Όταν ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνωρίζει ότι τα εισοδήματα «πρέπει να αυξηθούν με μεγαλύτερη ταχύτητα», τότε το πρόβλημα δεν είναι το αφήγημα της αντιπολίτευσης. Είναι η πραγματικότητα που συναντούν τα νοικοκυριά στο ταμείο, στο ενοίκιο και στους λογαριασμούς.
Υπάρχει ένα ενδιαφέρον παράδοξο στη νέα κυβερνητική επιχειρηματολογία για την οικονομία.
Από τη μία πλευρά, ο Παύλος Μαρινάκης αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε «μια από τις πιο επίμονες περιόδους ανόδου των τιμών», ότι η πίεση είναι μεγαλύτερη για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και ότι τα εισοδήματα, παρά την αύξησή τους, «πρέπει να αυξηθούν με μεγαλύτερη ταχύτητα».
Από την άλλη, επιχειρεί να αποδείξει ότι η κατάσταση των νοικοκυριών βελτιώνεται χρησιμοποιώντας τον μέσο μισθό, τις μειώσεις φόρων, την αύξηση των κρατικών εσόδων και τη συνολική εικόνα της οικονομίας.
Μόνο που εδώ βρίσκεται ακριβώς το πρόβλημα.
Ο πολίτης δεν ζει μέσα στον μέσο όρο. Ζει με το δικό του εισόδημα και πληρώνει τις δικές του τιμές.
Και όταν αρχίσουμε να κοιτάζουμε αυτούς τους αριθμούς, η εικόνα γίνεται πολύ λιγότερο βολική.
Το «31% αύξηση μισθού έναντι 20% πληθωρισμού» είναι πολύ πιο αδύναμο επιχείρημα απ’ όσο ακούγεται
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επικαλείται ένα φαινομενικά πανίσχυρο στοιχείο: σωρευτικό πληθωρισμό άνω του 20%, αλλά αύξηση του μέσου μισθού περίπου 31%. Μάλιστα, αμέσως μετά αναγνωρίζει ο ίδιος ότι οι μέσοι όροι δεν περιγράφουν την κατάσταση κάθε νοικοκυριού και αναφέρει ειδικά τα ενοίκια.
Αυτή η διευκρίνιση δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι η μισή αποδόμηση του επιχειρήματος από τον ίδιο που το χρησιμοποιεί.
Γιατί ο μέσος μισθός δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος που έπαιρνε έναν συγκεκριμένο μισθό πριν από μερικά χρόνια πήρε σήμερα 31% περισσότερο.
Ο μέσος επηρεάζεται από τη σύνθεση της απασχόλησης, τη μείωση της ανεργίας, την είσοδο και έξοδο εργαζομένων από την αγορά εργασίας, τη μεταβολή των αμοιβών σε διαφορετικούς κλάδους και μια σειρά άλλων παραγόντων.
Ακόμη σημαντικότερο: ο γενικός πληθωρισμός δεν είναι ο προσωπικός πληθωρισμός κάθε οικογένειας.
Ένα νοικοκυριό που διαθέτει μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για στέγη, τρόφιμα και ενέργεια μπορεί να έχει βιώσει εντελώς διαφορετική επιβάρυνση από εκείνη που αποτυπώνει ένας γενικός δείκτης.
Επομένως το «31 έναντι 20» δεν αποδεικνύει ότι ο μέσος Έλληνας έγινε 11% πλουσιότερος.
Και θα ήταν οικονομικά λανθασμένο να παρουσιαστεί έτσι.
Η Eurostat δίνει μια πολύ πιο άβολη εικόνα
Αν θέλουμε να μιλήσουμε για το πραγματικό βάρος που σηκώνουν τα νοικοκυριά, ας χρησιμοποιήσουμε και άλλους δείκτες της ίδιας Eurostat.
Το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν μόλις 19%.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό:
28,9% του ελληνικού πληθυσμού βρισκόταν σε συνθήκες υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης, έναντι 8,2% στην ΕΕ.
Η Ελλάδα είχε τη χειρότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και υπάρχει ένας αριθμός ακόμη δυσκολότερος να χωρέσει σε πανηγυρικό κυβερνητικό γράφημα:
43% των ανθρώπων στην Ελλάδα ζούσαν το 2024 σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις σε στεγαστικό δάνειο, ενοίκιο ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.
Πρώτη θέση στην ΕΕ.
Η δεύτερη Βουλγαρία βρισκόταν στο 19%.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της κυβερνητικής αφήγησης.
Δεν είναι ότι τα θετικά μακροοικονομικά στοιχεία είναι ψεύτικα.
Είναι ότι επιλέγονται οι αριθμοί που φωτίζουν την οροφή της οικονομίας και υποβαθμίζονται εκείνοι που περιγράφουν το πάτωμα πάνω στο οποίο πατάει η κοινωνία.
Και η ακρίβεια δεν είναι κάποια ανάμνηση που τελείωσε
Ο Μαρινάκης έχει δίκιο σε ένα πράγμα: η πληθωριστική κρίση δεν είναι αποκλειστικά ελληνική.
Αλλά αυτό δεν αποτελεί απάντηση στο πρόβλημα.
Τον Αύγουστο του 2026 ο εναρμονισμένος πληθωρισμός της Ελλάδας εκτιμήθηκε από τη Eurostat στο 3,7%, έναντι 3,3% στην Ευρωζώνη.
Δηλαδή οι τιμές όχι μόνο δεν επέστρεψαν εκεί όπου βρίσκονταν πριν από την πληθωριστική κρίση —κάτι που άλλωστε δεν σημαίνει η πτώση του πληθωρισμού— αλλά εξακολουθούν να αυξάνονται.
Εδώ γίνεται συχνά ένα επικοινωνιακό τέχνασμα.
«Έπεσε ο πληθωρισμός» δεν σημαίνει «έπεσαν οι τιμές».
Σημαίνει ότι οι τιμές αυξάνονται πιο αργά.
Το επίπεδο τιμών που δημιουργήθηκε από τις προηγούμενες ανατιμήσεις παραμένει και πάνω σε αυτό προστίθενται οι νέες αυξήσεις.
Για τον οικογενειακό προϋπολογισμό αυτή η διαφορά είναι καθοριστική.
Οι 91 μειώσεις φόρων δεν είναι μονάδα μέτρησης του βιοτικού επιπέδου
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αντιπαραθέτει στην κριτική για την ακρίβεια τις «91 μειώσεις φόρων» που, όπως λέει, έχουν γίνει ή προγραμματιστεί μέσα σε επτά χρόνια.
Ακόμη κι αν δεχθούμε αυτούσιο τον κυβερνητικό αριθμό, υπάρχει ένα απλό ερώτημα:
Τι ακριβώς αποδεικνύει ο αριθμός των φορολογικών παρεμβάσεων;
Μπορείς να κάνεις μία τεράστια φορολογική μείωση ή εκατό πολύ μικρές.
Το πλήθος τους δεν μας λέει ούτε πόσα ευρώ κέρδισε το μέσο νοικοκυριό ούτε πόσα από αυτά εξανεμίστηκαν από την ακρίβεια.
Είναι σαν μια κυβέρνηση να ανακοίνωνε ότι έκανε «50 αυξήσεις μισθών» χωρίς να μας λέει πόσο αυξήθηκαν τελικά οι μισθοί.
Στην οικονομία μετράει το αποτέλεσμα, όχι πόσες φορές εκδόθηκε δελτίο Τύπου.
«Αυξάνονται τα φορολογικά έσοδα χωρίς αύξηση φόρων» – σωστά, αλλά λείπει ένα κρίσιμο κομμάτι
Ο Μαρινάκης υποστηρίζει ότι τα φορολογικά έσοδα αυξάνονται παρά τις μειώσεις συντελεστών λόγω περισσότερων θέσεων εργασίας, επενδύσεων, εξαγωγών και περιορισμού της φοροδιαφυγής.
Όλα αυτά μπορούν πράγματι να αυξήσουν τα έσοδα.
Αλλά υπάρχει ένας ακόμη μηχανισμός που δεν πρέπει να εξαφανίζεται από τη συζήτηση:
ο πληθωρισμός αυξάνει και την ονομαστική φορολογική βάση.
Όταν ένα προϊόν από 100 ευρώ κοστίζει 120, ο ΦΠΑ σε ευρώ αυξάνεται εφόσον ο συντελεστής παραμένει ίδιος.
Όταν αυξάνεται ο ονομαστικός μισθός χωρίς αντίστοιχη πλήρη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας, μπορεί επίσης να μεταβάλλεται η πραγματική φορολογική επιβάρυνση.
Άρα το «δεν αυξήσαμε φορολογικούς συντελεστές» δεν ταυτίζεται αυτομάτως με το «ο πληθωρισμός δεν βοήθησε τα δημόσια έσοδα».
Το πιο αποκαλυπτικό σημείο της συνέντευξης είναι τα… 400 ευρώ
Ο Μαρινάκης αναφέρει ως παράδειγμα τα 400 ευρώ προς συνταξιούχους και αμέσως παραδέχεται ότι δεν αρκούν.
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας ολόκληρης της συζήτησης.
Η κυβέρνηση ουσιαστικά λέει:
Ναι, υπάρχει ακρίβεια.
Ναι, πιέζεται η μεσαία τάξη.
Ναι, πιέζονται περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα.
Ναι, οι μισθοί πρέπει να αυξηθούν γρηγορότερα.
Ναι, τα 400 ευρώ δεν αρκούν.
Αλλά ταυτόχρονα ζητά να αξιολογηθεί η πραγματικότητα κυρίως μέσα από την ανάπτυξη, τα δημόσια οικονομικά, τις φορολογικές μειώσεις και τον μέσο μισθό.
Δεν μπορείς όμως να αναγνωρίζεις όλα τα συμπτώματα και μετά να θυμώνεις με τη διάγνωση.
Και υπάρχει η μεγάλη ευρωπαϊκή σύγκριση που δεν εξαφανίζεται
Το 2025 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης ήταν μόλις 68% του μέσου όρου της ΕΕ.
Στο ίδιο ακριβώς επίπεδο βρισκόταν η Βουλγαρία.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι ο ελληνικός και ο βουλγαρικός μισθός είναι ίδιοι. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν είναι μισθός.
Αλλά ούτε μπορεί ο συγκεκριμένος αριθμός να εξαφανίζεται κάθε φορά που ενοχλεί.
Δείχνει ότι, παρά την ανάπτυξη των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται εξαιρετικά χαμηλά ως προς το κατά κεφαλήν παραγόμενο προϊόν σε PPS σε σχέση με την Ευρώπη.
Και αυτό είναι σοβαρό διαρθρωτικό πρόβλημα.
Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται την οικονομική της πολιτική – όχι όμως να αλλάζει το ερώτημα
Υπάρχουν πραγματικές επιτυχίες που δεν χρειάζεται να αμφισβητήσει κανείς για να ασκήσει σοβαρή κριτική.
Η ανεργία έχει μειωθεί θεαματικά σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης.
Η χώρα έχει ανακτήσει επενδυτική βαθμίδα.
Η οικονομία έχει αναπτυχθεί.
Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει αποκλιμακωθεί.
Όλα αυτά έχουν σημασία.
Αλλά το ερώτημα του πολίτη δεν είναι:
«Είναι καλύτεροι σήμερα κάποιοι μακροοικονομικοί δείκτες;»
Το ερώτημα είναι:
«Με τον μισθό μου, αφού πληρώσω ενοίκιο, σούπερ μάρκετ, ρεύμα, καύσιμα και τις υποχρεώσεις μου, μου μένουν περισσότερα ή λιγότερα;»
Και αυτό το ερώτημα δεν απαντιέται με το πόσες φορολογικές μειώσεις έχουν νομοθετηθεί.
Δεν απαντιέται με τον μέσο μισθό.
Δεν απαντιέται με το δημόσιο χρέος.
Και σίγουρα δεν απαντιέται λέγοντας ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα.
Το τελικό συμπέρασμα
Η πιο σκληρή αποδόμηση της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας δεν χρειάζεται υπερβολές.
Την κάνει σε μεγάλο βαθμό η ίδια η πραγματικότητα που αναγνωρίζει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Όταν παραδέχεσαι επίμονη ακρίβεια, μεγαλύτερη πίεση στα χαμηλά και μεσαία στρώματα, εισοδήματα που πρέπει να αυξηθούν ταχύτερα και ενισχύσεις που δεν επαρκούν, έχεις ήδη παραδεχθεί ότι η μακροοικονομική πρόοδος δεν έχει μεταφραστεί στον βαθμό που απαιτείται σε καθημερινή οικονομική ασφάλεια.
Και οι ευρωπαϊκοί αριθμοί κάνουν το πρόβλημα ακόμη πιο δύσκολο να κρυφτεί: Ελλάδα στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS, σχεδόν 29% του πληθυσμού υπερφορτωμένο από το κόστος στέγασης και 43% σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις σε ενοίκιο, στεγαστικό ή λογαριασμούς.
Αυτοί δεν είναι αριθμοί της αντιπολίτευσης. Είναι αριθμοί της Eurostat.
Και εκεί τελειώνει το εύκολο επικοινωνιακό παιχνίδι των μέσων όρων.
Γιατί μια οικονομία δεν κρίνεται μόνο από το πόσο ωραία φαίνεται στο Excel.
Κρίνεται τελικά από το πόσο δύσκολα βγαίνει ο μήνας.



