Άδωνις Γεωργιάδης και Εμφύλιος: Όταν η «εθνική συμφιλίωση» αρχίζει με νικητές, ηττημένους και… μισή Ιστορία

Ο Άδωνις Γεωργιάδης δηλώνει ότι είναι «υπέρ της Εθνικής Συμφιλίωσης».

Και αμέσως μετά πανηγυρίζει επειδή «η Αριστερά τότε ηττήθηκε και ευτυχώς, ο κομμουνισμός ηττήθηκε και ευτυχώς».

Κάπου εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα.

Όχι επειδή απαγορεύεται σε έναν πολιτικό να έχει άποψη για τον Εμφύλιο. Ούτε επειδή πρέπει να εξισωθούν οι πολιτικές επιδιώξεις των δύο στρατοπέδων. Και ασφαλώς όχι επειδή πρέπει να αποκρυφθεί ότι το ΚΚΕ διεξήγαγε ένοπλο αγώνα για την εξουσία και ότι ο ΔΣΕ εξαρτήθηκε σε σημαντικό βαθμό από τη βοήθεια κομμουνιστικών κρατών. Αυτά αποτελούν μέρος της ιστορικής πραγματικότητας.

Το πρόβλημα είναι διαφορετικό.

Δεν μπορείς να επικαλείσαι την εθνική συμφιλίωση και ταυτόχρονα να επαναφέρεις σχεδόν αυτούσια τη γλώσσα με την οποία η μία πλευρά του Εμφυλίου περιέγραφε την άλλη το 1949.

Γιατί τότε δεν κάνεις ιστορική αποτίμηση.

Κάνεις πολιτική χρήση της Ιστορίας.

«Προσπάθησαν να γκρεμίσουν τη Δημοκρατία» – Ποια ακριβώς Δημοκρατία;

Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη απλούστευση.

Ο υπουργός περιγράφει ουσιαστικά τη σύγκρουση σαν να είχαμε από τη μία πλευρά μια κανονική φιλελεύθερη ευρωπαϊκή δημοκρατία και από την άλλη κάποιους κομμουνιστές που αποφάσισαν να την καταλύσουν.

Η πραγματικότητα της Ελλάδας του 1946-1949 ήταν πολύ πιο σκοτεινή.

Η χώρα είχε μόλις βγει από Κατοχή, Δεκεμβριανά και ακραίο πολιτικό διχασμό. Οι εκλογές του 1946 πραγματοποιήθηκαν με αποχή του ΚΚΕ, το οποίο επικαλούνταν την κρατικά ανεκτή «Λευκή Τρομοκρατία» εναντίον πρώην μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου εγκαθιδρύθηκε παράλληλα ένα εκτεταμένο καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Ακαδημαϊκή έρευνα στο Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών περιγράφει την εφαρμογή του Γ΄ Ψηφίσματος, την ένταση της κρατικής καταστολής και την προσπάθεια «εκκαθάρισης» των μετόπισθεν από ανθρώπους που θεωρούνταν δυνητικά στηρίγματα της κομμουνιστικής εξέγερσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΚΚΕ ήταν φιλελεύθερο δημοκρατικό κόμμα δυτικού τύπου.

Δεν ήταν.

Σημαίνει όμως ότι η φράση «η Δημοκρατία πολεμούσε αυτούς που ήθελαν να την καταλύσουν» μεταφέρει στο 1949 τη σημερινή αντίληψη περί ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και εξαφανίζει το αυταρχικό και εμφυλιοπολεμικό πλαίσιο της εποχής.

Και αυτό είναι ιστορικά φτωχό.

Ναι, το ΚΚΕ είχε κομμουνιστικό σχέδιο – αλλά αυτό δεν τελειώνει τη συζήτηση

Εδώ χρειάζεται να μην πέσουμε στην αντίστροφη προπαγάνδα.

Η ιστορική έρευνα μετά το άνοιγμα των ανατολικοευρωπαϊκών αρχείων έχει τεκμηριώσει τη στενή συνεργασία του ΚΚΕ με το κομμουνιστικό στρατόπεδο και την εξάρτηση του ΔΣΕ από όπλα, εξοπλισμό και εκπαίδευση που προέρχονταν από κομμουνιστικά κράτη.

Ο ιστορικός John Iatrides έχει επίσης υποστηρίξει ότι η ηγεσία του ΚΚΕ προχώρησε σε πλήρη εξέγερση προσδοκώντας αποφασιστική βοήθεια από τη Σοβιετική Ένωση και ότι μια κομμουνιστική νίκη πιθανότατα θα οδηγούσε την Ελλάδα στην τροχιά της Μόσχας.

Επομένως, ο Γεωργιάδης δεν «εφευρίσκει» την κομμουνιστική επιδίωξη εξουσίας.

Το πρόβλημα βρίσκεται στη συνέχεια:

μετατρέπει αυτή την πραγματικότητα σε ένα βολικό ασπρόμαυρο σχήμα: από εδώ η Δημοκρατία, από εκεί ο ολοκληρωτισμός.

Μόνο που ένας Εμφύλιος δεν εξηγείται έτσι.

Γιατί αν βάλουμε τους ξένους μέσα στην Ιστορία, πρέπει να τους βάλουμε όλους

Ο Γεωργιάδης αναδεικνύει τη σύνδεση των κομμουνιστών με το σοβιετικό στρατόπεδο.

Σωστά.

Αλλά τότε πρέπει να ολοκληρώσουμε την εικόνα.

Ο κυβερνητικός στρατός είχε αποφασιστική δυτική βοήθεια. Η αμερικανική κυβέρνηση παρείχε εκτεταμένη στρατιωτική υποστήριξη, εκπαίδευση και υλικό, ενώ προηγουμένως καθοριστικός ήταν ο βρετανικός ρόλος.

Άρα ο ελληνικός Εμφύλιος δεν εξελισσόταν σε κάποιο γεωπολιτικό κενό.

Ήταν ταυτόχρονα μια βαθιά εσωτερική ελληνική σύγκρουση και μία από τις πρώτες μεγάλες συγκρούσεις του Ψυχρού Πολέμου.

Η μία πλευρά είχε διεθνή στηρίγματα.

Η άλλη επίσης.

Όχι ίδια, όχι ισοδύναμα και όχι με τον ίδιο γεωπολιτικό ρόλο.

Αλλά υπήρχαν.

Και ο Στάλιν; Εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο άβολη

Η απλή εικόνα σύμφωνα με την οποία η Μόσχα είχε αποφασίσει να καταλάβει την Ελλάδα μέσω του ΔΣΕ επίσης χρειάζεται προσοχή.

Η ιστοριογραφία καταγράφει μια πολύ πιο περίπλοκη σοβιετική πολιτική.

Ο Peter Stavrakis, στη μελέτη του για τις σχέσεις Μόσχας και ελληνικού κομμουνισμού, περιγράφει μεταβαλλόμενη σοβιετική στάση και τελικά πολιτική του Στάλιν που συνέβαλε στην ήττα της ελληνικής κομμουνιστικής εξέγερσης.

Παράλληλα, τεράστια σημασία είχε η Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Η ρήξη Τίτο-Στάλιν και η απώλεια της γιουγκοσλαβικής υποστήριξης έπληξαν καθοριστικά τον ΔΣΕ.

Άρα το σύνθημα «ήθελαν να μας παραδώσουν στη Σοβιετική Ένωση» αποδίδει έναν πραγματικό ιδεολογικό και γεωπολιτικό προσανατολισμό του ΚΚΕ, αλλά δεν περιγράφει επαρκώς την πραγματική στρατηγική της ίδιας της Μόσχας απέναντι στην Ελλάδα.

Η Ιστορία έχει αυτή την ενοχλητική ιδιότητα:

σπάνια χωράει σε tweet.

Η ομιλία του Γεωργίου Παπανδρέου δεν είναι ιστορική απόδειξη

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο τέχνασμα στην ανάρτηση.

Ο Γεωργιάδης παραθέτει την ομιλία του Γεωργίου Παπανδρέου της 14ης Αυγούστου 1949 περίπου ως πιστοποιητικό αντικειμενικότητας:

Αφού τα είπε ο «Γέρος της Δημοκρατίας», άρα αυτή είναι η ιστορική αλήθεια.

Όχι.

Η ομιλία πράγματι αποδίδεται στον Γεώργιο Παπανδρέου και περιέχει τη σκληρή εμφυλιοπολεμική φρασεολογία που παραθέτει ο υπουργός.

Αλλά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν μιλούσε ως ιστορικός 77 χρόνια αργότερα.

Μιλούσε ως ενεργός πολιτικός άνδρας ενώ ο Εμφύλιος συνεχιζόταν.

Η ομιλία είναι εξαιρετικά σημαντική ως ιστορική πηγή για να καταλάβουμε πώς μιλούσε η μία πλευρά το 1949.

Δεν αποτελεί αντικειμενική ιστοριογραφική ετυμηγορία για το 1949.

Αυτή η διάκριση είναι στοιχειώδης.

Αν μιλάμε για συμφιλίωση, γιατί ξαναφέρνουμε τη γλώσσα του 1949;

Και φτάνουμε στη βασική αντίφαση.

Ο Γεωργιάδης λέει:

«Προσωπικά είμαι υπέρ της Εθνικής Συμφιλίωσης».

Πολύ σωστά.

Αλλά η εθνική συμφιλίωση δεν σημαίνει ότι το 2026 ξαναμοιράζουμε πιστοποιητικά εθνικοφροσύνης και αποφασίζουμε ποιοι Έλληνες δικαιούνται περισσότερο τη μνήμη.

Ούτε σημαίνει ότι η μία πλευρά δικαιούται να λέει:

οι δικοί μας πέθαναν για την Ελλάδα, οι άλλοι ήταν η κομμουνιστική απειλή.

Αυτό ακριβώς είναι η εμφυλιοπολεμική ανάγνωση που υποτίθεται ότι η Μεταπολίτευση προσπάθησε να ξεπεράσει.

Και όχι, η Μεταπολίτευση δεν «έσβησε» απλώς την Ιστορία

Εδώ βρίσκεται ένα ακόμη πολιτικό τέχνασμα.

Η μεταπολιτευτική αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και η προσπάθεια υπέρβασης των εμφυλιοπολεμικών διαχωρισμών μπορούν ασφαλώς να συζητηθούν και να κριθούν.

Άλλο όμως αυτό και άλλο να παρουσιάζεται περίπου ως επιχείρηση της Αριστεράς να εξαφανίσει από τη συλλογική μνήμη τους νεκρούς της άλλης πλευράς.

Η Μεταπολίτευση είχε μπροστά της μια χώρα που επί δεκαετίες κουβαλούσε τις συνέπειες του Εμφυλίου.

Το ζητούμενο δεν ήταν να αλλάξει ο νικητής.

Ήταν να σταματήσει επιτέλους η Ελλάδα να λειτουργεί πολιτικά με τη λογική ότι υπάρχουν εθνικόφρονες και «μιάσματα».

Και αυτό ήταν κατάκτηση της Δημοκρατίας, όχι ήττα της.

Η μεγαλύτερη αντίφαση του Άδωνι

Ο Γεωργιάδης έχει κάθε δικαίωμα να πει:

Το ΚΚΕ έκανε ιστορικά λάθη.

Ο ΔΣΕ επιχείρησε ένοπλη κατάληψη της εξουσίας.

Μια νίκη του πιθανότατα θα οδηγούσε σε κομμουνιστικό καθεστώς.

Υπήρχε βοήθεια από κομμουνιστικές χώρες.

Όλα αυτά μπορούν να συζητηθούν ιστορικά και αρκετά από αυτά τεκμηριώνονται ισχυρά από τη σύγχρονη έρευνα.

Αλλά δεν μπορεί να τα χρησιμοποιεί για να καταλήγει σε μια αγιογραφία της άλλης πλευράς.

Οι εγκληματικές ή αυταρχικές πρακτικές του ενός στρατοπέδου δεν αθωώνουν αυτομάτως το άλλο.

Και πάνω απ’ όλα δεν μπορεί να δηλώνει υπέρ της εθνικής συμφιλίωσης και στην ίδια ανάρτηση να ξαναστήνει το πολιτικό σκηνικό του 1949 με «εθνικό στρατό», «κομμουνιστική απειλή», νικητές και ηττημένους.

Γιατί η εθνική συμφιλίωση δεν σημαίνει να συμφωνήσουμε ποιος κέρδισε τον Εμφύλιο.

Αυτό το ξέρουμε.

Σημαίνει να καταλάβουμε επιτέλους ότι, στον Εμφύλιο, έχασε η Ελλάδα.

Δεκάδες χιλιάδες νεκροί. Εκτοπισμένοι. Φυλακισμένοι. Εξόριστοι. Πρόσφυγες. Οικογένειες κομμένες στα δύο. Μια χώρα που κουβάλησε τον διχασμό για δεκαετίες.

Γι’ αυτό και το 2026 ένας υπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας μπορεί ασφαλώς να τιμά τους νεκρούς του Εθνικού Στρατού.

Μπορεί να καταδικάζει τον σταλινισμό.

Μπορεί να εξηγεί τι θα μπορούσε να σημαίνει μια νίκη του ΚΚΕ.

Αλλά όταν χρησιμοποιεί τη λέξη «συμφιλίωση», υπάρχει μία προϋπόθεση:

να μην τη χρησιμοποιεί ως εισαγωγή για να ξαναδώσει, 77 χρόνια μετά, τον Εμφύλιο που υποτίθεται ότι θέλει να αφήσει πίσω.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ