή τη φορά ο πήχης τοποθετείται στα 1,8–1,9 δισ. ευρώ για το 2027, με σημαντικό μέρος των παρεμβάσεων να κατευθύνεται, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα σενάρια, σε επιχειρήσεις, επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους.
Οι αριθμοί ακούγονται εντυπωσιακοί.
Μείωση προκαταβολής φόρου, αλλαγές στην τεκμαρτή φορολόγηση, κατάργηση του Τέλους Επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις, χαμηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, ενδεχόμενη μείωση του εταιρικού φόρου από το 22% στο 20%.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια:
Άλλο το δημοσιονομικό περιθώριο των 1,9 δισ. ευρώ και άλλο 1,9 δισ. ευρώ καθαρών φοροελαφρύνσεων στην τσέπη των φορολογουμένων.
Και κυρίως, άλλο ένα μέτρο που «εξετάζεται» και άλλο ένα μέτρο που έχει αποφασιστεί, κοστολογηθεί, νομοθετηθεί και εφαρμοστεί.
Το πρώτο λάθος: προσθέτουμε μέτρα που ακόμη δεν υπάρχουν
Αν διαβάσει κάποιος συγκεντρωτικά όλα όσα βρίσκονται στο τραπέζι, δημιουργείται εύκολα η εντύπωση μιας μεγάλης φορολογικής μεταρρύθμισης.
Όμως οι λέξεις έχουν σημασία.
Άλλα μέτρα εμφανίζονται ως επικρατέστερα.
Άλλα εξετάζονται.
Άλλα είναι πιθανό να εφαρμοστούν σταδιακά.
Άλλα αποτελούν αιτήματα της αγοράς.
Και άλλα έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να ενταχθούν στο τελικό πακέτο.
Επομένως, δεν μπορούμε σήμερα να προσθέσουμε όλα αυτά τα σενάρια και να παρουσιάσουμε το άθροισμα ως δεδομένη φορολογική πολιτική του 2027.
Το πραγματικό πακέτο θα είναι αυτό που τελικά θα ανακοινωθεί, θα αποτυπωθεί στον προϋπολογισμό και θα ψηφιστεί.
Μέχρι τότε έχουμε ένα μείγμα σχεδιασμού, εισηγήσεων και πολιτικών σεναρίων.
Η προκαταβολή φόρου: σημαντική ανάσα, αλλά όχι μείωση του ίδιου του φόρου
Η πιθανή μείωση της προκαταβολής φόρου είναι ασφαλώς θετική για τη ρευστότητα επιχειρήσεων και επαγγελματιών.
Αλλά πρέπει να εξηγούμε τι ακριβώς σημαίνει.
Η προκαταβολή φόρου δεν είναι ο φορολογικός συντελεστής.
Όταν μια επιχείρηση πληρώνει φόρο για τα φετινά κέρδη και μαζί προκαταβάλλει μέρος του φόρου της επόμενης χρήσης, η μείωση της προκαταβολής περιορίζει το ποσό που πρέπει να καταβάλει άμεσα.
Αυτό μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη ρευστότητα.
Δεν σημαίνει όμως αυτομάτως αντίστοιχη μόνιμη μείωση της πραγματικής φορολογικής επιβάρυνσης.
Αν, για παράδειγμα, η προκαταβολή των νομικών προσώπων πέσει από το 80% στο 60%, η επιχείρηση θα κρατήσει περισσότερο χρήμα στο ταμείο της σήμερα.
Δεν σημαίνει ότι ο φόρος στα κέρδη της μειώθηκε κατά 20%.
Η διάκριση είναι ουσιαστική.
Τα τεκμήρια αλλάζουν – αλλά παραμένουν
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή χρειάζεται στο θέμα των ελεύθερων επαγγελματιών.
Η συζήτηση αφορά σημαντικές διορθώσεις στον μηχανισμό της τεκμαρτής φορολόγησης.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει πράγματι σε χαμηλότερη επιβάρυνση για αρκετούς επαγγελματίες.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η λογική σύμφωνα με την οποία ένας επαγγελματίας που είναι πλήρως ενταγμένος στα ηλεκτρονικά συστήματα της φορολογικής διοίκησης —myDATA, POS, ψηφιακή διακίνηση και λοιπές υποχρεώσεις— θα μπορούσε να αντιμετωπίζεται διαφορετικά όταν η ΑΑΔΕ διαθέτει πλέον επαρκή πραγματικά δεδομένα για τη δραστηριότητά του.
Αλλά και εδώ υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν πρέπει να κρύβεται:
το τεκμαρτό σύστημα δεν καταργείται.
Άρα η μεγάλη πολιτική συζήτηση παραμένει.
Εάν το κράτος διαθέτει ολοένα περισσότερα ψηφιακά εργαλεία και μπορεί να παρακολουθεί πολύ αποτελεσματικότερα τις πραγματικές συναλλαγές, μέχρι ποιο σημείο δικαιολογείται να φορολογεί κάποιον με βάση αυτό που εκτιμά ότι θα έπρεπε να έχει κερδίσει αντί για αυτό που πραγματικά προκύπτει ότι κέρδισε;
Η φορολογική συνέπεια δεν πρέπει να αποτελεί απλώς προϋπόθεση για μικρότερο τεκμήριο
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να συνδέει πιθανές ελαφρύνσεις με τη φορολογική συνέπεια.
Η κατεύθυνση είναι λογική.
Υπάρχει όμως και η αντίστροφη ανάγνωση.
Ο επαγγελματίας που εκδίδει τα παραστατικά του, χρησιμοποιεί POS, διαβιβάζει τα δεδομένα του, πληρώνει φόρους και εισφορές και τηρεί τις υποχρεώσεις του δεν πρέπει να αισθάνεται ότι επιβραβεύεται απλώς επειδή το κράτος θα του μειώσει έναν τεκμαρτό φόρο που ενδεχομένως δεν ανταποκρινόταν εξαρχής στο πραγματικό του εισόδημα.
Η πραγματική επιβράβευση της συνέπειας είναι ένα φορολογικό σύστημα προβλέψιμο, απλούστερο και με μικρότερη συνολική επιβάρυνση.
Το Τέλος Επιτηδεύματος: η κατάργηση έχει σημασία, αλλά ας δούμε το μέγεθος
Η πιθανή οριστική κατάργηση του Τέλους Επιτηδεύματος και για τα νομικά πρόσωπα είναι μια παρέμβαση με ξεκάθαρη κατεύθυνση.
Πρόκειται για ένα σταθερό ετήσιο κόστος που επιβάλλεται ανεξάρτητα από την πραγματική κερδοφορία μιας επιχείρησης.
Η κατάργησή του επομένως είναι θετική.
Αλλά ούτε αυτή από μόνη της αλλάζει δραματικά το φορολογικό περιβάλλον μιας επιχείρησης.
Για μια εταιρεία με σημαντικό κύκλο εργασιών, με μισθοδοσία, ενεργειακό κόστος, ασφαλιστικές εισφορές και φόρο εισοδήματος, μια ελάφρυνση μερικών εκατοντάδων ευρώ ετησίως είναι ευπρόσδεκτη.
Δεν αποτελεί όμως φορολογική επανάσταση.
Το πραγματικά μεγάλο μέτρο θα ήταν το 22% να γίνει 20%
Πολύ μεγαλύτερη διαρθρωτική σημασία θα είχε η ενδεχόμενη μείωση του φόρου των νομικών προσώπων από 22% σε 20%.
Εκεί μιλάμε πράγματι για αλλαγή που επηρεάζει άμεσα την κερδοφορία, την επανεπένδυση κεφαλαίων και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Αλλά προσέξτε ξανά τη διατύπωση:
«εξετάζεται».
Και ενδεχομένως «σταδιακά».
Επομένως, μέχρι να μετατραπεί σε συγκεκριμένη κυβερνητική δέσμευση με χρόνο εφαρμογής, δεν μπορεί να καταγράφεται ως δεδομένη φοροελάφρυνση.
Τα 5 δισ. δανείων δεν είναι 5 δισ. ενίσχυσης
Ανάλογη προσοχή απαιτείται όταν στη συζήτηση εντάσσονται προνομιακά δάνεια έως 5 δισ. ευρώ προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η πρόσβαση σε φθηνότερη χρηματοδότηση είναι κρίσιμο ζήτημα.
Ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δυσκολεύονται περισσότερο να αντλήσουν κεφάλαια με ανταγωνιστικούς όρους.
Αλλά το δάνειο παραμένει δάνειο.
Δεν είναι επιδότηση και δεν είναι φοροελάφρυνση.
Τα χρήματα πρέπει να επιστραφούν.
Το πραγματικό όφελος βρίσκεται στους καλύτερους όρους χρηματοδότησης και στο χαμηλότερο κόστος χρήματος.
Σημαντικό; Βεβαίως.
Αλλά διαφορετικό από μια άμεση δημοσιονομική ενίσχυση.
Και οι ασφαλιστικές εισφορές χρειάζονται δύο αναγνώσεις
Η περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών μπορεί επίσης να λειτουργήσει θετικά.
Μειώνει το μη μισθολογικό κόστος εργασίας και μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερο περιθώριο για προσλήψεις και αυξήσεις αποδοχών.
Όμως κάθε μείωση εισφορών πρέπει να εξετάζεται μαζί με τη χρηματοδοτική ισορροπία του ασφαλιστικού συστήματος.
Δεν αρκεί λοιπόν να πούμε «μειώνονται οι εισφορές».
Το κρίσιμο είναι εάν η μείωση είναι δημοσιονομικά βιώσιμη και εάν το όφελος περνά πραγματικά στην αγορά εργασίας.
Ο «κουμπαράς» της υπεραπόδοσης δεν είναι ανεξάντλητος
Υπάρχει τέλος μια ακόμη παράμετρος.
Το γεγονός ότι η οικονομία δημιουργεί πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο είναι ασφαλώς θετικό.
Εάν τα δημόσια έσοδα υπεραποδίδουν επειδή αυξάνεται η οικονομική δραστηριότητα και περιορίζεται η φοροδιαφυγή, είναι εύλογο μέρος αυτού του οφέλους να επιστρέφει στους φορολογουμένους.
Αλλά χρειάζεται να γνωρίζουμε πόσο από αυτή την υπεραπόδοση είναι μόνιμο και πόσο συγκυριακό.
Μόνιμες μειώσεις φόρων χρηματοδοτούνται με ασφάλεια όταν υπάρχουν μόνιμα έσοδα.
Διαφορετικά, δημιουργείται δημοσιονομικό κενό για τα επόμενα χρόνια.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει τη φετινή ΔΕΘ όχι ως μια μεμονωμένη δέσμη μέτρων αλλά ως αφετηρία τετραετούς φορολογικού σχεδιασμού.
Το σωστό ερώτημα δεν είναι πόσο μεγάλο είναι το «καλάθι»
Το ενδιαφέρον λοιπόν στη φετινή ΔΕΘ δεν πρέπει να περιοριστεί στον αριθμό 1,9 δισ. ευρώ.
Πολύ πιο σημαντικό είναι να μάθουμε:
Πόσα από τα μέτρα θα είναι μόνιμα;
Πόσα θα εφαρμοστούν από 1ης Ιανουαρίου 2027;
Ποιοι ακριβώς θα ωφεληθούν;
Πόσο θα μειωθεί πραγματικά ο φόρος ενός επαγγελματία ή μιας μικρής επιχείρησης;
Ποια από τα σενάρια θα γίνουν τελικά νόμος;
Και κυρίως, θα έχουμε μια σειρά επιμέρους διορθώσεων ή μια πραγματική αλλαγή στη φιλοσοφία της φορολόγησης;
Γιατί ένας ελεύθερος επαγγελματίας δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα αν το «καλάθι» κοστολογείται στα 1,8 ή στα 1,9 δισ. ευρώ.
Θέλει να ξέρει τι θα γράφει το δικό του εκκαθαριστικό.
Και μια μικρή επιχείρηση δεν αξιολογεί τη φορολογική πολιτική από το συνολικό ποσό των κυβερνητικών εξαγγελιών.
Την αξιολογεί από το ποσό που θα μείνει στο ταμείο της μετά τους φόρους και τις εισφορές.
Αυτό θα είναι τελικά και το πραγματικό τεστ της ΔΕΘ.
Όχι πόσο μεγάλο θα παρουσιαστεί το «καλάθι», αλλά πόσα από όσα μπουν μέσα σε αυτό θα φτάσουν πράγματι —και μόνιμα— στην τσέπη του φορολογούμενου.
Facebook caption
💰 ΔΕΘ: «Καλάθι» έως 1,9 δισ. ευρώ – αλλά πόσα θα φτάσουν πραγματικά στην τσέπη μας;
Μείωση προκαταβολής φόρου, αλλαγές στα τεκμήρια, τέλος επιτηδεύματος, ασφαλιστικές εισφορές και πιθανή μείωση του εταιρικού φόρου από 22% σε 20%.
Ακούγονται πολλά. Δεν έχουν όμως αποφασιστεί όλα και δεν αποτελούν όλα πραγματική μείωση φόρου.
👉 Η μικρότερη προκαταβολή βελτιώνει τη ρευστότητα, αλλά δεν μειώνει αντίστοιχα τον φόρο.
👉 Τα φθηνά δάνεια παραμένουν δάνεια.
👉 Τα τεκμήρια διορθώνονται, αλλά δεν καταργούνται.
👉 Και το 22% → 20% παραμένει προς το παρόν σενάριο.
Το πραγματικό ερώτημα της ΔΕΘ δεν είναι πόσα δισ. χωράει το «καλάθι». Είναι πόσα ευρώ θα μείνουν τελικά στην τσέπη επαγγελματιών και επιχειρήσεων.



