Ο Λυκούδης «έθεσε τα προβλήματα» στον Κυρανάκη – Μόνο που πολλές από τις πόρτες ήταν ήδη ανοιχτές
Υπάρχει ένα ωραίο επικοινωνιακό σχήμα που μπορεί να στηθεί γύρω από τις δύο συναντήσεις του Κωνσταντίνου Κυρανάκη στην Κεφαλονιά.
Το πρωί ο Δήμαρχος Αργοστολίου Θεόφιλος Μιχαλάτος μιλά για χρηματοδοτήσεις, έργα και αναπλάσεις και αναγνωρίζει τη συνεργασία με την κυβέρνηση.
Το απόγευμα ο επικεφαλής της «Ισχυρής Κεφαλονιάς» Γιάννης Λυκούδης βάζει στο τραπέζι Νοσοκομείο, σχολεία, στεγαστικό, Αστυνομικό Μέγαρο, δασικούς χάρτες, οδικό δίκτυο και λιμάνι.
Και από αυτή τη χρονική ακολουθία επιχειρείται εύκολα να κατασκευαστεί μια πολύ βολική πολιτική εικόνα:
Ο ένας ευχαριστεί. Ο άλλος διεκδικεί.
Ο ένας παρουσιάζει τα έργα. Ο άλλος θυμίζει τα προβλήματα.
Μόνο που τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.
Γιατί άλλο τι περιλαμβάνει το δελτίο Τύπου μιας συγκεκριμένης εθιμοτυπικής συνάντησης και εντελώς άλλο ποια ζητήματα έχει θέσει ένας Δήμαρχος στη διάρκεια της θητείας του.
Και, κυρίως, πολλά από τα «χρόνια αγκάθια» που έθεσε ο Γιάννης Λυκούδης δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά στην κυβερνητική ατζέντα επειδή τα ανέφερε στον Κωνσταντίνο Κυρανάκη.
Ήταν ήδη εκεί.
Σχολεία: Το θέμα δεν εμφανίστηκε τώρα
Ένα από τα βασικά ζητήματα που τέθηκαν είναι οι σχολικές υποδομές και οι εκκρεμότητες που παραμένουν μετά τους σεισμούς του 2014.
Πρόκειται ασφαλώς για σοβαρό ζήτημα.
Αλλά σε καμία περίπτωση για καινούργιο ζήτημα που κάποιος χρειάστηκε να «αποκαλύψει».
Ακόμη και η δημόσια αντιπαράθεση του 2024 μεταξύ της «Ισχυρής Κεφαλονιάς» και της δημοτικής αρχής αποδεικνύει ότι η σχολική στέγη βρισκόταν ήδη στην πολιτική ατζέντα. Σε ανακοίνωση της ίδιας της αντιπολίτευσης γινόταν τότε αναφορά στις δεσμεύσεις του Μιχαλάτου για την κάλυψη των αναγκών σχολικής στέγης.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι η Δημοτική Αρχή δεν έχει κάνει αρκετά.
Μπορεί να της καταλογίσει καθυστερήσεις.
Μπορεί να απαιτήσει αποτελέσματα.
Αυτά είναι απολύτως θεμιτή πολιτική κριτική.
Δεν μπορεί όμως ταυτόχρονα να δημιουργείται η εντύπωση ότι το ζήτημα της σχολικής στέγης μπήκε τώρα στο τραπέζι.
Άλλο «δεν λύθηκε» και άλλο «δεν τέθηκε».
Λιμάνι Αργοστολίου: Εδώ η «νέα διεκδίκηση» πέφτει πάνω στα ίδια τα γεγονότα
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του λιμανιού.
Η πρόταση για μεταφορά του εμπορικού λιμένα απέναντι δεν αποτελεί κάποιο καινούργιο θέμα που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στον Κυρανάκη.
Ο ίδιος ο Θεόφιλος Μιχαλάτος είχε παρουσιάσει δημόσια από το 2023 σχεδιασμό που περιλάμβανε μεταφορά του εμπορικού λιμανιού στο Δράπανο, νέες θέσεις στάθμευσης, επέκταση της μαρίνας, αναπλάσεις και δεύτερο μπαστούνι για κρουαζιερόπλοια.
Επομένως εδώ τα πράγματα είναι ακόμη πιο καθαρά.
Ο Γιάννης Λυκούδης ασφαλώς δικαιούται να επαναφέρει το θέμα.
Μπορεί να προτείνει διαφορετική λύση.
Μπορεί να θεωρεί ότι ο υπάρχων σχεδιασμός καθυστερεί ή δεν είναι επαρκής.
Αλλά το να παρουσιάζεται η αναφορά στο λιμάνι ως στοιχείο που αποδεικνύει ότι εκείνος έβαλε στο τραπέζι «όσα δεν έγιναν», απέναντι σε έναν Δήμαρχο που περιορίστηκε στα «ευχαριστώ», παραβλέπει ένα πολύ απλό γεγονός:
Ο Δήμαρχος είχε ήδη βάλει δημόσια το συγκεκριμένο θέμα στην ατζέντα χρόνια πριν.
Και στο Νοσοκομείο η σχέση του Δήμου με τα προβλήματα δεν ξεκίνησε αυτή την εβδομάδα
Το ίδιο χρειάζεται προσοχή και στην Υγεία.
Οι σημερινές ελλείψεις ιατρικού προσωπικού αποτελούν πραγματικό και σοβαρό πρόβλημα και προφανώς κάθε αυτοδιοικητικός παράγοντας δικαιούται να απαιτεί λύσεις.
Αλλά ούτε το Νοσοκομείο εμφανίστηκε ξαφνικά ως τοπικό ζήτημα επειδή το ανέφερε ο Λυκούδης.
Υπάρχουν καταγεγραμμένες θεσμικές επαφές του Μιχαλάτου με τη διοίκηση του Νοσοκομείου ήδη από το 2020, όταν είχε συζητηθεί μεταξύ άλλων η αξιοποίηση του παλιού παιδικού νοσοκομείου και το ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ, με τον Δήμο να δηλώνει ότι θα συνδράμει σε ζητήματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων του.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο Δήμος έχει λύσει τα σημερινά προβλήματα στελέχωσης — ούτε άλλωστε η στελέχωση του Νοσοκομείου αποτελεί δημοτική αρμοδιότητα.
Αποδεικνύει όμως ότι είναι υπερβολικά απλοϊκό να παρουσιάζεται η εικόνα ενός Δημάρχου που μιλά μόνο για αναπλάσεις και ενός αντιπολιτευόμενου που ξαφνικά έφερε στο προσκήνιο την Υγεία.
Το βασικό τέχνασμα: μία συνάντηση μετατρέπεται σε ολόκληρη πολιτική ταυτότητα
Εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα της επιχειρηματολογίας.
Από το περιεχόμενο μίας συγκεκριμένης συνάντησης επιχειρείται να εξαχθεί συμπέρασμα για τη συνολική πολιτική συμπεριφορά δύο ανθρώπων.
Ο Μιχαλάτος μίλησε στον Κυρανάκη για χρηματοδοτήσεις και έργα;
Άρα παρουσιάζεται περίπου ως ο Δήμαρχος του «ευχαριστώ».
Ο Λυκούδης παρουσίασε κατάλογο εκκρεμοτήτων;
Άρα μετατρέπεται στον πολιτικό του «όμως».
Αυτό όμως είναι επικοινωνιακό σχήμα, όχι απόδειξη.
Ο εν ενεργεία Δήμαρχος και ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης έχουν άλλωστε διαφορετικούς θεσμικούς ρόλους.
Ο πρώτος οφείλει να παρουσιάζει τι έχει χρηματοδοτηθεί, τι εκτελείται, τι βρίσκεται σε εξέλιξη και τι χρειάζεται περαιτέρω στήριξη.
Ο δεύτερος οφείλει να αναδεικνύει όσα θεωρεί ότι δεν έχουν γίνει ή δεν έχουν γίνει αρκετά.
Το περίεργο θα ήταν να συνέβαινε το αντίθετο.
Δηλαδή ο Μιχαλάτος δεν έπρεπε να αναγνωρίσει τις χρηματοδοτήσεις;
Υπάρχει και ένα δεύτερο παράδοξο.
Η αναγνώριση της κυβερνητικής χρηματοδότησης παρουσιάζεται περίπου σαν πολιτικό μειονέκτημα.
Γιατί;
Εάν ένας Δήμος έχει εξασφαλίσει δημόσιους πόρους για έργα, ο Δήμαρχος όταν συναντά κυβερνητικά στελέχη τι ακριβώς πρέπει να πει;
Ότι δεν τους πήρε;
Ότι τα έργα δεν υπάρχουν;
Ή ότι δεν επιθυμεί περαιτέρω συνεργασία με την κυβέρνηση επειδή πρέπει να αποδείξει πόσο «διεκδικητικός» είναι;
Η θεσμική σχέση Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κεντρικού κράτους δεν λειτουργεί έτσι.
Ο Δήμαρχος οφείλει και να συνεργάζεται και να διεκδικεί.
Να αναγνωρίζει ό,τι χρηματοδοτείται και ταυτόχρονα να πιέζει για ό,τι εκκρεμεί.
Η μία λειτουργία δεν αναιρεί την άλλη.
Και ο Λυκούδης; Πολύ καλά έκανε
Για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση:
Πολύ καλά έκανε ο Γιάννης Λυκούδης και έθεσε τα προβλήματα.
Αυτό ακριβώς πρέπει να κάνει.
Εάν υπάρχουν κενές θέσεις στο Νοσοκομείο, πρέπει να τις αναδεικνύει.
Εάν υπάρχουν άλυτα προβλήματα σχολικής στέγης, πρέπει να τα επαναφέρει.
Εάν θεωρεί ότι απαιτούνται διαφορετικές λύσεις για το λιμάνι, το οδικό δίκτυο ή τους δασικούς χάρτες, πρέπει να τις καταθέτει.
Η αντιπολίτευση δεν υπάρχει για να χειροκροτεί τη Δημοτική Αρχή.
Υπάρχει για να ελέγχει, να πιέζει και να προτείνει.
Αλλά υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στο:
«Ο Λυκούδης επανέφερε σημαντικά προβλήματα που παραμένουν άλυτα»
και στο:
«Ο Λυκούδης παρουσίασε στον κυβερνητικό επισκέπτη την Κεφαλονιά των προβλημάτων που ο Μιχαλάτος δεν του έδειξε».
Το πρώτο αποτελεί περιγραφή ενός πολιτικού γεγονότος.
Το δεύτερο αποτελεί ερμηνεία που χρειάζεται πολύ περισσότερα στοιχεία για να σταθεί.
«Παραβίαση ανοιχτών θυρών»
Αυτό είναι τελικά το ουσιαστικότερο σημείο.
Τα προβλήματα που τέθηκαν δεν είναι ασήμαντα.
Το αντίθετο.
Ακριβώς επειδή είναι σημαντικά πρέπει να επανέρχονται μέχρι να λυθούν.
Αλλά άλλο πράγμα είναι να επαναφέρεις μια διεκδίκηση και άλλο να εμφανίζεσαι σαν να την ανακάλυψες.
Η σχολική στέγη ήταν ήδη στην πολιτική αντιπαράθεση.
Το λιμάνι και η μεταφορά εμπορικών λειτουργιών στο Δράπανο είχαν ήδη ενταχθεί δημόσια στον σχεδιασμό της Δημοτικής Αρχής από το 2023.
Ζητήματα που αφορούν το Νοσοκομείο και τις υποδομές του απασχολούν θεσμικές επαφές του Δήμου εδώ και χρόνια.
Ακόμη και σήμερα ο Δήμος εξακολουθεί να παρεμβαίνει στις σχολικές υποδομές και να δηλώνει δημόσια ότι η εξασφάλιση ασφαλών και λειτουργικών σχολικών μονάδων αποτελεί συνεχή ευθύνη.
Άρα, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν μιλάμε για κλειστές πόρτες που κάποιος άνοιξε.
Μιλάμε για πόρτες ήδη ανοιχτές.
Και ο Λυκούδης καλά έκανε και τις ξαναχτύπησε.
Αλλά ας αποδώσουμε στην κίνησή του αυτό που πραγματικά ήταν: μια θεμιτή αντιπολιτευτική παρέμβαση πάνω σε γνωστά και σε μεγάλο βαθμό ήδη καταγεγραμμένα προβλήματα.
Όχι την αποκάλυψη μιας «άλλης Κεφαλονιάς» που μέχρι εκείνο το απόγευμα κανείς δεν είχε παρουσιάσει.
Γιατί η Κεφαλονιά δεν χωρίζεται τόσο εύκολα σε δύο βολικές εικόνες.
Υπάρχουν έργα που χρηματοδοτήθηκαν και πρέπει να αναγνωρίζονται.
Υπάρχουν προβλήματα που παραμένουν και πρέπει να διεκδικούνται λύσεις.
Υπάρχουν κυβερνητικές ευθύνες.
Υπάρχουν δημοτικές ευθύνες.
Υπάρχει συμπολίτευση και υπάρχει αντιπολίτευση.
Αλλά το γεγονός ότι ο ένας σε μία συνάντηση μίλησε περισσότερο για τα έργα και ο άλλος σε μία διαφορετική συνάντηση περισσότερο για τις εκκρεμότητες δεν αρκεί για να μετατρέψει τον πρώτο σε άνθρωπο των «ευχαριστιών» και τον δεύτερο σε αποκλειστικό εκφραστή της διεκδίκησης.
Και κυρίως δεν αλλάζει ένα απλό γεγονός:
Πολλά από αυτά που παρουσιάστηκαν ως «χρόνια αγκάθια» ήταν ήδη χρόνια γνωστά, είχαν ήδη συζητηθεί και βρίσκονταν ήδη στην πολιτική και θεσμική ατζέντα.
Οπότε, ναι, να τα ξαναθέσουμε.
Να τα ξαναθέσουμε και αύριο, αν δεν λυθούν.
Αλλά χωρίς να βαφτίζουμε την επανάληψη «αποκάλυψη» και την παραβίαση ανοιχτών θυρών «νέα διεκδίκηση».



