«Φρένο» σε νέα καφέ και εστιατόρια; Στο τραπέζι πάγωμα νέων αδειών – Ποιες περιοχές αφορά

Η πρόταση αφορά περιοχές όπου έχει καταγραφεί υπερσυγκέντρωση καταστημάτων και όχι οριζόντια όλη τη χώρα – Πτώση τζίρου, εκτίναξη κόστους και προβλήματα ρευστότητας πιέζουν την εστίαση

Μια συζήτηση που μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα για την ίδρυση νέων επιχειρήσεων εστίασης ανοίγει εκ νέου, καθώς στο τραπέζι μπαίνει πρόταση για «πάγωμα» νέων αδειών σε περιοχές όπου έχει ήδη δημιουργηθεί υπερσυγκέντρωση καταστημάτων.

Η πρόταση δεν αφορά γενική απαγόρευση δημιουργίας νέων καφέ, εστιατορίων, μεζεδοπωλείων ή άλλων επιχειρήσεων εστίασης σε ολόκληρη τη χώρα. Αντίθετα, το σκεπτικό είναι να προηγηθεί χαρτογράφηση της αγοράς και να εντοπιστούν οι περιοχές όπου ο αριθμός των καταστημάτων έχει φτάσει σε επίπεδα κορεσμού.

Το θέμα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία η εστίαση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο μείγμα: μειωμένο τζίρο, υψηλότερο ενεργειακό και λειτουργικό κόστος, ακριβότερες πρώτες ύλες και σοβαρές πιέσεις στη ρευστότητα.

Η πρόταση για «πάγωμα» νέων καταστημάτων

Την πρόταση επαναφέρει ο Γιάννης Δαβερώνης του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και πρόεδρος της Ένωσης Εστιατόρων, Εξοχικών και Συναφών Αττικής.

Το βασικό επιχείρημα είναι ότι σε ορισμένες περιοχές έχει δημιουργηθεί τόσο μεγάλη συγκέντρωση επιχειρήσεων εστίασης, ώστε τίθεται πλέον ζήτημα βιωσιμότητας.

Υπάρχουν, σύμφωνα με όσα επισημαίνει, μικρές γεωγραφικές ζώνες στις οποίες μπορεί να λειτουργούν ακόμη και 60 ή 70 επιχειρήσεις εστίασης: καφέ, σουβλατζίδικα, εστιατόρια, μεζεδοπωλεία και άλλου τύπου καταστήματα.

Το ερώτημα είναι απλό: μπορεί η διαθέσιμη πελατεία να συντηρήσει έναν τόσο μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων;

Η απάντηση που επιχειρεί να δώσει η συγκεκριμένη πρόταση είναι να εξεταστεί ένας νέος χωροταξικός σχεδιασμός σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Αρχικά θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χαρτογράφηση της αγοράς και στη συνέχεια να καθοριστούν οι περιοχές στις οποίες υπάρχει ακόμη περιθώριο ανάπτυξης και εκείνες στις οποίες καταγράφεται κορεσμός.

Δεν υπάρχει σήμερα απόφαση για απαγόρευση

Χρειάζεται, ωστόσο, μια σημαντική διευκρίνιση.

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κυβερνητική απόφαση για πάγωμα ή απαγόρευση νέων επιχειρήσεων εστίασης.

Πρόκειται για πρόταση που έχει τεθεί στον δημόσιο διάλογο και η εφαρμογή της μόνο απλή δεν θα ήταν, καθώς οποιοσδήποτε περιορισμός θα πρέπει να σταθμιστεί και σε σχέση με την ελευθερία άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Σήμερα η ίδρυση και λειτουργία Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος πραγματοποιείται μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας γνωστοποίησης προς την αρμόδια αρχή.

Επομένως, όποιος σχεδιάζει σήμερα να ανοίξει ένα νέο κατάστημα εστίασης δεν βρίσκεται αντιμέτωπος με κάποια γενική απαγόρευση.

Τα στοιχεία που προκαλούν ανησυχία

Πίσω από τη συζήτηση βρίσκεται η οικονομική πραγματικότητα του κλάδου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων υπηρεσιών εστίασης κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στα 3,165 δισ. ευρώ, έναντι 3,245 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Πρόκειται για μείωση 2,5%.

Και δεν είναι ένα μεμονωμένο τρίμηνο.

Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 ο τζίρος είχε επίσης υποχωρήσει στα 2,141 δισ. ευρώ, από 2,184 δισ. ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, σημειώνοντας πτώση 1,9%.

Το στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η αυξημένη τουριστική και γενικότερα οικονομική δραστηριότητα δεν συνεπάγεται απαραίτητα αύξηση των εσόδων για όλες τις επιχειρήσεις εστίασης.

Οι καταναλωτές περιορίζουν τις δαπάνες

Σημαντικό μέρος του προβλήματος συνδέεται και με το διαθέσιμο εισόδημα.

Η ακρίβεια έχει αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες, με αρκετά νοικοκυριά να περιορίζουν τις εξόδους ή να αναζητούν οικονομικότερες λύσεις για το φαγητό.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΕΛΚΑ που παρατίθενται στο σχετικό ρεπορτάζ, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο 14,79 ευρώ την εβδομάδα για έτοιμο φαγητό, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε 770 ευρώ ετησίως.

Για την εστίαση, όμως, το πρόβλημα είναι διπλό.

Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένας καταναλωτής με περιορισμένη αγοραστική δύναμη και από την άλλη μια επιχείρηση της οποίας τα έξοδα εξακολουθούν να αυξάνονται.

Ρεύμα, καύσιμα και πρώτες ύλες πιέζουν τις επιχειρήσεις

Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία της εξαμηνιαίας έρευνας οικονομικού κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το πρώτο εξάμηνο του 2026.

Το 73,3% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων ανέφερε υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας σε σύγκριση με το 2025, το 73,2% αύξηση του κόστους καυσίμων και το 77,5% αύξηση στις πρώτες ύλες και στις προμήθειες.

Οι μέσες αυξήσεις που καταγράφηκαν έφτασαν στο 26,03% για την ηλεκτρική ενέργεια, στο 27,75% για τα καύσιμα και στο 24,75% για τις πρώτες ύλες και τις προμήθειες.

Τα συγκεκριμένα στοιχεία αφορούν συνολικά τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις και όχι αποκλειστικά την εστίαση, αποτυπώνουν όμως το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν χιλιάδες μικρά καταστήματα του κλάδου.

Το μεγάλο πρόβλημα της ρευστότητας

Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν τα στοιχεία για τα διαθέσιμα κεφάλαια των επιχειρήσεων.

Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα, ποσοστό 48%, δήλωσαν ότι η ρευστότητά τους μειώθηκε περαιτέρω κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Μόλις το 16,4% ανέφερε βελτίωση.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 21,8% δεν διαθέτει καθόλου ρευστά διαθέσιμα, ενώ ακόμη ένα 22,9% έχει επαρκή ρευστότητα για διάστημα που δεν ξεπερνά τον έναν μήνα.

Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό τμήμα των μικρών επιχειρήσεων λειτουργεί ουσιαστικά χωρίς οικονομικό «μαξιλάρι» απέναντι σε μια ξαφνική αύξηση κόστους ή μια περίοδο χαμηλότερου τζίρου.

80.000 επιχειρήσεις και περίπου 500.000 εργαζόμενοι

Η σημασία της εστίασης για την ελληνική οικονομία αποτυπώνεται και στους αριθμούς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Γιάννης Δαβερώνης, στον κλάδο δραστηριοποιούνται περίπου 80.000 επιχειρήσεις, στις οποίες απασχολούνται περίπου 500.000 εργαζόμενοι.

Γι’ αυτό και οποιαδήποτε παρέμβαση στις άδειες λειτουργίας δεν αφορά μόνο τους σημερινούς επαγγελματίες, αλλά και νέους επιχειρηματίες που σχεδιάζουν να επενδύσουν στον κλάδο.

Στο τραπέζι των διεκδικήσεων βρίσκεται παράλληλα η μείωση του ΦΠΑ, ενώ οι επαγγελματίες ζητούν συνολικότερα μέτρα απέναντι στο ενεργειακό κόστος, στις αυξήσεις των πρώτων υλών, στο κόστος εργασίας και στις ελλείψεις προσωπικού.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Πολιτεία θα φτάσει πράγματι στο σημείο να εξετάσει περιορισμούς στη δημιουργία νέων καταστημάτων σε κορεσμένες περιοχές ή εάν η πρόταση θα παραμείνει στο επίπεδο του δημόσιου διαλόγου.

Για την ώρα, πάντως, κανένα οριζόντιο «πάγωμα» νέων αδειών εστίασης δεν έχει αποφασιστεί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ