Υπάρχουν φορές που η σάτιρα λέει περισσότερα από όσα γράφει. Και το τελευταίο κείμενο που στρέφεται κατά της Δημοτικής Αρχής Αργοστολίου είναι μία από αυτές.
«Τρώνε παντού και από παντού», «τρώνε πολύ», «τρώνε ξεδιάντροπα», γράφει, με αφορμή την παρουσία ανθρώπων της Δημοτικής Αρχής σε πανηγύρια και, τελευταίο επεισόδιο, τις περίφημες κρεατόπιτες στα Τζαννάτα.
Ας μην κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε.
Προφανώς το «τρώνε» λειτουργεί σε δύο επίπεδα.
Στο πρώτο υπάρχει το κυριολεκτικό φαγητό των πανηγυριών, οι γίδες, τα σουβλάκια και τα «10 ταψιά κρεατόπιτα».
Στο δεύτερο —και πολιτικά πολύ σοβαρότερο— υπάρχει ο υπαινιγμός του γνωστού «φαγοποτιού»: ότι δηλαδή άνθρωποι που βρίσκονται γύρω από τη διοίκηση του Δήμου «τρώνε» από την εξουσία και, κατ’ επέκταση, από το δημόσιο χρήμα.
Ωραίο ως λογοπαίγνιο.
Μόνο που από τη στιγμή που περνάμε από την κρεατόπιτα στο δημοτικό ταμείο, τα πράγματα σοβαρεύουν.
Και τότε υπάρχει μία πολύ απλή ερώτηση:
Πού είναι οι αποδείξεις;
Άλλο η σάτιρα και άλλο ο υπαινιγμός για δημόσιο χρήμα
Κανείς δεν ζητά από ένα σατιρικό κείμενο να μοιάζει με πόρισμα ορκωτών λογιστών.
Η πολιτική σάτιρα δικαιούται να υπερβάλλει, να προκαλεί και να χρησιμοποιεί λογοπαίγνια.
Όταν όμως δημιουργείται η εντύπωση ότι συγκεκριμένοι άνθρωποι «τρώνε» επειδή βρίσκονται κοντά στην εξουσία, τότε πίσω από το χιούμορ υπάρχει ένας ισχυρισμός που δεν είναι καθόλου αστείος.
Γιατί, εάν εννοούμε ότι κάποιοι κατασπαταλούν, νέμονται ή ιδιοποιούνται δημόσιο χρήμα, δεν αρκεί να φωτογραφίζονται με ένα πιάτο στο χέρι.
Χρειάζονται στοιχεία.
Ποιες συμβάσεις;
Ποιες αναθέσεις;
Ποια ποσά;
Ποια παράτυπη πληρωμή;
Ποια ευνοϊκή μεταχείριση;
Ποια απόφαση ζημίωσε τον Δήμο και ωφέλησε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που μετατρέπουν έναν υπαινιγμό σε πραγματική πολιτική καταγγελία.
Διαφορετικά έχουμε ένα ευφυολόγημα που δημιουργεί εντυπώσεις, αλλά δεν αποδεικνύει τίποτε.
«3 σύμβουλοι, 3 δημοσιογράφοι, 3-4 ανίψια και κουμπάροι»
Και ακριβώς εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η εισαγωγή του ίδιου κειμένου.
Γίνεται λόγος για «3 συμβούλους για τα νερά», «3 δημοσιογράφους του», «3-4 ανιψιούς και κουμπάρους», καθώς και για άλλους «στα λιμάνια», «στα σκουπίδια» και «εδώ και εκεί».
Εδώ πλέον δεν έχουμε κρεατόπιτες.
Έχουμε συγκεκριμένους αριθμητικούς ισχυρισμούς και βαρύτατους υπαινιγμούς περί οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων.
Και επομένως μπορούμε να ζητήσουμε κάτι πολύ απλό:
Ονόματα και αποφάσεις.
Ποιοι είναι οι τρεις;
Ποιοι είναι οι άλλοι τρεις;
Ποιοι είναι οι «3-4 ανιψιοί και κουμπάροι»;
Σε ποιες θέσεις βρίσκονται;
Πώς τοποθετήθηκαν;
Πόσο κοστίζουν στον Δήμο;
Και, κυρίως, ποιο είναι το στοιχείο που αποδεικνύει την καταγγελλόμενη σχέση;
Γιατί η φράση «ανίψια και κουμπάροι» δεν είναι πολιτικό επιχείρημα από μόνη της.
Είναι ένας ισχυρισμός που χρειάζεται τεκμηρίωση.
Αν υπάρχει «φαγοπότι», η Διαύγεια είναι καλύτερη από το πανηγύρι
Και εδώ υπάρχει κάτι που κάνει τα πράγματα πολύ απλά.
Μιλάμε για δημόσιο χρήμα.
Το δημόσιο χρήμα αφήνει ίχνη.
Υπάρχουν αποφάσεις.
Υπάρχουν αναθέσεις.
Υπάρχουν συμβάσεις.
Υπάρχουν εντάλματα.
Υπάρχουν προϋπολογισμοί.
Υπάρχει η Διαύγεια.
Εάν λοιπόν υπάρχει πραγματικό «φαγοπότι», δεν χρειάζεται να μετράμε τα ταψιά στα Τζαννάτα.
Ας μετρήσουμε τα ευρώ.
Και εάν προκύπτει κάτι επιλήψιμο, τότε όχι μόνο πρέπει να δημοσιευτεί, αλλά πρέπει να απαιτηθούν και εξηγήσεις από τη Δημοτική Αρχή.
Αυτό είναι δημοσιογραφικός και πολιτικός έλεγχος.
Να ανοίξεις τις αποφάσεις και να βρεις πού πήγε το δημόσιο χρήμα.
Να συγκρίνεις τιμές.
Να ελέγξεις αναθέσεις.
Να εξετάσεις εάν κάποιος ευνοήθηκε.
Να δεις εάν ένα έργο πληρώθηκε περισσότερο από όσο έπρεπε.
Να αναζητήσεις σύγκρουση συμφερόντων.
Εκεί κρίνεται το «φαγοπότι». Όχι στο πόσα κομμάτια κρεατόπιτας μπήκαν σε ένα πιάτο.
Και γιατί να κρυβόμαστε; Ο υπαινιγμός είναι βολικός
Υπάρχει ένας λόγος που αυτού του είδους η πολιτική γραφή είναι αποτελεσματική.
Δεν λέει ευθέως:
«Ο τάδε πήρε παράνομα δημόσιο χρήμα».
Λέει:
«Τρώνε».
Και αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώσει μόνος του τα υπόλοιπα.
Έτσι ο υπαινιγμός κάνει τη δουλειά του χωρίς να χρειάζεται να παρουσιαστεί η απόδειξη που θα απαιτούσε μια ευθεία καταγγελία.
Μόνο που αυτό ακριβώς πρέπει να αποδομήσουμε.
Δεν αρκεί να φυτεύεις μια υποψία και μετά να την ποτίζεις με ειρωνεία μέχρι να μοιάζει με γεγονός.
Αν υπάρχει κάτι, να παρουσιαστεί.
Αν δεν υπάρχει, τότε πρέπει να λέγεται καθαρά ότι μιλάμε για πολιτική σάτιρα και όχι για τεκμηριωμένη οικονομική καταγγελία.
Ο Θεόφιλος δεν έχει ανάγκη από ασυλία – έχει υποχρέωση να ελέγχεται
Και για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση:
Ο Θεόφιλος Μιχαλάτος δεν πρέπει να βρίσκεται στο απυρόβλητο.
Το αντίθετο.
Είναι Δήμαρχος Αργοστολίου και διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα.
Κάθε ευρώ που ξοδεύει ο Δήμος πρέπει να μπορεί να ελεγχθεί.
Κάθε συνεργάτης πρέπει να δικαιολογεί την παρουσία και το αντικείμενό του.
Κάθε ανάθεση πρέπει να εξετάζεται.
Κάθε έργο πρέπει να αξιολογείται ως προς το κόστος και το αποτέλεσμα.
Και όταν υπάρχει τεκμηριωμένη καταγγελία, η Δημοτική Αρχή οφείλει να απαντά με στοιχεία και όχι με υπεκφυγές.
Αυτή ακριβώς όμως η αυστηρότητα πρέπει να ισχύει και προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Όσο σοβαρό είναι να απαιτούμε διαφάνεια από εκείνον που διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα, άλλο τόσο σοβαρό είναι να μη μετατρέπουμε την υποψία σε βεβαιότητα χωρίς στοιχεία.
Υπάρχουν πραγματικά πεδία για σκληρή κριτική
Και το παράδοξο είναι ότι δεν χρειάζονται καν τέτοιου είδους υπαινιγμοί για να ασκηθεί αυστηρός έλεγχος στον Δήμο Αργοστολίου.
Υπάρχει το κυκλοφοριακό.
Υπάρχει το πάρκινγκ.
Υπάρχει η καθαριότητα.
Υπάρχουν έργα που πρέπει να ολοκληρωθούν.
Υπάρχει η κατάσταση των χωριών.
Υπάρχει η καθημερινότητα.
Υπάρχουν οι υποδομές.
Υπάρχει η διαχείριση των χρηματοδοτήσεων.
Υπάρχει η αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών.
Για όλα αυτά η Δημοτική Αρχή μπορεί και πρέπει να κρίνεται αυστηρά.
Αλλά αυτά απαιτούν δουλειά.
Απαιτούν έρευνα, αριθμούς, έγγραφα, αποφάσεις και σύγκριση αποτελεσμάτων.
Το «τρώνε» είναι σαφώς ευκολότερο.
Δέκα ταψιά κρεατόπιτα δεν είναι οικονομικός έλεγχος
Ας επιστρέψουμε λοιπόν εκεί από όπου ξεκίνησε η ιστορία.
Στα Τζαννάτα.
Μπορεί πράγματι να καταναλώθηκαν δέκα ταψιά κρεατόπιτα.
Μπορεί να ήταν περισσότερα.
Μπορεί να ήταν λιγότερα.
Πολιτικά είναι αδιάφορο.
Αν όμως η κρεατόπιτα χρησιμοποιείται ως μεταφορά για κάτι άλλο, τότε ας μιλήσουμε για αυτό το κάτι άλλο.
Αν το μήνυμα είναι ότι υπάρχει διασπάθιση δημόσιου χρήματος, να παρουσιαστούν τα στοιχεία.
Αν το μήνυμα είναι ότι υπάρχει πελατειακή διαχείριση θέσεων, να παρουσιαστούν τα πρόσωπα, οι αποφάσεις και οι σχέσεις.
Αν το μήνυμα είναι ότι κάποιοι πλουτίζουν από τον Δήμο, να παρουσιαστούν οι συμβάσεις και τα ποσά.
Και τότε η συζήτηση θα γίνει πραγματικά ενδιαφέρουσα.
Όχι «πόσο έφαγαν» – πόσο κόστισαν;
Αυτή είναι τελικά η ερώτηση που έχει σημασία.
Όχι πόσα σουβλάκια έφαγε ένας αντιδήμαρχος.
Όχι πόσα πιάτα γίδα δοκίμασε ένας δημοτικός σύμβουλος.
Όχι πόσες κρεατόπιτες εξαφανίστηκαν στα Τζαννάτα.
Αλλά:
Πόσο κόστισε στον δημότη κάθε επιλογή της Δημοτικής Αρχής και τι πήρε πίσω ο δημότης για τα χρήματά του;
Εκεί να γίνει η μεγάλη συζήτηση.
Και αν κάποιος έχει στοιχεία ότι στον Δήμο Αργοστολίου κάποιοι πραγματικά «τρώνε» δημόσιο χρήμα, να τα βγάλει όλα στο φως.
Χωρίς υπονοούμενα.
Χωρίς λογοπαίγνια.
Χωρίς κρεατόπιτες.
Γιατί όταν μιλάμε για δημόσιο χρήμα, το χιούμορ μπορεί να ανοίξει τη συζήτηση — αλλά μόνο οι αποδείξεις μπορούν να στηρίξουν την κατηγορία.



