Το τελευταίο δημοσίευμα για το υπό ίδρυση κόμμα του Αντώνη Σαμαρά έχει ενδιαφέρον όχι τόσο για αυτά που αποκαλύπτει, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί να τα ερμηνεύσει.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των «Παραπολιτικών», «γαλάζιες πηγές» εκτιμούν ότι η ζημιά που μπορεί να προκαλέσει το νέο κόμμα στη Νέα Δημοκρατία θα είναι περιορισμένη σε επίπεδο στελεχών. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι οι άνθρωποι που προσεγγίζονται δεν προέρχονται από το «πάνω ράφι» της ΝΔ αλλά από τα «πολύ κάτω», αναφέροντας μεταξύ άλλων τον Κώστα Μαρκόπουλο και τον Νίκο Καραχάλιο.
Ας δεχθούμε προς στιγμήν ότι η συγκεκριμένη εκτίμηση είναι απολύτως ακριβής.
Υπάρχει όμως ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα:
Από πότε οι εκλογές κερδίζονται από τα “ράφια” των στελεχών και όχι από τους ψηφοφόρους;
Γιατί εκεί βρίσκεται η πραγματική πολιτική συζήτηση.
Το κόμμα δεν υπάρχει ακόμη – αλλά η ΝΔ ήδη αξιολογεί τα στελέχη του
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν έχει ακόμη παρουσιάσει επισήμως νέο κόμμα. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, η ανακοίνωσή του τοποθετείται πιθανότατα μέσα στον Σεπτέμβριο, ενώ το προηγούμενο διάστημα υπήρχαν διαφορετικές εισηγήσεις για τον χρόνο της κίνησης.
Κι όμως, εδώ και μήνες το υποθετικό ακόμη κόμμα αποτελεί σταθερό αντικείμενο πολιτικής συζήτησης.
Ποιοι θα πάνε;
Ποιοι δεν θα πάνε;
Πόσους θα πάρει από τη ΝΔ;
Από πού θα αντλήσει ψηφοφόρους;
Θα συνεργαστεί μετεκλογικά;
Θα απειλήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη;
Το Μέγαρο Μαξίμου έχει ήδη επεξεργαστεί στρατηγική αντιμετώπισης του Σαμαρά ως πολιτικού αντιπάλου εφόσον προχωρήσει στην ίδρυση κόμματος.
Επομένως υπάρχει μια προφανής αντίφαση:
Δεν μπορεί από τη μία το εγχείρημα να παρουσιάζεται ως περίπου αμελητέο και από την άλλη να αποτελεί αντικείμενο συνεχούς πολιτικής και επικοινωνιακής διαχείρισης.
Η δημοσκόπηση που δυσκολεύει το αφήγημα του «κάτω ραφιού»
Και εδώ αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα για την επιχειρηματολογία.
Σε δημοσκόπηση της Interview τον Ιούνιο, το 12% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι θα ψήφιζε ένα κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά.
Προσοχή: αυτό δεν σημαίνει ότι ένα κόμμα Σαμαρά θα πάρει 12% στις εκλογές.
Η δυνητική ψήφος είναι τελείως διαφορετικό μέγεθος από την πρόθεση ψήφου. Μέχρι να υπάρξουν όνομα, πρόγραμμα, ψηφοδέλτια, πολιτική καμπάνια και πραγματική εκλογική επιλογή, κανείς σοβαρός αναλυτής δεν μπορεί να μετατρέψει μια τέτοια μέτρηση σε εκλογική πρόβλεψη.
Υπάρχει όμως και δεύτερο εύρημα.
Σύμφωνα με στοιχεία GPO που δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο, το ποσοστό όσων δήλωναν ότι θεωρούν «πολύ πιθανό» να ψηφίσουν κόμμα Σαμαρά είχε ανέβει στο 12,3% από 9,2%, ενώ εκείνοι που δήλωναν βέβαιοι ότι θα το ψηφίσουν έφταναν το 4,6%. Το σημαντικότερο πολιτικά στοιχείο ήταν ότι η δυνητική απήχηση εμφανιζόταν ιδιαίτερα αυξημένη μεταξύ ψηφοφόρων της ΝΔ.
Αυτό δεν εγγυάται την επιτυχία του εγχειρήματος.
Αποδεικνύει όμως ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν ο τάδε υποψήφιος της ΝΔ είχε βγει τρίτος, πέμπτος ή δέκατος στην περιφέρειά του.
Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται το «πάνω ράφι» για να δημιουργήσει πρόβλημα
Εδώ βρίσκεται ίσως η βασικότερη λανθασμένη ανάγνωση.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν χρειάζεται να πάρει είκοσι εν ενεργεία βουλευτές της ΝΔ για να προκαλέσει πολιτική ζημιά στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Δεν χρειάζεται καν να πάρει πέντε.
Χρειάζεται ψηφοφόρους.
Και κυρίως ψηφοφόρους από εκείνο το κομμάτι της παραδοσιακής Νέας Δημοκρατίας που θεωρεί ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει μετακινηθεί υπερβολικά προς το Κέντρο ή διαφωνεί με επιλογές της στα εθνικά θέματα, στη μεταναστευτική πολιτική, στην κοινωνική ατζέντα ή συνολικά στην ιδεολογική φυσιογνωμία της παράταξης.
Το ότι αυτό το ακροατήριο απασχολεί τη ΝΔ δεν αποτελεί αντιπολιτευτική εφεύρεση.
Ακόμη και στελέχη της κυβερνητικής παράταξης αναγνωρίζουν ότι ένα κόμμα Σαμαρά θα προκαλέσει απώλειες στη ΝΔ, παρότι εκτιμούν ότι μπορεί να πλήξει περισσότερο άλλα κόμματα στα δεξιά της.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το «δεν υπάρχει πρόβλημα».
Υπάρχει βέβαια και το αντίθετο σενάριο
Για να είναι όμως ολοκληρωμένη η ανάλυση, πρέπει να ειπωθεί και κάτι που δεν βολεύει όσους θεωρούν δεδομένη την επιτυχία Σαμαρά.
Το εγχείρημα έχει μπροστά του πραγματικές δυσκολίες.
Ο χώρος δεξιά της ΝΔ είναι ήδη κατακερματισμένος και διαθέτει υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς. Επιπλέον, άλλο πράγμα η δημοφιλία ή η αναγνωρισιμότητα ενός πρώην πρωθυπουργού και άλλο η δημιουργία πανελλαδικού κομματικού μηχανισμού.
Χρειάζονται ψηφοδέλτια σε όλη τη χώρα.
Οργανώσεις.
Πρόγραμμα.
Χρηματοδότηση.
Νέα πρόσωπα.
Και κυρίως μια πειστική απάντηση στο ερώτημα:
Γιατί χρειάζεται σήμερα ένα νέο κόμμα Σαμαρά;
Εάν το εγχείρημα παρουσιαστεί αποκλειστικά ως προσωπική σύγκρουση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, μπορεί να συναντήσει γρήγορα εκλογικό ταβάνι.
Εάν, αντιθέτως, καταφέρει να αποκτήσει πολιτική ταυτότητα πέρα από την προσωπική αντιπαράθεση, τότε τα δεδομένα αλλάζουν.
Το σημαντικότερο πρόβλημα για τη ΝΔ μπορεί να βρίσκεται αλλού
Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα παράμετρος.
Ορισμένες αναλύσεις υποστηρίζουν ότι ένα κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε τελικά να λειτουργήσει ακόμη και ευνοϊκά για τον Μητσοτάκη, εφόσον αποδυναμώσει περισσότερο τα υπόλοιπα κόμματα δεξιά της ΝΔ και κατακερματίσει περαιτέρω αυτόν τον χώρο.
Είναι υπαρκτό σενάριο.
Αλλά υπάρχει και το αντίθετο.
Εάν το κόμμα Σαμαρά περάσει το όριο εισόδου στη Βουλή και ταυτόχρονα αφαιρέσει ένα κρίσιμο ποσοστό από τη ΝΔ, μπορεί να κάνει ακόμη δυσκολότερη την αυτοδυναμία και να επηρεάσει αποφασιστικά τις μετεκλογικές ισορροπίες.
Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ότι δημοσιεύματα ήδη καταγράφουν στο εσωτερικό της ΝΔ προβληματισμό για πιθανές διαρροές προς τον πρώην πρωθυπουργό και για τις συνέπειες που θα μπορούσαν να έχουν στα μετεκλογικά σενάρια.
Το «κάτω ράφι» μπορεί τελικά να είναι λάθος ερώτημα
Συνεπώς, η συζήτηση για το αν τα στελέχη που προσεγγίζει ο Σαμαράς βρίσκονται στο «πάνω», στο «μεσαίο» ή στο «κάτω ράφι» έχει περιορισμένη πολιτική αξία.
Τα κόμματα δεν είναι κατάστημα στελεχών.
Και η ιστορία έχει δείξει πολλές φορές ότι μεγάλα ονόματα δεν εγγυώνται ψήφους, όπως και άγνωστα στελέχη δεν αποκλείουν μια πολιτική δυναμική.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:
Υπάρχει σήμερα μέσα στη ΝΔ και γύρω από αυτήν ένα εκλογικό ακροατήριο που αισθάνεται πολιτικά άστεγο και θα μπορούσε να εκφραστεί από τον Αντώνη Σαμαρά;
Οι δημοσκοπήσεις μέχρι στιγμής δεν μας επιτρέπουν να απαντήσουμε ότι αυτό το ακροατήριο θα μετατραπεί οπωσδήποτε σε μεγάλο εκλογικό ποσοστό.
Μας επιτρέπουν όμως να πούμε ότι υπάρχει δεξαμενή που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Και ίσως αυτό εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί ένα κόμμα που ακόμη δεν έχει όνομα, δεν έχει παρουσιασμένο πρόγραμμα και δεν έχει ανακοινωμένα ψηφοδέλτια προκαλεί ήδη τόσες αναλύσεις για το ποιος θα πάει και ποιος θα μείνει.
Ο Αντώνης Σαμαράς θα κριθεί όταν παρουσιάσει το κόμμα του – εφόσον τελικά το παρουσιάσει.
Τότε θα φανεί αν διαθέτει πραγματική κοινωνική και εκλογική δυναμική ή αν οι προσδοκίες ήταν μεγαλύτερες από την πραγματικότητα.
Μέχρι τότε, όμως, υπάρχει μια μάλλον παράδοξη εικόνα: όσο περισσότερο επιχειρείται να αποδειχθεί ότι το κόμμα Σαμαρά δεν αποτελεί απειλή για τη ΝΔ, τόσο περισσότερο αποδεικνύεται ότι η ΝΔ θεωρεί πως αξίζει να ασχολείται μαζί του.



