Το παράδοξο με το επίδομα παιδιού: Ζευγάρι με 2 παιδιά περνά τα 30.000 ευρώ και χάνει ακόμη και τα 56 ευρώ – Πώς λειτουργεί ο «κόφτης»

Η Ελλάδα συζητά εδώ και χρόνια για το δημογραφικό, για τη μείωση των γεννήσεων και για την ανάγκη ουσιαστικής στήριξης της οικογένειας.

Την ίδια στιγμή, όμως, το ίδιο το σύστημα του επιδόματος παιδιού δημιουργεί ένα εντυπωσιακό παράδοξο:

Ένα ζευγάρι με δύο παιδιά, μόλις ξεπεράσει συγκεκριμένο εισοδηματικό όριο, μπορεί να χάσει ακόμη και τα τελευταία 56 ευρώ τον μήνα του Α21.

Και δεν μιλάμε απαραίτητα για μια οικογένεια υψηλών εισοδημάτων.

Μιλάμε για ένα νοικοκυριό στο οποίο εργάζονται και οι δύο γονείς και το συνολικό ετήσιο εισόδημα περνά οριακά πάνω από το όριο που προκύπτει από τον τρόπο υπολογισμού του επιδόματος.

Το κρίσιμο όριο των 30.000 ευρώ για οικογένεια με δύο παιδιά

Εδώ χρειάζεται να εξηγηθεί ακριβώς πώς λειτουργεί το Α21, γιατί το σύστημα δεν εξετάζει απλώς το συνολικό οικογενειακό εισόδημα.

Χρησιμοποιεί το λεγόμενο «ισοδύναμο οικογενειακό εισόδημα».

Το συνολικό εισόδημα της οικογένειας διαιρείται με μια κλίμακα ισοδυναμίας, η οποία διαμορφώνεται ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.

Για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά, η κλίμακα ισοδυναμίας είναι 2.

Άρα:

30.000 ευρώ οικογενειακό εισόδημα ÷ 2 = 15.000 ευρώ ισοδύναμο οικογενειακό εισόδημα.

Και εδώ βρίσκεται ο «κόφτης».

Η τρίτη και τελευταία εισοδηματική κατηγορία του επιδόματος παιδιού φτάνει μέχρι τα 15.000 ευρώ ισοδύναμου οικογενειακού εισοδήματος.

Εάν το ποσό ξεπεραστεί, η οικογένεια βγαίνει εκτός Α21.

Τι παίρνει μια οικογένεια μέχρι το όριο

Στην τρίτη εισοδηματική κατηγορία προβλέπονται:

28 ευρώ τον μήνα για το πρώτο παιδί

και

άλλα 28 ευρώ για το δεύτερο παιδί.

Συνολικά, δηλαδή, μια οικογένεια με δύο παιδιά δικαιούται 56 ευρώ τον μήνα ή 672 ευρώ σε ετήσια βάση.

Μόλις όμως ξεπεραστεί το ανώτατο όριο του ισοδύναμου οικογενειακού εισοδήματος, η συγκεκριμένη ενίσχυση σταματά.

Και αυτό δημιουργεί το παράδοξο.

Μια οικογένεια μπορεί να βρίσκεται λίγο κάτω από το όριο και να δικαιούται 672 ευρώ τον χρόνο και, με μια σχετικά μικρή αύξηση του ετήσιου εισοδήματός της, να χάσει ολόκληρο το ποσό.

Το πρόβλημα της απότομης διακοπής

Αυτό είναι και το ουσιαστικότερο ζήτημα του συστήματος.

Δεν υπάρχει σταδιακή αποκλιμάκωση μετά το ανώτατο όριο.

Υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο το επίδομα σταματά.

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι μια τετραμελής οικογένεια βρίσκεται ακριβώς στο εισοδηματικό όριο και δικαιούται τα 56 ευρώ τον μήνα.

Εάν το εισόδημά της αυξηθεί τόσο ώστε το ισοδύναμο οικογενειακό εισόδημα να περάσει πάνω από τις 15.000 ευρώ, μπορεί να χαθεί ολόκληρη η παροχή.

Έτσι, μια μικρή αύξηση των αποδοχών δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αντίστοιχη αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.

Ένα μέρος του πρόσθετου μισθού μπορεί ουσιαστικά να εξουδετερωθεί από την απώλεια του επιδόματος.

Δύο εργαζόμενοι γονείς δεν σημαίνει απαραίτητα οικονομική άνεση

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν μεταφερθεί από τους αριθμούς στην πραγματική καθημερινότητα.

Μια οικογένεια με δύο εργαζόμενους γονείς και δύο παιδιά έχει να αντιμετωπίσει ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση, τρόφιμα, μετακινήσεις, σχολικά έξοδα, ένδυση και δεκάδες άλλες πάγιες δαπάνες.

Τα 30.000 ευρώ ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος δεν σημαίνουν 30.000 ευρώ διαθέσιμα για κατανάλωση.

Ούτε βεβαίως αποτελούν από μόνα τους ένδειξη οικονομικής ευχέρειας.

Ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος στέγασης και οι τιμές βασικών αγαθών απορροφούν σημαντικό τμήμα του οικογενειακού προϋπολογισμού, η πραγματική αγοραστική δύναμη ενός τέτοιου νοικοκυριού μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από αυτή που υποδηλώνει ένας ονομαστικός ετήσιος αριθμός.

Τα 56 ευρώ είναι μικρά – αλλά η απώλειά τους έχει σημασία

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι 56 ευρώ τον μήνα δεν αποτελούν ποσό ικανό να καθορίσει εάν μια οικογένεια θα αποκτήσει ή όχι δεύτερο παιδί.

Και προφανώς το δημογραφικό δεν εξηγείται από ένα επίδομα.

Οι αποφάσεις των νέων ζευγαριών επηρεάζονται από ένα πολύ ευρύτερο σύνολο παραγόντων: σταθερή εργασία, μισθούς, στέγαση, κόστος ανατροφής, πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, εργασιακή ασφάλεια και δυνατότητα συνδυασμού οικογένειας και επαγγελματικής ζωής.

Ακριβώς όμως γι’ αυτό αποκτά σημασία και το μήνυμα που εκπέμπει η πολιτεία.

Όταν ακόμη και μια σχετικά μικρή οικογενειακή παροχή εξαφανίζεται απότομα μόλις ξεπεραστεί ένα συγκεκριμένο εισοδηματικό όριο, δημιουργείται εύλογη συζήτηση για το εάν τα κριτήρια ανταποκρίνονται στο σημερινό κόστος ζωής.

Το Α21 σε τρεις κλίμακες

Το ισχύον σύστημα προβλέπει τρεις κατηγορίες ισοδύναμου οικογενειακού εισοδήματος.

Στην πρώτη, έως 6.000 ευρώ, καταβάλλονται 70 ευρώ τον μήνα για το πρώτο παιδί και άλλα 70 ευρώ για το δεύτερο.

Στη δεύτερη, από 6.001 έως 10.000 ευρώ, τα ποσά μειώνονται στα 42 + 42 ευρώ.

Στην τρίτη, από 10.001 έως 15.000 ευρώ, περιορίζονται στα 28 + 28 ευρώ.

Για το τρίτο και κάθε επόμενο παιδί τα ποσά είναι υψηλότερα.

Πάνω όμως από τα 15.000 ευρώ ισοδύναμου οικογενειακού εισοδήματος, το επίδομα δεν καταβάλλεται.

Για την τετραμελή οικογένεια του παραδείγματός μας, αυτό μεταφράζεται σε συνολικό οικογενειακό εισόδημα έως περίπου 30.000 ευρώ.

Το ερώτημα είναι αν τα όρια ακολουθούν την πραγματικότητα

Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι εάν μια οικογένεια δικαιούται 28, 42 ή 70 ευρώ ανά παιδί.

Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι εάν τα εισοδηματικά όρια ενός μέτρου οικογενειακής πολιτικής ανταποκρίνονται πλέον στις οικονομικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες.

Διότι όσο αυξάνονται οι ονομαστικοί μισθοί, χωρίς αντίστοιχη αναπροσαρμογή των ορίων, περισσότερα νοικοκυριά μπορούν να περνούν σε χαμηλότερη κλίμακα ή να βγαίνουν εντελώς από το επίδομα.

Και αυτό μπορεί να συμβαίνει χωρίς η πραγματική οικονομική τους κατάσταση να έχει βελτιωθεί στον ίδιο βαθμό.

Εάν, για παράδειγμα, οι αποδοχές αυξηθούν για να καλύψουν μέρος του πληθωρισμού, αλλά τα εισοδηματικά όρια ενός επιδόματος παραμένουν σταθερά, δημιουργείται μια ιδιότυπη «δημοσιονομική ψαλίδα»:

στα χαρτιά το νοικοκυριό εμφανίζεται πλουσιότερο, αλλά στην πραγματική ζωή μπορεί απλώς να προσπαθεί να καλύψει ακριβότερα τρόφιμα, ενοίκια και λογαριασμούς.

Και όλα αυτά ενώ το δημογραφικό βρίσκεται στο επίκεντρο

Η αντίφαση γίνεται μεγαλύτερη επειδή η οικογενειακή πολιτική βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της δημόσιας συζήτησης για το δημογραφικό.

Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες γεννήσεις, μεγαλύτερη ασφάλεια για τα νέα ζευγάρια και συνθήκες που θα επιτρέπουν σε μια οικογένεια να αποκτήσει δεύτερο ή τρίτο παιδί χωρίς να φοβάται ότι ο οικογενειακός προϋπολογισμός θα τιναχθεί στον αέρα.

Το Α21 από μόνο του δεν μπορεί να λύσει το δημογραφικό.

Μπορεί όμως να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής στήριξης.

Και εδώ ακριβώς γεννάται το ερώτημα:

Είναι λογικό μια οικογένεια δύο εργαζομένων με δύο παιδιά και εισόδημα λίγο πάνω από 30.000 ευρώ να περνά αυτομάτως από τα 56 ευρώ τον μήνα στο μηδέν;

Το θέμα δεν είναι να χαρακτηριστεί αυτή η οικογένεια «φτωχή» ή «πλούσια».

Το θέμα είναι αν ένα απόλυτο εισοδηματικό όριο αποτυπώνει επαρκώς την πραγματική οικονομική δυνατότητα μιας τετραμελούς οικογένειας το 2026.

Το δημογραφικό απαιτεί κάτι περισσότερο από επιδόματα

Η μεγάλη συζήτηση επομένως ξεπερνά τα 56 ευρώ.

Αφορά το κατά πόσο το κράτος μπορεί να δημιουργήσει ένα σύστημα οικογενειακής πολιτικής που δεν θα λειτουργεί με απότομους «κόφτες», αλλά θα λαμβάνει υπόψη την πραγματική οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.

Γιατί το μήνυμα προς ένα νέο ζευγάρι δεν διαμορφώνεται μόνο από μια κυβερνητική εξαγγελία για το δημογραφικό.

Διαμορφώνεται από το ενοίκιο που πρέπει να πληρώσει, τον μισθό που λαμβάνει, το κόστος του σούπερ μάρκετ, τα έξοδα του παιδιού και τελικά από το πόσο ασφαλές αισθάνεται για το μέλλον.

Και όταν μια τετραμελής οικογένεια μπορεί να ξεπεράσει οριακά τα 30.000 ευρώ και να δει ακόμη και την τελευταία βαθμίδα του επιδόματος παιδιού να μηδενίζεται, το ερώτημα για την επάρκεια των σημερινών ορίων γίνεται απολύτως συγκεκριμένο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ