Η «Πατριωτική Εισφορά» αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές οικονομικές προτάσεις που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας, επιχειρώντας να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα της χρηματοδότησης ενός διαφορετικού κοινωνικού και αναπτυξιακού σχεδίου.
Η βασική ιδέα είναι συγκεκριμένη: ετήσια εισφορά 1% στην καθαρή περιουσία του οικονομικά ισχυρότερου 1% των Ελλήνων, με στόχο έσοδα που, σύμφωνα με την εκτίμηση που παρουσιάζεται, θα μπορούσαν να φτάσουν έως και τα 2 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Το σχέδιο, ωστόσο, δεν προβλέπεται να εφαρμοστεί άμεσα. Για να λειτουργήσει απαιτείται μια σύνθετη διαδικασία καταγραφής και αποτίμησης του πραγματικού πλούτου, αλλαγών στη φορολογική νομοθεσία και δημιουργίας μηχανισμών που θα περιορίζουν τη δυνατότητα φοροαποφυγής.
Ποιοι θα πληρώνουν την «Πατριωτική Εισφορά»
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι, σύμφωνα με την πρόταση, δεν πρόκειται για έναν νέο φόρο που θα επιβληθεί στο σύνολο των φορολογουμένων.
Η εισφορά προορίζεται αποκλειστικά για το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού με βάση την καθαρή περιουσία.
Ο σχεδιασμός προβλέπει επιβάρυνση 1% ετησίως επί της καθαρής περιουσίας, με συμψηφισμό ή αντικατάσταση άλλων φόρων που ήδη επιβάλλονται πάνω στην ίδια περιουσία.
Εδώ βρίσκεται και μία από τις σημαντικότερες λεπτομέρειες του σχεδίου: δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί στο υλικό που παρουσιάζεται το συγκεκριμένο ποσό περιουσίας από το οποίο κάποιος θα θεωρείται ότι ανήκει στο ανώτατο 1%.
Αυτό θα πρέπει να καθοριστεί κατά την επεξεργασία του μέτρου.
Ο στόχος των 2 δισ. ευρώ
Η εκτίμηση που συνοδεύει την πρόταση είναι ιδιαίτερα φιλόδοξη.
Η ΕΛ.Α.Σ. υπολογίζει ότι από την εφαρμογή της «Πατριωτικής Εισφοράς» θα μπορούσαν να εισπράττονται έως 2 δισ. ευρώ ετησίως.
Τα χρήματα προβλέπεται να κατευθύνονται σε τρεις βασικούς άξονες: παραγωγική ανασυγκρότηση, κοινωνικό κράτος και νέα γενιά.
Εάν ο στόχος επιτευχθεί, πρόκειται για μία σημαντική νέα πηγή μόνιμων δημοσίων εσόδων.
Γιατί μπορεί να χρειαστούν έως 19 μήνες
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον μηχανισμό εφαρμογής.
Η εισφορά δεν μπορεί, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, να ενεργοποιηθεί από τη μία ημέρα στην άλλη. Ο συνολικός οδικός χάρτης μπορεί να χρειαστεί έως και 19 μήνες, καθώς προηγούνται διαφορετικά στάδια προετοιμασίας.
Πρώτο βήμα είναι η χαρτογράφηση του πραγματικού πλούτου.
Θα πρέπει να καταγραφούν όχι μόνο τα περιουσιακά στοιχεία των δυνητικά υπόχρεων, αλλά και οι φόροι που ήδη καταβάλλουν. Παράλληλα απαιτείται πληρέστερη εικόνα των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Ακίνητα, κληρονομιές και δωρεές
Το επόμενο στάδιο αφορά αλλαγές στο υφιστάμενο φορολογικό πλαίσιο.
Στο σχέδιο περιλαμβάνεται επανεξέταση φορολογικών απαλλαγών, καθώς και παρεμβάσεις που αφορούν τις κληρονομιές, τις δωρεές και τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων.
Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί ένα σύστημα στο οποίο θα μπορεί να προσδιορίζεται όσο το δυνατόν ακριβέστερα η πραγματική καθαρή περιουσία.
Και ακριβώς εκεί αρχίζουν οι μεγαλύτερες τεχνικές δυσκολίες.
Το δύσκολο ερώτημα: Πώς αποτιμάται ο πραγματικός πλούτος;
Η κατοχή ενός ακινήτου ή μιας τραπεζικής κατάθεσης μπορεί να αποτιμηθεί σχετικά εύκολα.
Τα πράγματα γίνονται πολύ πιο περίπλοκα όταν η περιουσία περιλαμβάνει μετοχές μη εισηγμένων εταιρειών, εταιρικές συμμετοχές, σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα ή περιουσιακά στοιχεία που ελέγχονται μέσω εταιρικών σχημάτων.
Για τον λόγο αυτό, στην τρίτη φάση του σχεδιασμού θα πρέπει να προσδιοριστούν τόσο το ακριβές όριο του «μεγάλου πλούτου» όσο και οι κανόνες αποτίμησης των σύνθετων περιουσιακών στοιχείων.
Παράλληλα προβλέπονται δικλίδες για την αντιμετώπιση της φοροαποφυγής μέσω εταιρειών, offshore σχημάτων και trusts.
Η ΑΑΔΕ και το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο
Για να λειτουργήσει ένα τέτοιο σύστημα απαιτείται σημαντική διοικητική και τεχνολογική υποδομή.
Ο σχεδιασμός προβλέπει ειδική υποδομή στην ΑΑΔΕ, ενισχυμένους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο και διασύνδεση με ευρωπαϊκά μητρώα πραγματικών δικαιούχων.
Μάλιστα, πριν από την πλήρη ενεργοποίηση της εισφοράς προβλέπεται ακόμη και δοκιμαστική περίοδος χωρίς βεβαίωση φόρου, προκειμένου να εντοπιστούν τεχνικές αδυναμίες του συστήματος.
Το μεγάλο πολιτικό στοίχημα του Τσίπρα
Η πρόταση έχει σαφή πολιτική στόχευση.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να παρουσιάσει την «Πατριωτική Εισφορά» όχι ως μια γενικευμένη φορολογική επιβάρυνση, αλλά ως στοχευμένη συμμετοχή των οικονομικά ισχυρότερων στη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους και της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Το πραγματικό τεστ, ωστόσο, βρίσκεται στην εφαρμογή.
Για να αποδώσει πράγματι έως 2 δισ. ευρώ τον χρόνο, το κράτος θα πρέπει να γνωρίζει ποιος κατέχει τι, να μπορεί να αποτιμά με αξιοπιστία σύνθετες μορφές περιουσίας και κυρίως να εμποδίσει τη μεταφορά ή απόκρυψη πλούτου μέσω εταιρικών και διεθνών σχημάτων.
Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν μια εισφορά στο πλουσιότερο 1% μπορεί να είναι πολιτικά δημοφιλής.
Είναι εάν μπορεί πράγματι να εισπραχθεί χωρίς «παράθυρα», φυγή κεφαλαίων και μεταφορά περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό.



