Ο Κυριάκος Πιερρακάκης αποφάσισε να εξηγήσει στους πολίτες γιατί η κυβέρνηση επιλέγει να κατευθύνει δισεκατομμύρια ευρώ στην πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους.
Και ξεκινά με μια φράση που ακούγεται δύσκολο να αμφισβητηθεί:
«Οι εύκολες αποφάσεις κοιτάζουν το σήμερα, οι δύσκολες κοιτάζουν την επόμενη γενιά».
Ωραία.
Μόνο που πριν φτάσουμε στην επόμενη γενιά, υπάρχει και η σημερινή.
Υπάρχουν τα νοικοκυριά που πληρώνουν ΦΠΑ.
Οι εργαζόμενοι που πληρώνουν φόρο εισοδήματος.
Οι καταναλωτές που αγοράζουν ακριβότερα προϊόντα.
Και υπάρχει ένα κράτος που βλέπει τα φορολογικά του έσοδα να ξεπερνούν και φέτος τους στόχους.
Γι’ αυτό η πραγματική συζήτηση δεν είναι αν πρέπει η Ελλάδα να μειώσει το χρέος της.
Πρέπει.
Η πραγματική συζήτηση είναι πολύ πιο δύσκολη:
Από πού προέρχεται αυτή η περίφημη «υπεραπόδοση» και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό της;
Ας ξεκινήσουμε από εκεί που ο Πιερρακάκης έχει δίκιο
Αν θέλουμε σοβαρή κριτική, πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τα πραγματικά δεδομένα.
Η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους δεν είναι από μόνη της οικονομικό λάθος.
Τα δάνεια του πρώτου Μνημονίου δεν είναι σήμερα απλώς κάποια «πάμφθηνα δάνεια με επιτόκιο 1,5%», όπως συχνά παρουσιάζεται.
Το κόστος τους συνδέεται με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Επιπλέον, η πρόωρη εξόφλησή τους περιορίζει μελλοντικούς τόκους, μειώνει τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης και βελτιώνει το προφίλ του ελληνικού χρέους.
Το ΥΠΕΘΟ έχει υπολογίσει σημαντική εξοικονόμηση τόκων από τη στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών.
Άρα δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε έναν εύκολο αντίπαλο:
«Γιατί δίνετε τα λεφτά στους δανειστές αντί στον κόσμο;»
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Και ακριβώς γι’ αυτό η κριτική μπορεί να είναι πολύ ισχυρότερη.
Τα 12,8 δισ. δεν είναι ένα σακί λεφτά που βρέθηκε στο Μαξίμου
Εδώ αρχίζει το επικοινωνιακό τέχνασμα.
Όταν ακούμε για «υπεραπόδοση της οικονομίας», δημιουργείται σχεδόν η εντύπωση ότι η οικονομία παρήγαγε ξαφνικά ένα τεράστιο πλεόνασμα πλούτου και η κυβέρνηση, με υπευθυνότητα, αποφάσισε να το χρησιμοποιήσει για να ελαφρύνει τις επόμενες γενιές.
Όμως τα δημόσια έσοδα δεν εμφανίζονται από το πουθενά.
Προέρχονται από την οικονομική δραστηριότητα.
Και ένα μεγάλο κομμάτι τους προέρχεται από φόρους.
Εδώ λοιπόν μπαίνουν στο τραπέζι τα σημερινά, οριστικά στοιχεία του ίδιου του Υπουργείου Οικονομικών.
Οι φόροι σχεδόν 1 δισ. πάνω από τον στόχο
Στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026, σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, το πρωτογενές πλεόνασμα σε τροποποιημένη ταμειακή βάση ανήλθε στα:
5,770 δισ. ευρώ.
Ο στόχος ήταν:
4,417 δισ. ευρώ.
Επιφανειακά λοιπόν έχουμε υπέρβαση κατά 1,353 δισ. ευρώ.
Αλλά εδώ χρειάζεται προσοχή.
Το ίδιο το ΥΠΕΘΟ αφαιρεί ετεροχρονισμούς πληρωμών, έσοδα που ήρθαν νωρίτερα και άλλες δημοσιονομικές εγγραφές και υπολογίζει ότι η ουσιαστική υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος έναντι του στόχου είναι 302 εκατ. ευρώ.
Αυτό πρέπει να ειπωθεί.
Δεν θα βαφτίσουμε λοιπόν ολόκληρο το 1,353 δισ. «υπερπλεόνασμα».
Υπάρχει όμως ένας αριθμός που δύσκολα προσπερνιέται:
Τα φορολογικά έσοδα είναι περίπου 990 εκατ. ευρώ υψηλότερα από τον στόχο.
Και μέσα σε αυτή την υπέρβαση βρίσκεται ένας ακόμη πιο ενδιαφέρων αριθμός:
Ο ΦΠΑ είναι περίπου 739 εκατ. ευρώ πάνω από τον στόχο.
Υπάρχει επίσης υπέρβαση στον φόρο εισοδήματος.
Αυτά δεν τα λέει η αντιπολίτευση.
Τα καταγράφει το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών στην εκτέλεση του προϋπολογισμού.
Και τότε η λέξη «υπεραπόδοση» αποκτά λίγο διαφορετικό περιεχόμενο.
Γιατί όταν ακριβαίνει το προϊόν, αυξάνεται και ο ΦΠΑ
Χρειάζεται εδώ μια σημαντική διευκρίνιση.
Θα ήταν οικονομικά λάθος να υποστηρίξουμε ότι τα επιπλέον 739 εκατ. ΦΠΑ προέρχονται αποκλειστικά από την ακρίβεια.
Δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τα στοιχεία.
Τα φορολογικά έσοδα επηρεάζονται από την πραγματική ανάπτυξη, την κατανάλωση, τον τουρισμό, την απασχόληση, τους μισθούς και τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.
Αλλά υπάρχει και ο πληθωρισμός.
Και η λειτουργία του είναι απλή.
Ένα προϊόν που κόστιζε 100 ευρώ και φορολογείται με 24% αποδίδει διαφορετικό ονομαστικό ποσό ΦΠΑ όταν η προ φόρου τιμή του αυξηθεί.
Το κράτος λοιπόν μπορεί να εισπράττει περισσότερα σε ονομαστικούς όρους την ίδια στιγμή που ο καταναλωτής αισθάνεται φτωχότερος σε πραγματικούς όρους.
Και αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση που εξαφανίζεται πίσω από τον όρο «υπεραπόδοση».
Το κράτος κερδίζει δημοσιονομικό χώρο ενώ το νοικοκυριό χάνει αγοραστική δύναμη
Αυτό δεν είναι απλώς πολιτική ρητορική.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει τη σημασία του πληθωρισμού και της ονομαστικής μεγέθυνσης για τη δημοσιονομική εικόνα της Ελλάδας.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο.
Για το κράτος, υψηλότερο ονομαστικό ΑΕΠ σημαίνει μεγαλύτερη φορολογική βάση και ευνοϊκότερη δυναμική του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Για το νοικοκυριό όμως, υψηλότερες τιμές σημαίνουν ότι με τα ίδια χρήματα αγοράζει λιγότερα.
Έτσι μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινά δύο πράγματα:
τα δημόσια οικονομικά να βελτιώνονται
και
ένα μέρος της κοινωνίας να αισθάνεται ότι η οικονομική του κατάσταση δεν βελτιώνεται αντιστοίχως.
Αυτό ακριβώς είναι που δεν χωρά εύκολα σε ένα κυβερνητικό βίντεο με τίτλο «υπεραπόδοση».
Και μετά έρχεται το «δεν μπορούμε να τα δώσουμε»
Ο Πιερρακάκης χρησιμοποιεί ένα δεύτερο ισχυρό επιχείρημα.
Ότι αυτά τα χρήματα δεν μπορούν απλώς να μετατραπούν σε κοινωνικές παροχές λόγω των νέων ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων.
Υπάρχει πραγματική βάση σε αυτό.
Το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ θέτει όρια στην εξέλιξη των καθαρών δαπανών.
Και το ελληνικό Δημοσιονομικό Σχέδιο για το 2026 προβλέπει αύξηση των καθαρών δαπανών κατά 5,8%, με τη σωρευτική πορεία 2024–2026 να παραμένει εντός της σύστασης του Συμβουλίου.
Άρα πράγματι:
δεν μπορεί μια κυβέρνηση επειδή εμφανίστηκε ένα μεγάλο ταμειακό απόθεμα να το μετατρέψει αυτομάτως σε 12,8 δισ. νέων δαπανών.
Μέχρι εδώ σωστά.
Αλλά άλλο αυτό και άλλο:
«Δεν υπάρχει πολιτική επιλογή».
Γιατί πολιτική επιλογή υπάρχει ως προς τη σύνθεση της δημοσιονομικής πολιτικής μέσα στα επιτρεπόμενα όρια.
Η ίδια η κυβέρνηση το αποδεικνύει
Αν πραγματικά οι ευρωπαϊκοί κανόνες σήμαιναν ότι «δεν μπορούμε να δώσουμε τίποτε», τότε δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν:
φορολογικές ελαφρύνσεις,
αυξήσεις συντάξεων,
αυξήσεις αποδοχών,
κοινωνικές παρεμβάσεις,
νέα δημόσια δαπάνη.
Φυσικά υπάρχουν.
Γιατί οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν καταργούν την πολιτική.
Βάζουν δημοσιονομικά όρια μέσα στα οποία ασκείται η πολιτική.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι εάν η κυβέρνηση μπορεί να μοιράσει 12,8 δισ. ευρώ.
Προφανώς όχι έτσι απλά.
Το ερώτημα είναι:
Μέσα στον δημοσιονομικό χώρο που διαθέτει, πόσο επιλέγει να κατευθύνει στη μείωση φόρων, πόσο σε κοινωνικές δαπάνες, πόσο σε επενδύσεις και πόσο στη δημιουργία πρόσθετων αποθεμάτων ασφαλείας;
Αυτό είναι πολιτική.
Και αυτό δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως τεχνικός αυτοματισμός των Βρυξελλών.
Το χρέος μειώνεται – και αυτό είναι πραγματική επιτυχία
Υπάρχει και κάτι ακόμη που πρέπει να αναγνωριστεί.
Το ελληνικό δημόσιο χρέος υποχωρεί εντυπωσιακά ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 βρέθηκε στο 143,5% του ΑΕΠ.
Παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά η Ελλάδα εμφάνισε τη μεγαλύτερη ετήσια αποκλιμάκωση στην ΕΕ: -9,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2025.
Αυτό είναι σοβαρό επίτευγμα.
Και η πρόωρη αποπληρωμή συμβάλλει σε αυτό.
Αλλά ούτε εδώ πρέπει να δημιουργούμε την εντύπωση ότι ολόκληρη η αποκλιμάκωση προέρχεται από την εξόφληση δανείων.
Ο λόγος χρέος/ΑΕΠ έχει δύο πλευρές:
το χρέος στον αριθμητή και το ονομαστικό ΑΕΠ στον παρονομαστή.
Όταν το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνεται λόγω πραγματικής ανάπτυξης αλλά και αύξησης των τιμών, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται ταχύτερα.
Παράλληλα, τα πρωτογενή πλεονάσματα περιορίζουν τις νέες χρηματοδοτικές ανάγκες.
Άρα η εντυπωσιακή πτώση του δείκτη είναι αποτέλεσμα συνδυασμού παραγόντων.
Υπάρχει μάλιστα κάτι που πρέπει να προβληματίσει την κυβέρνηση
Το πρωτογενές πλεόνασμα του επταμήνου 2026 είναι 5,770 δισ.
Ξέρετε πόσο ήταν στο αντίστοιχο επτάμηνο του 2025;
7,939 δισ. ευρώ.
Δηλαδή φέτος είναι χαμηλότερο κατά περίπου 2,17 δισ. ευρώ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει δημοσιονομικό πρόβλημα.
Σημαίνει όμως ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «υπεραπόδοση».
Υπεραπόδοση σε σχέση με ποιο σημείο αναφοράς;
Σε σχέση με τον φετινό στόχο, ναι.
Σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό πρωτογενές αποτέλεσμα, όχι.
Αυτή είναι μια λεπτομέρεια που αλλάζει σημαντικά την εικόνα.
Και τι γίνεται με την «επόμενη γενιά»;
Εδώ βρίσκεται ίσως το ισχυρότερο πολιτικό επιχείρημα του Πιερρακάκη.
Δεν πρέπει, λέει, να στέλνουμε τον λογαριασμό στα παιδιά μας.
Σωστό.
Αλλά η επόμενη γενιά δεν κληρονομεί μόνο δημόσιο χρέος.
Κληρονομεί επίσης:
την ποιότητα της Παιδείας,
την κατάσταση του ΕΣΥ,
τις δημόσιες υποδομές,
την παραγωγικότητα της οικονομίας,
το δημογραφικό,
το στεγαστικό,
το ύψος των μισθών,
την ανταγωνιστικότητα
και το επίπεδο των επενδύσεων.
Η δημοσιονομική υπευθυνότητα επομένως δεν είναι απλώς:
«εξοφλώ όσο περισσότερο χρέος μπορώ».
Είναι:
«βρίσκω τη βέλτιστη ισορροπία μεταξύ χρέους, φορολογίας, επενδύσεων και κοινωνικών αναγκών».
Και αυτή η ισορροπία είναι κατεξοχήν πολιτική επιλογή.
Ο Πιερρακάκης απαντά στο εύκολο ερώτημα
Ο υπουργός απαντά πειστικά στο ερώτημα:
«Γιατί είναι καλό να μειώνουμε το χρέος;»
Γιατί περιορίζονται οι τόκοι.
Γιατί μειώνεται ο κίνδυνος.
Γιατί ενισχύεται η αξιοπιστία της χώρας.
Γιατί μειώνονται οι μελλοντικές υποχρεώσεις.
Όλα αυτά έχουν οικονομική βάση.
Υπάρχει όμως ένα δυσκολότερο ερώτημα στο οποίο το βίντεο δεν απαντά:
Πώς παράγεται το δημοσιονομικό αποτέλεσμα που επιτρέπει στην Ελλάδα να κάνει τόσο μεγάλες πρόωρες αποπληρωμές;
Και εκεί πρέπει να κοιτάξουμε τους αριθμούς.
990 εκατ. ευρώ περισσότερα φορολογικά έσοδα από τον στόχο.
739 εκατ. ευρώ επιπλέον ΦΠΑ έναντι του στόχου.
294 εκατ. ευρώ υπέρβαση στον φόρο εισοδήματος.
Αυτά αποτελούν μέρος της δημοσιονομικής εικόνας του 2026.
Τα χρήματα λοιπόν δεν έπεσαν από τον ουρανό
Αυτό είναι το κομμάτι που λείπει από το κυβερνητικό αφήγημα.
Η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους μπορεί να είναι σωστή.
Η μείωση των τόκων μπορεί να είναι συμφέρουσα.
Η θωράκιση της χώρας απέναντι στο 2032 μπορεί να είναι συνετή.
Αλλά τα χρήματα που επιτρέπουν αυτή τη δημοσιονομική άνεση δεν παράγονται σε κάποιο εργαστήριο του Υπουργείου Οικονομικών.
Προέρχονται από την πραγματική οικονομία.
Από επιχειρήσεις.
Από εργαζόμενους.
Από καταναλωτές.
Από φόρους.
Από ΦΠΑ.
Από ανάπτυξη.
Και εν μέρει από μια ονομαστική μεγέθυνση της οικονομίας στην οποία συμμετέχει και η αύξηση των τιμών.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα προς τον Κυριάκο Πιερρακάκη δεν είναι:
«Γιατί ξεπληρώνετε το χρέος;»
Αυτό έχει απάντηση.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Πόσο από την περίφημη «υπεραπόδοση» επιστρέφει τελικά σε αυτούς που τη δημιούργησαν;
Γιατί η δημοσιονομική εξυγίανση είναι σημαντική.
Η επόμενη γενιά είναι σημαντική.
Αλλά υπάρχει και η σημερινή γενιά.
Και αυτή πληρώνει σήμερα τον ΦΠΑ, τον φόρο εισοδήματος, την ακρίβεια και το κόστος ζωής από τα οποία περνά ένα σημαντικό μέρος της δημοσιονομικής «υπεραπόδοσης» που αύριο θα παρουσιάζεται ως εθνική επιτυχία.
Αυτό δεν ακυρώνει την επιτυχία της μείωσης του χρέους.
Ακυρώνει όμως την προσπάθεια να παρουσιαστεί ολόκληρη η ιστορία σαν να υπάρχει μόνο μία πλευρά του λογαριασμού.



