Μόνιμη ετήσια ενίσχυση 400 ευρώ για τους συνταξιούχους εξήγγειλε από τη ΔΕΘ ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρουσιάζοντας το μέτρο ως μία ακόμη παρέμβαση στήριξης των εισοδημάτων.
Τα 400 ευρώ, ασφαλώς, είναι χρήματα. Και για έναν χαμηλοσυνταξιούχο κανένα ποσό δεν μπορεί να θεωρείται αμελητέο.
Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι διαφορετικό:
Αποκαθιστούν τα 400 ευρώ την αγοραστική δύναμη που έχασαν οι συνταξιούχοι τα προηγούμενα χρόνια;
Η απάντηση δύσκολα μπορεί να είναι καταφατική.
Γιατί πίσω από το ετήσιο ποσό υπάρχει μια καθημερινότητα στην οποία το σούπερ μάρκετ, το ηλεκτρικό ρεύμα, τα φάρμακα, οι υπηρεσίες και το κόστος περίθαλψης έχουν επιβαρύνει σημαντικά έναν οικογενειακό προϋπολογισμό που στηρίζεται συνήθως σε ένα σταθερό εισόδημα.
400 ευρώ τον χρόνο σημαίνουν περίπου 33 ευρώ τον μήνα
Η απλή αριθμητική βοηθά να καταλάβουμε το πραγματικό μέγεθος της παρέμβασης.
Εάν τα 400 ευρώ επιμεριστούν στους δώδεκα μήνες, αντιστοιχούν σε περίπου:
33,3 ευρώ τον μήνα.
Αυτό είναι ουσιαστικά το πρόσθετο εισόδημα που αντιπροσωπεύει η ετήσια ενίσχυση.
Μπορεί να καλύψει μέρος ενός λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος. Μπορεί να πληρώσει κάποιες συμμετοχές σε φάρμακα. Μπορεί να βοηθήσει σε μία έκτακτη δαπάνη.
Δεν μπορεί όμως να χαρακτηριστεί αποκατάσταση του βιοτικού επιπέδου ενός συνταξιούχου που επί χρόνια βλέπει τις βασικές του δαπάνες να αυξάνονται.
Και αυτή είναι μια ουσιώδης διάκριση.
Άλλο η οικονομική βοήθεια και άλλο η πραγματική αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης.
Η προσωπική διαφορά άφησε χιλιάδες πίσω
Υπάρχει επιπλέον μια πραγματικότητα που γνωρίζουν πολύ καλά χιλιάδες παλαιοί συνταξιούχοι.
Οι αυξήσεις των τελευταίων ετών δεν μεταφράστηκαν για όλους σε αντίστοιχη πραγματική αύξηση του ποσού που έμπαινε στον τραπεζικό τους λογαριασμό.
Η προσωπική διαφορά λειτούργησε επί χρόνια ως μηχανισμός συμψηφισμού, με αποτέλεσμα αρκετοί συνταξιούχοι να βλέπουν τις ονομαστικές αυξήσεις να απορροφώνται εν μέρει ή και πλήρως.
Την ίδια στιγμή, όμως, η ακρίβεια δεν έκανε κανέναν συμψηφισμό.
Οι τιμές αυξάνονταν κανονικά.
Και αυτό δημιούργησε ένα παράδοξο: ο συνταξιούχος άκουγε ότι οι συντάξεις αυξάνονται, αλλά πολλές φορές δεν έβλεπε αντίστοιχη βελτίωση στην πραγματική δυνατότητά του να αγοράσει τρόφιμα, να πληρώσει λογαριασμούς ή να καλύψει τις ανάγκες υγείας του.
Το πρόβλημα βρίσκεται στο σούπερ μάρκετ και στο φαρμακείο
Η πραγματική αξία μιας σύνταξης δεν κρίνεται από το ονομαστικό ποσό της.
Κρίνεται από το τι μπορεί να αγοράσει.
Ένας ηλικιωμένος έχει μάλιστα ένα διαφορετικό καλάθι δαπανών από έναν νεότερο πολίτη.
Φάρμακα, εξετάσεις, γιατροί, θέρμανση και ηλεκτρικό ρεύμα αποτελούν δαπάνες που δύσκολα μπορούν να αναβληθούν.
Δεν μπορεί ένας άνθρωπος 75 ή 80 ετών να αντιμετωπίσει την αύξηση του κόστους ζωής απλώς περιορίζοντας επ’ αόριστον βασικές ανάγκες.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για τους συνταξιούχους δεν μπορεί να περιορίζεται σε έναν αριθμό που ανακοινώνεται μία φορά τον χρόνο.
Και η αύξηση 2,6% δεν εξαφανίζει όσα προηγήθηκαν
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προβλεπόμενη αύξηση των συντάξεων κατά 2,6% το 2027.
Είναι μια αύξηση εισοδήματος.
Αλλά πρέπει να δούμε τι σημαίνει σε πραγματικούς αριθμούς.
Σε σύνταξη 800 ευρώ, μια αύξηση 2,6% αντιστοιχεί θεωρητικά σε περίπου 20,8 ευρώ τον μήνα.
Στα 1.000 ευρώ, περίπου 26 ευρώ.
Στα 1.200 ευρώ, περίπου 31,2 ευρώ.
Τα ποσά αυτά έχουν σημασία, αλλά δεν μπορούν να εξετάζονται αποκομμένα από τη σωρευτική αύξηση του κόστους ζωής των προηγούμενων ετών.
Γιατί όταν η βάση από την οποία ξεκινά ένας συνταξιούχος έχει ήδη χάσει αγοραστική δύναμη, μια νέα ονομαστική αύξηση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ανακτά όσα έχασε.
Οι χήρες και ο «νόμος Κατρούγκαλου»
Η κυβέρνηση προβάλλει επίσης τις αλλαγές στις συντάξεις χηρείας και την κατάργηση ρυθμίσεων που συνδέονται με τον λεγόμενο «νόμο Κατρούγκαλου» ως παρέμβαση κοινωνικής δικαιοσύνης.
Κάθε διόρθωση που βελτιώνει το εισόδημα ανθρώπων οι οποίοι έχουν υποστεί σημαντικές περικοπές είναι προφανώς θετική.
Αλλά και εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τις επιμέρους διορθώσεις από τη συνολική εικόνα.
Το πραγματικό πρόβλημα των συνταξιούχων σήμερα δεν είναι μόνο κάποια συγκεκριμένη διάταξη του ασφαλιστικού.
Είναι η σχέση σύνταξης και πραγματικού κόστους ζωής.
Και αυτή η σχέση έχει επιδεινωθεί.
Το ετήσιο επίδομα δεν πρέπει να γίνει άλλοθι
Η μονιμότητα της ενίσχυσης των 400 ευρώ είναι σαφώς προτιμότερη από ένα έκτακτο βοήθημα που δίνεται μία φορά και εξαφανίζεται.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ύψος της παροχής είναι αρκετό.
400 ευρώ τον χρόνο είναι 33 ευρώ τον μήνα.
Αυτή είναι η αριθμητική που τελικά ενδιαφέρει τον συνταξιούχο.
Γιατί μπορεί το συνολικό δημοσιονομικό κόστος ενός μέτρου να ακούγεται εντυπωσιακό όταν παρουσιάζεται για εκατοντάδες χιλιάδες δικαιούχους, αλλά στο τέλος το ποσό διαμοιράζεται και καταλήγει σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.
Και αυτός ο άνθρωπος πρέπει να πληρώσει το σούπερ μάρκετ.
Να πάρει τα φάρμακά του.
Να επισκεφθεί γιατρό όταν χρειάζεται.
Να πληρώσει ρεύμα και θέρμανση.
Να μπορέσει να ζήσει αξιοπρεπώς μέχρι την επόμενη σύνταξη.
Η πραγματική μέτρηση γίνεται στο τέλος του μήνα
Το μέτρο των 400 ευρώ είναι μια πρόσθετη οικονομική ενίσχυση και ως τέτοια πρέπει να αξιολογηθεί.
Δεν χρειάζεται ούτε να μηδενιστεί ούτε όμως να παρουσιαστεί ως λύση στο εισοδηματικό πρόβλημα των ηλικιωμένων.
Για να υπάρξει πραγματική βελτίωση απαιτείται κάτι πολύ περισσότερο: σταθερή αύξηση της πραγματικής –και όχι μόνο ονομαστικής– αγοραστικής δύναμης των συντάξεων.
Γιατί ο συνταξιούχος δεν ζει με ποσοστά, κυβερνητικές παρουσιάσεις και ετήσιους μέσους όρους.
Ζει με το ποσό που υπάρχει στον λογαριασμό του στις τελευταίες ημέρες του μήνα.
Και εκεί βρίσκεται η πιο σκληρή μέτρηση της οικονομίας.
Όχι στο πόσο αυξήθηκε η σύνταξη στα χαρτιά, αλλά στο πόσα τρόφιμα, πόσα φάρμακα, πόσο ρεύμα και πόσες πραγματικές ανάγκες μπορεί πλέον να πληρώσει.



