Μια νέα παράμετρος αρχίζει να αποκτά ιδιαίτερο βάρος στο πολιτικό σκηνικό, καθώς ο Αντώνης Σαμαράς εμφανίζεται, σύμφωνα με εκτιμήσεις και ποιοτικές μετρήσεις, να ξεπερνά τη ζώνη του 6%, παρότι δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί επίσημα νέο κόμμα, δεν υπάρχει κομματικό σήμα και δεν έχουν παρουσιαστεί πρόγραμμα και ψηφοδέλτια.
Το στοιχείο που προκαλεί ενδιαφέρον δεν είναι μόνο το ίδιο το ποσοστό. Είναι κυρίως η τάση που καταγράφεται.
Τον Ιούλιο οι σχετικές εκτιμήσεις τοποθετούσαν ένα ενδεχόμενο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού περίπου στη ζώνη του 5%. Πλέον, σύμφωνα με το δημοσίευμα, μετρήσεις δυνητικής ψήφου, εκλογικής δεξαμενής και ποιοτικών χαρακτηριστικών ανεβάζουν την εκτίμηση πάνω από το 6%, με ανοδική κατεύθυνση.
Υπάρχει, βεβαίως, μία σημαντική επιφύλαξη: άλλο η δυνητική ψήφος και άλλο η πρόθεση ή η εκτίμηση ψήφου για ένα υπαρκτό κόμμα.
Όσο δεν υπάρχει επίσημος πολιτικός φορέας που να περιλαμβάνεται κανονικά στα ερωτηματολόγια των δημοσκοπήσεων, το ποσοστό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κανονική εκλογική μέτρηση.
Ωστόσο, πολιτικά η τάση έχει σημασία.
Γιατί το 6% μπορεί να προβληματίζει περισσότερο τη ΝΔ
Η μεγάλη διαφορά της περίπτωσης Σαμαρά από άλλες ανακατατάξεις στην αντιπολίτευση βρίσκεται στην προέλευση των πιθανών ψηφοφόρων.
Ένα κόμμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί πρωτίστως να αναδιατάξει τον χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς.
Ένας νέος πολιτικός φορέας υπό τον Αντώνη Σαμαρά, αντιθέτως, θα μπορούσε να διεκδικήσει ψηφοφόρους από την ίδια ή όμορη εκλογική δεξαμενή με τη Νέα Δημοκρατία.
Και αυτό αλλάζει εντελώς την εξίσωση.
Εάν ένα μέρος του δυνητικού 6% προέρχεται από σημερινούς ή παλαιότερους ψηφοφόρους της ΝΔ, τότε το πρόβλημα για το κυβερνών κόμμα δεν βρίσκεται μόνο στην εμφάνιση ενός ακόμη ανταγωνιστή στα δεξιά του.
Βρίσκεται στην πιθανότητα άμεσης αφαίρεσης ποσοστών από τη ΝΔ.
Σε ένα κατακερματισμένο κομματικό σύστημα, ακόμη και δύο ή τρεις μονάδες καθαρής μετακίνησης μπορούν να έχουν σημαντική πολιτική επίπτωση.
Το παράδοξο: Μετριέται χωρίς να υπάρχει ακόμη κόμμα
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν διαθέτει ακόμη επίσημο κόμμα με όνομα και σήμα, οργανωμένη κομματική δομή, ανακοινωμένους υποψηφίους και ολοκληρωμένη προγραμματική πρόταση.
Άρα ο ψηφοφόρος που σήμερα δηλώνει ότι θα μπορούσε να τον ψηφίσει δεν επιλέγει ακόμη ένα ολοκληρωμένο πολιτικό προϊόν.
Επιλέγει κυρίως ένα πρόσωπο και μια πολιτική κατεύθυνση.
Αυτό δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρία και κίνδυνο για ένα ενδεχόμενο εγχείρημα Σαμαρά.
Η ευκαιρία είναι προφανής: υπάρχει δυνητική εκλογική βάση πριν ακόμη δημιουργηθεί επίσημα ο φορέας.
Ο κίνδυνος είναι εξίσου μεγάλος: η «δυνητική ψήφος» δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πραγματική ψήφο όταν εμφανιστούν κόμμα, στελέχη, πρόγραμμα και υποψήφιοι.
Η κρίσιμη μάχη θα γίνει στους ψηφοφόρους της ΝΔ
Εάν τελικά ανακοινωθεί κόμμα Σαμαρά, ένα από τα πρώτα στοιχεία που θα πρέπει να εξεταστούν στις δημοσκοπήσεις δεν θα είναι μόνο το συνολικό ποσοστό του.
Θα είναι οι μετακινήσεις ψηφοφόρων.
Πόσοι προέρχονται από τη ΝΔ;
Πόσοι από την Ελληνική Λύση ή άλλους σχηματισμούς δεξιότερα της ΝΔ;
Πόσοι είναι αναποφάσιστοι;
Και πόσοι δηλώνουν σήμερα «Σαμαρά» περισσότερο ως έκφραση δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνηση παρά ως οριστική εκλογική επιλογή;
Εκεί θα κριθεί το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος για το Μέγαρο Μαξίμου.
Διότι ένα κόμμα Σαμαρά στο 6% που αντλεί κυρίως από άλλους σχηματισμούς της δεξιάς θα έχει διαφορετικές συνέπειες από ένα κόμμα στο ίδιο ποσοστό που αφαιρεί μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του απευθείας από τη Νέα Δημοκρατία.
Και υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας: τα πρόσωπα
Η ανακοίνωση των πρώτων στελεχών θα αποτελέσει πιθανότατα το επόμενο μεγάλο τεστ.
Ένα νέο κόμμα δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην αναγνωρισιμότητα του αρχηγού του.
Θα χρειαστεί στελέχη με πολιτικό βάρος, οργανωτική παρουσία στην περιφέρεια και υποψηφίους που μπορούν να κινητοποιήσουν τοπικές εκλογικές δεξαμενές.
Και ακριβώς εκεί μπορεί να δημιουργηθεί δεύτερο πρόβλημα για τη ΝΔ.
Εάν υπάρξουν μετακινήσεις γνωστών στελεχών από τον ευρύτερο χώρο της παράταξης προς ένα νέο κόμμα Σαμαρά, τότε η συζήτηση δεν θα αφορά πλέον μόνο ένα δημοσκοπικό ποσοστό. Θα αφορά πολιτική και οργανωτική αποσυσπείρωση.
Το 6% δεν είναι ακόμη εκλογικό ποσοστό
Χρειάζεται πάντως προσοχή στην ανάγνωση των αριθμών.
Χωρίς δημοσιευμένη έρευνα με συγκεκριμένη εταιρεία, δείγμα, ημερομηνίες πεδίου, ερώτημα και μεθοδολογία, ο ισχυρισμός ότι ο Αντώνης Σαμαράς «βρίσκεται πάνω από 6%» δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως επιβεβαιωμένη δημοσκοπική μέτρηση.
Πολύ περισσότερο όταν δεν υπάρχει ακόμη επίσημο κόμμα.
Αυτό που μπορεί να αξιολογηθεί πολιτικά είναι η αναφερόμενη τάση και η ύπαρξη μιας δυνητικής δεξαμενής.
Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Το 6% σήμερα δεν σημαίνει ότι ένα κόμμα Σαμαρά θα πάρει 6% στις εκλογές. Μπορεί να πάρει περισσότερο. Μπορεί να πάρει λιγότερο.
Όλα θα εξαρτηθούν από το πότε και εάν δημιουργηθεί, ποια στελέχη θα το ακολουθήσουν, ποιο πρόγραμμα θα παρουσιάσει και κυρίως από το τι θα συμβαίνει πολιτικά και οικονομικά όταν στηθούν οι κάλπες.
Γιατί, όμως, η τάση έχει πολιτική σημασία
Υπάρχει τελικά ένα στοιχείο που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Η συζήτηση για ένα κόμμα Σαμαρά έχει αρχίσει πριν υπάρξει το ίδιο το κόμμα.
Και εάν πράγματι υπάρχει ήδη μετρήσιμη εκλογική δεξαμενή, το ερώτημα για τη ΝΔ δεν είναι απλώς εάν ο πρώην πρωθυπουργός θα περάσει το όριο του 3%.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο βαθιά μπορεί να μπει στην εκλογική βάση της Νέας Δημοκρατίας.
Γιατί εκεί βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν χρειάζεται απαραίτητα να διεκδικήσει την πρώτη ή τη δεύτερη θέση για να αλλάξει τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Αρκεί ένα νέο κόμμα στα δεξιά της ΝΔ να αποκτήσει υπολογίσιμο ποσοστό και σημαντική εισροή από τους ψηφοφόρους της για να κάνει πολύ δυσκολότερη την εκλογική εξίσωση για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Και γι’ αυτό, εφόσον επιβεβαιωθεί η ανοδική τάση όταν υπάρξει επίσημος φορέας και κανονικές δημοσκοπικές μετρήσεις, το σημαντικότερο δεν θα είναι αν ο Σαμαράς βρίσκεται στο 5%, στο 6% ή στο 7%. Θα είναι από πού προέρχεται αυτό το ποσοστό.



