Γιατί ο Μητσοτάκης επιμένει σε εκλογές την άνοιξη; Το μεγάλο στοίχημα του Μαξίμου και ο δύσκολος χειμώνας που μεσολαβεί

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει τόσο κατηγορηματικά ότι οι εθνικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027; Και κυρίως: από πού προκύπτει η εκτίμηση ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της κυβέρνησης, όταν μέχρι τότε μεσολαβεί ένας χειμώνας που μπορεί να δοκιμάσει σοβαρά τα οικονομικά των νοικοκυριών;

Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μετά τη ΔΕΘ και τις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Διότι πίσω από την επίσημη κυβερνητική επιχειρηματολογία περί εξάντλησης της τετραετίας υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος πολιτικός σχεδιασμός: το Μαξίμου ποντάρει ότι την άνοιξη του 2027 το οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον θα είναι ευνοϊκότερο από ό,τι σήμερα.

Το αν αυτό το στοίχημα θα επιβεβαιωθεί είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.

Η επιμονή Μητσοτάκη δεν αφήνει πλέον πολλά περιθώρια

Ο πρωθυπουργός δεν περιορίζεται πλέον σε αόριστες αναφορές περί εξάντλησης της τετραετίας. Έχει προσδιορίσει ευθέως τον χρόνο των εκλογών.

Στις 11 Ιουνίου δήλωσε ότι οι κάλπες θα στηθούν την άνοιξη του 2027, εξηγώντας ότι πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί πριν από την 1η Ιουλίου, όταν η Ελλάδα αναλαμβάνει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ίδια θέση επανέλαβε κατηγορηματικά στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ στις 7 Σεπτεμβρίου, απορρίπτοντας το ενδεχόμενο αξιοποίησης κάποιου ενδιάμεσου «παραθύρου ευκαιρίας» για πρόωρες κάλπες.

Άρα υπάρχει μία επίσημη εξήγηση: θεσμική συνέπεια, σχεδόν πλήρης εξάντληση της τετραετίας και εκλογές πριν από την ελληνική ευρωπαϊκή προεδρία.

Υπάρχει όμως και η πολιτική ανάγνωση.

Γιατί όχι εκλογές τώρα;

Εδώ οι αριθμοί παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Η εικόνα της ΝΔ στις δημοσκοπήσεις δεν είναι τόσο απλή όσο μπορεί να φαίνεται από έναν τίτλο που γράφει «ΝΔ πάνω από 30%».

Στην τελευταία μέτρηση της GPO μετά τη ΔΕΘ, για παράδειγμα, η ΝΔ βρίσκεται στο 25,8% στην πρόθεση ψήφου και στο 30,6% στην εκτίμηση ψήφου. Η ΕΛ.Α.Σ. καταγράφεται αντιστοίχως στο 13,5% στην πρόθεση και στο 16% στην εκτίμηση.

Η Prorata καταγράφει τη ΝΔ στο 25,5% στην πρόθεση ψήφου, ενώ η Interview στο 26,3%.

Επομένως, το «30%» δεν είναι ακριβώς η σημερινή ακατέργαστη πρόθεση ψήφου. Προκύπτει σε ορισμένες έρευνες μετά την αναγωγή/εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δημοσκοπήσεις είναι «μαϊμού» — ένας τέτοιος ισχυρισμός απαιτεί συγκεκριμένες αποδείξεις που δεν υπάρχουν στα διαθέσιμα στοιχεία. Σημαίνει όμως ότι χρειάζεται προσοχή στον τρόπο με τον οποίο διαβάζονται και επικοινωνούνται οι μετρήσεις.

Και κυρίως σημαίνει ότι, με τα σημερινά δεδομένα, η ΝΔ βρίσκεται αρκετά μακριά από το 40,56% των εθνικών εκλογών του Ιουνίου του 2023.

Το πραγματικό στοίχημα του Μαξίμου βρίσκεται στο 2027

Εδώ ίσως βρίσκεται και η ουσία της επιλογής της άνοιξης.

Η κυβέρνηση έχει τοποθετήσει χρονικά μια σειρά από οικονομικά μέτρα ακριβώς στους μήνες που προηγούνται των εκλογών.

Από την 1η Ιανουαρίου 2027 προβλέπονται, μεταξύ άλλων, μειώσεις στις χρεώσεις ΥΚΩ στο ηλεκτρικό ρεύμα και φορολογικές παρεμβάσεις, ενώ μέσα στον Μάρτιο θα βεβαιωθεί ο ΕΝΦΙΑ με κατάργησή του για κύριες κατοικίες σε συγκεκριμένους μικρούς οικισμούς.

Και την 1η Απριλίου 2027 έρχεται ένα ακόμη σημαντικό πακέτο: νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, αντίστοιχη οριζόντια αύξηση για τους δημοσίους υπαλλήλους και μείωση κατά 0,5 μονάδα των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Παράλληλα, από τα μέσα Μαρτίου και κατά την περίοδο των φορολογικών δηλώσεων θα αρχίσουν να αποτυπώνονται μειώσεις φόρων για κατηγορίες φορολογουμένων.

Το ημερολόγιο, συνεπώς, έχει πολιτική σημασία.

Εάν οι εκλογές γίνουν την άνοιξη, η κυβέρνηση θα μπορεί να προσέλθει στις κάλπες αφού ένα σημαντικό μέρος των παρεμβάσεων θα έχει αρχίσει να εμφανίζεται στις αποδοχές ή στις φορολογικές υποχρεώσεις πολιτών.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα μέτρα σχεδιάστηκαν με εκλογικό κριτήριο. Εξηγεί όμως γιατί ο χρόνος μπορεί να θεωρείται πολιτικά χρήσιμος για την κυβέρνηση.

Υπάρχει όμως ένα τεράστιο «αν»: ο χειμώνας

Το πρόβλημα για το κυβερνητικό σχέδιο είναι ότι πριν φτάσουμε στην άνοιξη πρέπει να περάσει ο χειμώνας.

Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.

Ήδη η ακρίβεια παραμένει βασικό ζήτημα για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ενώ η πραγματική επίδραση των κυβερνητικών μέτρων αποτελεί αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ενδεικτική είναι η πρώτη GPO μετά τη ΔΕΘ: μόλις το 36,2% αξιολογεί θετικά ή μάλλον θετικά τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, ενώ το 61,4% τα κρίνει αρνητικά ή μάλλον αρνητικά.

Αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πολιτικό παράδοξο.

Η ΝΔ εξακολουθεί να προηγείται καθαρά των αντιπάλων της, αλλά σημαντικό τμήμα της κοινωνίας δεν δηλώνει ικανοποιημένο από την κυβερνητική οικονομική πολιτική.

Επομένως, το πλεονέκτημα της ΝΔ αυτή τη στιγμή δεν πρέπει να συγχέεται με ευρεία κοινωνική ικανοποίηση.

Ο χρόνος μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο ρίσκο της στρατηγικής.

Το Μαξίμου χρειάζεται τους επόμενους μήνες για να εφαρμοστούν τα μέτρα, να εμφανιστούν αυξήσεις στις αποδοχές και να επιχειρήσει να ανακτήσει μέρος των ψηφοφόρων που έχασε από το 2023.

Ταυτόχρονα όμως οι ίδιοι μήνες δημιουργούν πολιτικούς κινδύνους.

Εάν οι τιμές της ενέργειας αυξηθούν, εάν το κόστος θέρμανσης πιέσει τα νοικοκυριά, εάν η ακρίβεια στα τρόφιμα παραμείνει υψηλή ή εάν υπάρξουν νέες διεθνείς αναταράξεις, η κυβέρνηση θα φτάσει στην άνοιξη έχοντας υποστεί επιπλέον φθορά αντί να έχει ανακάμψει.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σε δημοσιεύματα για τον κυβερνητικό σχεδιασμό έχει καταγραφεί το ακριβώς αντίθετο επιχείρημα: ότι ένας ακριβός ενεργειακά χειμώνας θα μπορούσε να κάνει τις ανοιξιάτικες εκλογές δυσκολότερες για την κυβέρνηση.

Άρα η άνοιξη δεν αποτελεί εκλογικά «ασφαλή ζώνη».

Αποτελεί στοίχημα.

Και τι γίνεται με τις «υπογραφές δισεκατομμυρίων»;

Στη δημόσια συζήτηση εμφανίζεται επίσης ο ισχυρισμός ότι οικονομικά συμφέροντα επιθυμούν να ολοκληρωθούν μεγάλες συμβάσεις ή συμφωνίες πριν από τις εκλογές.

Χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία για συμβάσεις, πρόσωπα, εταιρείες και παρεμβάσεις, όμως, ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να παρουσιαστεί δημοσιογραφικά ως γεγονός.

Υπάρχουν ασφαλώς μεγάλα έργα, επενδύσεις και συμβάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη. Άλλο όμως αυτό και άλλο η απόδοση του εκλογικού χρονοδιαγράμματος σε πιέσεις «χορηγών». Για να στηριχθεί μια τόσο σοβαρή καταγγελία απαιτούνται αποδείξεις.

Τι πραγματικά κερδίζει ο Μητσοτάκης περιμένοντας

Με τα σημερινά δεδομένα, λοιπόν, η επιλογή της άνοιξης μπορεί να εξηγηθεί χωρίς θεωρίες συνωμοσίας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αγοράζει πολιτικό χρόνο.

Χρόνο για να εφαρμοστούν οι εξαγγελίες της ΔΕΘ. Χρόνο για να φτάσει η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού στις τσέπες των εργαζομένων. Χρόνο για να φανούν φορολογικές ελαφρύνσεις. Χρόνο για να επιχειρήσει η ΝΔ να προσεγγίσει ξανά ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί. Και χρόνο για να διαμορφωθεί καθαρότερα ο συσχετισμός δυνάμεων απέναντί της.

Όμως αγοράζοντας χρόνο αγοράζει ταυτόχρονα και ρίσκο.

Γιατί κανείς δεν μπορεί σήμερα να γνωρίζει ποια θα είναι η οικονομική κατάσταση ενός νοικοκυριού τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο του 2027.

Και εκεί βρίσκεται τελικά το πραγματικό ερώτημα πίσω από την επιμονή για ανοιξιάτικες κάλπες:

θα προλάβουν τα μέτρα του 2027 να αλλάξουν το κλίμα ή ο δύσκολος χειμώνας θα έχει ήδη στείλει τον λογαριασμό στην κυβέρνηση;

Αυτό είναι το στοίχημα πάνω στο οποίο φαίνεται να χτίζεται σήμερα ο εκλογικός σχεδιασμός του Μαξίμου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ