Συντάξεις: Γιατί οι νέοι συνταξιούχοι κινδυνεύουν να μείνουν στα 750 ευρώ – Τα 4 «κλειδιά» για μεγαλύτερη σύνταξη

Παρά τις αυξήσεις που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια, οι συντάξεις στην Ελλάδα εξακολουθούν να κινούνται σε χαμηλά επίπεδα, ενώ ακόμη πιο δύσκολη προδιαγράφεται η κατάσταση για σημαντικό μέρος των σημερινών εργαζομένων όταν έρθει η ώρα να συνταξιοδοτηθούν.

Χαμηλοί μισθοί, περίοδοι ανεργίας, λίγα χρόνια ασφάλισης, ασφαλιστικές κρατήσεις και ο τρόπος υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης δημιουργούν ένα μείγμα που μπορεί να οδηγήσει χιλιάδες μελλοντικούς συνταξιούχους σε αποδοχές που με δυσκολία θα ξεπερνούν τα 750-900 ευρώ.

Τα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά. Η μέση σύνταξη των παλαιών συνταξιούχων, σύμφωνα με το σύστημα «ΗΛΙΟΣ», διαμορφώνεται στα 977,96 ευρώ μεικτά, ενώ για μεγάλο μέρος των συνταξιούχων που προέρχονται από το πρώην ΙΚΑ υποχωρεί στα 850,70 ευρώ.

Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα συμβεί στις επόμενες γενιές συνταξιούχων.

Γιατί ο νόμος Κατρούγκαλου επηρεάζει όλο και περισσότερο τις νέες συντάξεις

Καθώς περνούν τα χρόνια, ο υπολογισμός των νέων συντάξεων επηρεάζεται όλο και περισσότερο από το σύστημα που θεσπίστηκε με τον νόμο Κατρούγκαλου και στη συνέχεια τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς τα ποσοστά αναπλήρωσης.

Κρίσιμο στοιχείο είναι ότι στον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης λαμβάνονται υπόψη οι συντάξιμες αποδοχές σε βάθος πολλών ετών.

Αυτό σημαίνει ότι οι χαμηλοί μισθοί και τα «κενά» ασφάλισης που δημιουργήθηκαν ιδιαίτερα κατά τη μακρά οικονομική κρίση μπορούν να ακολουθούν τον εργαζόμενο μέχρι τη συνταξιοδότησή του.

Σύμφωνα με τον τέως υπουργό Εργασίας και σύμβουλο ασφάλισης Γιώργο Κουτρουμάνη, όσο ωριμάζει το συγκεκριμένο σύστημα, εργαζόμενοι με χαμηλές αποδοχές μπορεί ακόμη και με 40 χρόνια ασφάλισης να βρεθούν με σύνταξη που δεν θα ξεπερνά αισθητά τα 750 ευρώ.

Το παράδειγμα με 40 χρόνια εργασίας

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μισθωτού που αποχωρεί έπειτα από 40 χρόνια εργασίας έχοντας συντάξιμες αποδοχές περίπου 1.060 ευρώ.

Η μεικτή κύρια σύνταξή του υπολογίζεται περίπου στα 977 ευρώ, ενώ μετά τις κρατήσεις για υγειονομική περίθαλψη και τη φορολογία περιορίζεται περίπου στα 891 ευρώ καθαρά.

Στις χαμηλές και μεσαίες αποδοχές το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης εμφανίζεται σχετικά υψηλό επειδή στο τελικό ποσό προστίθεται και η εθνική σύνταξη των 446,86 ευρώ.

Όσο όμως αυξάνεται ο μισθός, η συμμετοχή της εθνικής σύνταξης στο συνολικό ποσό γίνεται αναλογικά μικρότερη. Έτσι, εργαζόμενοι που έχουν καταβάλει πολύ υψηλότερες εισφορές μπορεί να καταλήγουν με συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης της τάξης του 60%-65%.

Τι συμβαίνει μετά τα 40 χρόνια ασφάλισης

Ένα ακόμη σημείο που προκαλεί συζήτηση είναι η απόδοση της παραμονής στην εργασία μετά τη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης.

Η κλίμακα αναπλήρωσης που διαμορφώθηκε με τον νόμο Βρούτση ενισχύει σημαντικά την ανταποδοτικότητα κυρίως μεταξύ 36 και 40 ετών ασφάλισης.

Μετά την 40ετία, όμως, η πρόσθετη προσαύξηση περιορίζεται σημαντικά.

Ο Γιώργος Κουτρουμάνης προτείνει το ποσοστό αναπλήρωσης για τα χρόνια μετά την 40ετία να αυξηθεί από 0,5% σε 2%, ώστε να υπάρχει ουσιαστικότερο κίνητρο παραμονής στην ασφάλιση.

Με ένα τέτοιο σύστημα, σύμφωνα με την εκτίμησή του, κάποιος που θα παρέμενε στην εργασία για ακόμη πέντε χρόνια θα μπορούσε να εξασφαλίσει περίπου 200 ευρώ επιπλέον σύνταξη.

Το μεγάλο πρόβλημα των χαμηλών μισθών

Η τελική σύνταξη δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις αποδοχές που είχε ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου.

Ένας εργαζόμενος που για πολλά χρόνια κινείται κοντά στα 1.000 ευρώ, ακόμη και εάν συμπληρώσει 40 χρόνια ασφάλισης, δύσκολα μπορεί με το σημερινό σύστημα να περιμένει υψηλή σύνταξη.

Γι’ αυτό η αύξηση των μισθών και η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για το σημερινό διαθέσιμο εισόδημα αλλά και για τη σύνταξη που θα εισπράττει ο εργαζόμενος μετά από δεκαετίες.

Το «ψαλίδι» της μειωμένης σύνταξης

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στην επιλογή πρόωρης αποχώρησης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, περίπου ένας στους τρεις μισθωτούς αποχωρεί με πρόωρη και μειωμένη σύνταξη.

Η μείωση μπορεί να φτάσει έως το 30% στο τμήμα της σύνταξης στο οποίο εφαρμόζεται η σχετική ποινή, δημιουργώντας μόνιμη απώλεια στο μηνιαίο εισόδημα.

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η αποφυγή της μειωμένης σύνταξης μπορεί να σημαίνει όφελος περίπου 145 ευρώ τον μήνα.

Πλασματικά έτη: Πότε μπορούν να κάνουν τη διαφορά

Ένα από τα βασικά εργαλεία που μπορούν να εξετάσουν οι ασφαλισμένοι είναι η αναγνώριση πλασματικών ετών.

Η συμπλήρωση των 40 ετών ασφάλισης έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επιτρέπει στον ασφαλισμένο να αξιοποιήσει τα βελτιωμένα ποσοστά αναπλήρωσης που ισχύουν κυρίως στα τελευταία χρόνια πριν από την 40ετία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εξαγορά πλασματικού χρόνου είναι αυτομάτως συμφέρουσα. Απαιτείται σύγκριση του κόστους εξαγοράς με το πρόσθετο ποσό σύνταξης και ενδεχομένως με τη δυνατότητα θεμελίωσης δικαιώματος νωρίτερα.

Η «παγίδα» για τους ελεύθερους επαγγελματίες

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το ζήτημα για τους μη μισθωτούς.

Περίπου 9 στους 10 ελεύθερους επαγγελματίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, επιλέγουν τη χαμηλότερη ασφαλιστική κατηγορία.

Η επιλογή μειώνει τη σημερινή μηνιαία επιβάρυνση, αλλά έχει συνέπειες στη μελλοντική σύνταξη.

Ελεύθερος επαγγελματίας που θα παραμείνει επί πολλά χρόνια στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία μπορεί, ακόμη και με 40 χρόνια ασφάλισης, να καταλήξει με σύνταξη που δύσκολα θα ξεπερνά περίπου τα 860 ευρώ.

Και εδώ βρίσκεται μία σημαντική λεπτομέρεια: η μετάβαση σε υψηλότερη κατηγορία μόνο λίγα χρόνια πριν από τη σύνταξη δεν αρκεί για να αλλάξει θεαματικά το τελικό ποσό.

Σύμφωνα με την εκτίμηση που παρατίθεται, απαιτούνται περίπου 15 χρόνια σε υψηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες για να υπάρξει αισθητό αποτέλεσμα.

Ως περισσότερο αποδοτική επιλογή αναφέρονται η 3η και η 4η ασφαλιστική κατηγορία, οι οποίες μπορούν, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, να οδηγήσουν σε προσδοκώμενη σύνταξη άνω των 1.100 ευρώ.

Προσωπική διαφορά και Εισφορά Αλληλεγγύης

Στην τελική εικόνα των συντάξεων παίζουν ρόλο και οι κρατήσεις.

Η κατάργηση του μηχανισμού της προσωπικής διαφοράς ως «κόφτη» στις ετήσιες αυξήσεις επιτρέπει σε περίπου 670.000 συνταξιούχους να συμμετέχουν πλέον στις αυξήσεις.

Ωστόσο, η αύξηση δεν υπολογίζεται επάνω στο ποσό της προσωπικής διαφοράς. Εάν, για παράδειγμα, κάποιος λαμβάνει σύνταξη 1.000 ευρώ και επιπλέον προσωπική διαφορά 200 ευρώ, η αύξηση υπολογίζεται στα 1.000 και όχι στα συνολικά 1.200 ευρώ.

Παράλληλα, η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) εξακολουθεί να επηρεάζει συντάξεις άνω των 1.400 ευρώ, με επιβαρύνσεις που, ανάλογα με την περίπτωση, κυμαίνονται από 3% έως 14%.

Τα 4 «κλειδιά» για μεγαλύτερη σύνταξη

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, τέσσερις κινήσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για όσους βρίσκονται ακόμη στην αγορά εργασίας:

1. Αποφυγή της μειωμένης σύνταξης, όταν η παραμονή μέχρι τη θεμελίωση πλήρους σύνταξης είναι εφικτή και οικονομικά συμφέρουσα.

2. Συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης, ακόμη και με αναγνώριση πλασματικών ετών όταν το κόστος και το όφελος δικαιολογούν την επιλογή.

3. Υψηλότερες ασφαλιστέες αποδοχές για τους μισθωτούς, καθώς οι χαμηλοί μισθοί επί πολλά χρόνια οδηγούν αναπόφευκτα σε περιορισμένη ανταποδοτική σύνταξη.

4. Έγκαιρη επιλογή υψηλότερης ασφαλιστικής κατηγορίας από τους ελεύθερους επαγγελματίες, αντί για μετάβαση σε αυτήν μόνο λίγο πριν από τη συνταξιοδότηση.

Το συμπέρασμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για όσους έχουν ακόμη αρκετά χρόνια εργασίας μπροστά τους: η μελλοντική σύνταξη δεν καθορίζεται μόνο τους τελευταίους μήνες πριν από την αίτηση συνταξιοδότησης. Χτίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διάρκεια ολόκληρου του ασφαλιστικού βίου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ