Μια φορολογική υπόθεση με κινήσεις άνω του 1 εκατ. ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό κατέληξε σε πλήρη ανατροπή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), καθώς ο φορολογούμενος κατάφερε να αποδείξει ότι τα χρήματα που περνούσαν από τον λογαριασμό δεν αποτελούσαν δικό του εισόδημα ή προσαύξηση περιουσίας.
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς δείχνει ότι το ύψος των τραπεζικών καταθέσεων από μόνο του δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι τα χρήματα ανήκουν στον δικαιούχο του λογαριασμού.
Καθοριστικής σημασίας είναι η προέλευση αλλά και η τελική διαδρομή των χρημάτων.
Οι 171 πιστώσεις και το 1,166 εκατ. ευρώ
Η υπόθεση ξεκίνησε μετά από φορολογικό έλεγχο προηγούμενων χρήσεων.
Οι ελεγκτές εξέτασαν τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογουμένου και εντόπισαν μεγάλο αριθμό πιστώσεων για τις οποίες, στο αρχικό στάδιο, δεν υπήρχε επαρκής αιτιολόγηση.
Χαρακτηριστικό είναι ότι μέσα σε ένα μόνο έτος καταγράφηκαν 171 πιστώσεις συνολικού ύψους περίπου 1,166 εκατ. ευρώ σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό.
Επειδή ο λογαριασμός είχε δύο συνδικαιούχους, ο φορολογικός έλεγχος απέδωσε στον ελεγχόμενο το 50% του ποσού.
Έτσι, μόνο για τη συγκεκριμένη χρήση, του καταλογίστηκαν 583.206 ευρώ.
Για τις δύο χρήσεις που εξετάστηκαν, η προσαύξηση περιουσίας που του αποδόθηκε ξεπέρασε συνολικά τα 1,17 εκατ. ευρώ.
Ο «λογαριασμός» της Εφορίας έφτασε τα 674.462 ευρώ
Η συνέπεια ήταν ιδιαίτερα βαριά.
Οι συνολικές φορολογικές επιβαρύνσεις για τις δύο χρήσεις ανήλθαν σε 674.462 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων φόρων, προστίμων, τόκων και εισφοράς αλληλεγγύης.
Ένα από τα προβλήματα για τον φορολογούμενο ήταν ότι δεν είχε ανταποκριθεί εγκαίρως στις προσκλήσεις του φορολογικού ελέγχου προκειμένου να εξηγήσει αναλυτικά την προέλευση των ποσών.
Οι πιστώσεις που δεν μπορούσαν να αντιστοιχιστούν σε συγκεκριμένη αιτία αντιμετωπίστηκαν έτσι ως «πρωτογενείς πιστώσεις» και θεωρήθηκαν προσαύξηση της περιουσίας του.
Ο φορολογούμενος, όμως, προσέφυγε στη ΔΕΔ.
Και εκεί παρουσίασε μια εντελώς διαφορετική εικόνα.
«Τα χρήματα δεν ήταν δικά μου»
Ο βασικός ισχυρισμός του ήταν ότι ο συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός δεν λειτουργούσε ως προσωπικός αποταμιευτικός λογαριασμός.
Χρησιμοποιούνταν από λογιστικό γραφείο ως ενδιάμεσος λογαριασμός για τη διαχείριση χρημάτων πελατών.
Οι πελάτες κατέθεταν ποσά και στη συνέχεια από τον ίδιο λογαριασμό πραγματοποιούνταν πληρωμές για φόρους, τέλη και ασφαλιστικές εισφορές που αφορούσαν τους ίδιους.
Επομένως, το γεγονός ότι μεγάλα ποσά εμφανίζονταν ως πιστώσεις στον λογαριασμό δεν σήμαινε, σύμφωνα με τον φορολογούμενο, ότι αποτελούσαν δικά του χρήματα.
Έμπαιναν και στη συνέχεια έβγαιναν προκειμένου να εξοφληθούν υποχρεώσεις τρίτων.
Τα στοιχεία που άλλαξαν την υπόθεση
Για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, ο προσφεύγων κατέθεσε στη ΔΕΔ νέα αποδεικτικά στοιχεία.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν τραπεζικές βεβαιώσεις, στοιχεία μεταφορών χρημάτων, επιστροφές ποσών, αποδεικτικά πληρωμών και άλλα έγγραφα που επιχειρούσαν να συνδέσουν τις εισερχόμενες πιστώσεις με συγκεκριμένες εξερχόμενες συναλλαγές.
Κλήθηκε επίσης σε ακρόαση προκειμένου να παράσχει πρόσθετες εξηγήσεις.
Και τα ποσά που προέκυψαν από την εξέταση των δεδομένων ήταν εντυπωσιακά.
Από τον επίμαχο λογαριασμό είχαν πραγματοποιηθεί πληρωμές φόρων και τελών ύψους 673.397 ευρώ, καθώς και πληρωμές προς ασφαλιστικά ταμεία άνω των 458.000 ευρώ.
Σε εκατοντάδες συναλλαγές μπορούσε μάλιστα να εξακριβωθεί ότι οι πραγματικοί οφειλέτες ήταν πελάτες του λογιστικού γραφείου.
Το στοιχείο που έκανε τη διαφορά: Όσα έμπαιναν, σχεδόν τόσα έβγαιναν
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η συνολική εικόνα του λογαριασμού.
Μέσα στο 2013 εμφανίστηκαν εισροές περίπου 1,176 εκατ. ευρώ.
Από τον ίδιο λογαριασμό, όμως, έφυγε σχεδόν αντίστοιχο ποσό.
Παράλληλα, τα υπόλοιπα που παρέμεναν στον λογαριασμό κάθε μήνα ήταν σχετικά περιορισμένα.
Η εικόνα αυτή ενίσχυσε τον ισχυρισμό ότι δεν επρόκειτο για συσσώρευση προσωπικού πλούτου αλλά για έναν λογαριασμό που χρησιμοποιούνταν ουσιαστικά ως ενδιάμεσος μηχανισμός πληρωμών.
Τι έκρινε η ΔΕΔ
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών κατέληξε ότι ο φορολογικός έλεγχος δεν μπορούσε να εξετάζει αποκλειστικά τις πιστώσεις.
Έπρεπε να εξεταστεί συνολικά η κίνηση του λογαριασμού και, κυρίως, πού κατέληγαν τα χρήματα που είχαν προηγουμένως κατατεθεί.
Δηλαδή, να διερευνηθεί εάν υπήρχε σύνδεση μεταξύ των καταθέσεων και των μεταγενέστερων πληρωμών φόρων, τελών και ασφαλιστικών εισφορών για λογαριασμό τρίτων.
Αυτό αποτέλεσε κρίσιμο σημείο της υπόθεσης.
Η ΔΕΔ έκανε τελικά δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε την πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε επαρκής αιτιολογία για τον καταλογισμό.
Το μεγάλο μάθημα για τις τραπεζικές καταθέσεις
Η συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για τους φορολογικούς ελέγχους τραπεζικών λογαριασμών.
Μια πίστωση μεγάλου ποσού μπορεί να αποτελέσει αφετηρία ελέγχου, αλλά δεν σημαίνει αυτομάτως ότι πρόκειται για φορολογητέο εισόδημα ή ανεξήγητη προσαύξηση περιουσίας.
Πρέπει να εξετάζονται η πραγματική προέλευση των χρημάτων, ο λόγος για τον οποίο κατατέθηκαν, ο πραγματικός δικαιούχος τους και η μετέπειτα διαδρομή τους.
Η συγκεκριμένη υπόθεση είναι χαρακτηριστική: από έναν λογαριασμό πέρασαν περισσότερα από 1 εκατ. ευρώ, η Εφορία προχώρησε σε συνολικό καταλογισμό 674.462 ευρώ, αλλά η εξέταση της πλήρους διαδρομής των χρημάτων οδήγησε τελικά στην ακύρωση της πράξης.



