Η ανάρτηση του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, με αφορμή ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον γράφημα για τη φτώχεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιχειρεί να περάσει ένα συγκεκριμένο μήνυμα: ότι στην Ελλάδα έχουμε μια σχεδόν έμφυτη τάση να βλέπουμε την πραγματικότητα χειρότερη από όσο πραγματικά είναι.
Ο υπουργός γράφει ότι πρέπει να καταπολεμήσουμε τη «φυσική μας τάση να τα βλέπουμε όλα πιο δύσκολα», καταλογίζει στα ΜΜΕ ότι υπερτονίζουν τα άσχημα και καλεί τους πολίτες να αφήσουν πίσω τους «μίζερους».
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.
Το ίδιο το γράφημα που συνοδεύει την ανάρτηση μπορεί να διαβαστεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Και αν δίπλα του τοποθετηθούν τα υπόλοιπα στοιχεία της Eurostat, η συζήτηση γίνεται πολύ πιο σύνθετη από το «οι Έλληνες είναι απαισιόδοξοι».
Το 67% δεν προέκυψε από τα ΜΜΕ
Στο γράφημα υπάρχουν δύο διαφορετικοί δείκτες.
Ο πρώτος αφορά το ποσοστό των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Ο δεύτερος αφορά την υποκειμενική φτώχεια: ανθρώπους δηλαδή που, με βάση την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους, θεωρούν ότι είναι φτωχοί.
Στην Ελλάδα η διαφορά είναι εντυπωσιακή.
Περίπου 28% βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ το ποσοστό της υποκειμενικής φτώχειας στο συγκεκριμένο γράφημα φτάνει στο 67%.
Πράγματι, υπάρχει τεράστια απόσταση.
Αλλά από πού προκύπτει ότι η σωστή ερμηνεία αυτής της απόστασης είναι πως οι Έλληνες είναι «μίζεροι»;
Θα μπορούσε να σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό: ότι τα επίσημα στατιστικά όρια της φτώχειας δεν αποτυπώνουν πλήρως την οικονομική πίεση που αισθάνεται ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας.
Άλλωστε, ο δείκτης κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού δεν μετρά απλώς αν «τα βγάζεις πέρα». Έχει συγκεκριμένο ευρωπαϊκό στατιστικό ορισμό και συνδυάζει τον κίνδυνο εισοδηματικής φτώχειας, τη σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση και την πολύ χαμηλή ένταση εργασίας.
Επομένως, το ότι κάποιος δεν περιλαμβάνεται στο 27,5% δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ζει οικονομικά άνετα.
Και το 28% είναι από μόνο του εξαιρετικά υψηλό
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη σημαντικότερο που χάνεται στην πολιτική ανάγνωση του γραφήματος.
Η Eurostat ανακοίνωσε τον Απρίλιο του 2026 ότι το 27,5% του πληθυσμού της Ελλάδας βρισκόταν το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 20,9%.
Και η Ελλάδα βρισκόταν ανάμεσα στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.
Άρα, πριν ακόμη φτάσουμε στο 67% της υποκειμενικής φτώχειας, υπάρχει ένα αντικειμενικό δεδομένο:
περισσότερος από ένας στους τέσσερις κατοίκους της Ελλάδας βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Αυτό δύσκολα περιγράφεται ως αποτέλεσμα εθνικής απαισιοδοξίας.
Η αγοραστική δύναμη δίνει μια δεύτερη απάντηση
Υπάρχει ακόμη ένας δείκτης που βοηθά να καταλάβουμε γιατί οι πολίτες μπορεί να αισθάνονται πολύ μεγαλύτερη οικονομική πίεση από εκείνη που φαίνεται σε ορισμένους μακροοικονομικούς δείκτες.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην Ελλάδα το 2025 βρισκόταν στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ.
Μαζί με τη Βουλγαρία ήταν το χαμηλότερο επίπεδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι η «φτωχότερη χώρα» με κάθε πιθανό οικονομικό κριτήριο. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν ταυτίζεται με το διαθέσιμο εισόδημα ενός νοικοκυριού.
Αποδεικνύει όμως ότι η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη.
Και υπάρχει ένας ακόμη πιο κοντινός στην καθημερινότητα δείκτης: η πραγματική ατομική κατανάλωση (AIC), την οποία η ίδια η Eurostat χρησιμοποιεί ως μέτρο της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών.
Άρα, το επιχείρημα «είμαστε μεταξύ των πλουσιότερων χωρών του κόσμου» μπορεί να είναι αληθές όταν συγκρίνουμε την Ελλάδα με το σύνολο του πλανήτη.
Δεν απαντά όμως στο διαφορετικό ερώτημα:
πώς ζει σήμερα ο Έλληνας σε σύγκριση με τον Ευρωπαίο με τον οποίο μοιράζεται την ίδια ενιαία αγορά και, στις περισσότερες περιπτώσεις, το ίδιο νόμισμα;
Το στεγαστικό εξηγεί πολλά
Και εδώ έρχεται ίσως το ισχυρότερο στοιχείο.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 τα νοικοκυριά στην Ευρωπαϊκή Ένωση δαπανούσαν κατά μέσο όρο περίπου 19% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση.
Στην Ελλάδα;
36%.
Ήταν το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, η Ελλάδα είχε και το υψηλότερο ποσοστό housing cost overburden, δηλαδή ανθρώπων των οποίων το συνολικό κόστος στέγασης ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους: 28,9%.
Εδώ αρχίζει να αποκτά διαφορετικό νόημα το περίφημο 67%.
Ο πολίτης δεν ανοίγει κάθε πρωί τη Eurostat για να αποφασίσει αν αισθάνεται οικονομικά άνετος.
Βλέπει το ενοίκιο.
Βλέπει τη δόση.
Βλέπει το ηλεκτρικό ρεύμα.
Βλέπει το σούπερ μάρκετ.
Βλέπει τι του απομένει στο τέλος του μήνα.
Ακόμη πιο δύσκολη η εικόνα για τα παιδιά
Υπάρχουν και στοιχεία που δύσκολα μπορούν να αποδοθούν σε «γκρίνια».
Η Eurostat ανακοίνωσε ότι το 33,6% των παιδιών στην Ελλάδα αντιμετώπιζε υλική στέρηση το 2024.
Ήταν το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πάνω ακόμη και από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.
Στις ηλικίες 15-29 ετών, η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση στην Ελλάδα ήταν επίσης από τις υψηλότερες στην ΕΕ.
Αυτά δεν είναι συναισθήματα.
Είναι μετρήσεις.
Ναι, η Ελλάδα έχει προχωρήσει – αλλά αυτό δεν ακυρώνει την καθημερινότητα
Εδώ χρειάζεται και η αντίθετη παραδοχή.
Θα ήταν εξίσου λανθασμένο να παρουσιάζεται η Ελλάδα ως χώρα στην οποία δεν έχει βελτιωθεί τίποτα.
Η οικονομία έχει καταγράψει ανάπτυξη, η χώρα έχει ανακτήσει επενδυτική βαθμίδα, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και σημαντικοί δημοσιονομικοί δείκτες έχουν βελτιωθεί.
Ακόμη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% το 2025.
Αυτά είναι πραγματικά δεδομένα και δεν υπάρχει λόγος να υποβαθμίζονται.
Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:
«η ελληνική οικονομία έχει βελτιωθεί»
και στο:
«οι πολίτες που δηλώνουν ότι δυσκολεύονται απλώς βλέπουν τα πράγματα πιο μαύρα από όσο είναι».
Το πρώτο μπορεί να τεκμηριωθεί.
Το δεύτερο χρειάζεται πολύ περισσότερη απόδειξη.
Μάλιστα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην τελευταία πρόβλεψή της αναφέρει ότι η ενεργειακή επιβάρυνση το 2026 διαβρώνει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και περιορίζει την αύξηση της κατανάλωσης.
Το ερώτημα που αντιστρέφει ολόκληρη την ανάρτηση
Ίσως λοιπόν η πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση του γραφήματος να μην είναι:
«Γιατί οι Έλληνες αισθάνονται τόσο φτωχοί ενώ δεν είναι;»
Αλλά:
«Γιατί το 67% των Ελλήνων αισθάνεται φτωχό;»
Αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει να απασχολήσει οποιαδήποτε κυβέρνηση.
Γιατί όταν δύο στους τρεις πολίτες μιας χώρας δηλώνουν ότι αισθάνονται φτωχοί, δεν αρκεί να τους εξηγήσεις ότι κάνουν λάθος.
Πρέπει να αναζητήσεις τι υπάρχει πίσω από αυτή την αντίληψη.
Και όταν την ίδια στιγμή η χώρα έχει 27,5% του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, βρίσκεται στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS και καταγράφει τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στέγασης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε υπάρχουν αρκετές αντικειμενικές ενδείξεις ότι η οικονομική ανασφάλεια δεν είναι απλώς προϊόν «μίζερων», αρνητικών ΜΜΕ ή συλλογικής απαισιοδοξίας.
Η αισιοδοξία είναι χρήσιμη.
Η πρόοδος πρέπει να αναγνωρίζεται όταν υπάρχει.
Αλλά η αισιοδοξία δεν μπορεί να επιβάλλεται στους πολίτες ως υποχρέωση ούτε η οικονομική δυσκολία να βαφτίζεται μιζέρια.
Γιατί τελικά το ίδιο το γράφημα που χρησιμοποιήθηκε για να αποδείξει ότι οι Έλληνες βλέπουν τη ζωή τους χειρότερα από όσο είναι, μπορεί να θέτει ένα πολύ πιο άβολο ερώτημα:
Μήπως οι πολίτες δεν αδικούν την Ελλάδα όταν λένε ότι δυσκολεύονται; Μήπως απλώς περιγράφουν την καθημερινότητα που βιώνουν;



