Η φράση είναι έξυπνη, εύκολη και τηλεοπτική: «λεφτά από Monopoly».
Με τρεις λέξεις ο Παύλος Μαρινάκης επιχειρεί να ακυρώσει προκαταβολικά τις οικονομικές προτάσεις της αντιπολίτευσης, παρουσιάζοντάς τες περίπου ως χρωματιστά χαρτονομίσματα επιτραπέζιου παιχνιδιού.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.
Λίγες ημέρες πριν από τη ΔΕΘ, η ίδια κυβέρνηση ετοιμάζεται να ανακοινώσει ένα σημαντικό πακέτο φοροελαφρύνσεων και παρεμβάσεων για δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους, ελεύθερους επαγγελματίες και ιδιωτικούς υπαλλήλους.
Και τότε γεννιέται ένα πολύ απλό ερώτημα:
Με ποιο ακριβώς κριτήριο τα χρήματα της αντιπολίτευσης είναι Monopoly, ενώ τα χρήματα που υπόσχεται η κυβέρνηση είναι “υπεύθυνη οικονομική πολιτική”;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «επειδή εμείς κυβερνάμε».
Χρειάζονται αριθμοί.
Το κόστος κρίνει μια πρόταση, όχι ποιος την καταθέτει
Υπάρχει ασφαλώς τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μια κοστολογημένη παρέμβαση και σε μια ανεδαφική υπόσχεση.
Και εδώ η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να ζητά από την αντιπολίτευση:
Πόσο κοστίζει;
Από πού θα βρεθούν τα χρήματα;
Είναι μόνιμο ή προσωρινό μέτρο;
Τι δημοσιονομικό αποτέλεσμα προκαλεί;
Συμβαδίζει με τους ευρωπαϊκούς κανόνες;
Αυτή είναι σοβαρή αντιπαράθεση.
Το «Monopoly», αντίθετα, είναι ατάκα.
Και υπάρχει μια λεπτομέρεια που δεν πρέπει να ξεχνάμε: οι ίδιες ερωτήσεις πρέπει να ισχύουν και για τις κυβερνητικές εξαγγελίες.
Δεν υπάρχει ένα ευρώ που γίνεται περισσότερο πραγματικό επειδή ανακοινώνεται από το Μέγαρο Μαξίμου.
Όταν όμως έρχεται η ΔΕΘ, εμφανίζονται τα πραγματικά λεφτά
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, στην ίδια συνέντευξη στην οποία μιλά για «Monopoly», προαναγγέλλει φοροελαφρύνσεις για σχεδόν ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα.
Και καλά κάνει η κυβέρνηση εφόσον υπάρχει πράγματι ο δημοσιονομικός χώρος.
Αλλά τότε ακριβώς οφείλει να αποδεχθεί ότι το δικαίωμα κατάθεσης οικονομικών προτάσεων δεν αποτελεί κυβερνητικό μονοπώλιο.
Η διαφορά πρέπει να προκύπτει από την κοστολόγηση και τη βιωσιμότητα.
Όχι από το ποιος κρατά το μικρόφωνο.
Διαφορετικά δημιουργείται ένας εκπληκτικός πολιτικός κανόνας:
Όταν η αντιπολίτευση προτείνει μειώσεις φόρων ή ενισχύσεις, είναι παροχολογία.
Όταν τα ανακοινώνει η κυβέρνηση στη ΔΕΘ, είναι επιστροφή του μερίσματος της ανάπτυξης.
Το ευρώ όμως δεν αλλάζει ιδιότητα ανάλογα με τον ομιλητή.
Και ξαφνικά η μεσαία τάξη είναι «αδικημένη»
Υπάρχει όμως μία ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παραδοχή.
Ο Παύλος Μαρινάκης λέει ότι τα νέα μέτρα θα επικεντρωθούν σε δύο κατηγορίες που «αδικήθηκαν τα τελευταία χρόνια»: τους συνεπείς και τη μεσαία τάξη.
Ας μείνουμε λίγο εδώ.
Αδικήθηκαν από ποιον;
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται στην εξουσία από το 2019.
Εάν λοιπόν το 2026 η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η μεσαία τάξη έχει αδικηθεί τα προηγούμενα χρόνια, τότε η διαπίστωση αυτή δεν αφορά κάποια μακρινή ιστορική περίοδο.
Αφορά σε σημαντικό βαθμό και τα χρόνια της δικής της διακυβέρνησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν μειώσεις φόρων.
Έγιναν.
Σημαίνει όμως ότι η ίδια η κυβερνητική επιχειρηματολογία παραδέχεται πως το διαθέσιμο εισόδημα συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων εξακολουθεί να χρειάζεται ουσιαστική ενίσχυση.
Και αυτή η παραδοχή έχει μεγαλύτερη πολιτική σημασία από την ατάκα περί Monopoly.
Για την ακρίβεια, η εύκολη απάντηση επίσης δεν αρκεί
Ο Μαρινάκης έχει δίκιο σε ένα πράγμα: κανένα σοβαρό κόμμα δεν μπορεί να υποσχεθεί ότι θα εξαφανίσει με ένα μαγικό κουμπί την ακρίβεια.
Ο πληθωρισμός είναι σύνθετο φαινόμενο.
Αλλά από αυτό μέχρι το να μετατρέπεται κάθε κριτική για το κόστος ζωής σε «λαϊκισμό», υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πώς ονομάζεται επικοινωνιακά το πρόβλημα.
Βλέπει τι πλήρωνε στο σούπερ μάρκετ πριν από μερικά χρόνια και τι πληρώνει σήμερα.
Βλέπει το ενοίκιο.
Το ρεύμα.
Τις υπηρεσίες.
Τα ασφάλιστρα.
Τη συνολική αγοραστική δύναμη του μισθού του.
Και υπάρχει κάτι που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση:
Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν σημαίνει επιστροφή των τιμών εκεί όπου βρίσκονταν πριν από το κύμα ανατιμήσεων.
Σημαίνει ότι αυξάνονται με χαμηλότερο ρυθμό.
Αυτή τη διαφορά τη γνωρίζει πολύ καλά το πορτοφόλι.
Η επίθεση στον Τσίπρα έχει ένα ισχυρό σημείο – αλλά δεν αρκεί
Η κυβέρνηση δικαιολογημένα θυμίζει στον Αλέξη Τσίπρα την απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες του πριν από την ανάληψη της εξουσίας και σε όσα τελικά εφαρμόστηκαν κατά την περίοδο διακυβέρνησής του.
Αυτό αποτελεί πολιτικό ιστορικό και είναι απολύτως θεμιτό να αξιολογείται.
Αλλά το 2026 δεν αρκεί μια κυβέρνηση να λέει:
«Θυμηθείτε τι έκανε ο Τσίπρας».
Πρέπει να απαντήσει και:
«Τι θα κάνουμε εμείς από εδώ και πέρα».
Η αποτυχία ενός προηγούμενου πρωθυπουργού να τηρήσει υποσχέσεις δεν αποτελεί ισόβια λευκή επιταγή για τον επόμενο.
Κάθε κυβέρνηση κρίνεται τελικά για τη δική της περίοδο.
Και για τον Σαμαρά επιστρέφει το ίδιο πρόβλημα
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η προσπάθεια να ενταχθεί η κριτική Σαμαρά στο ίδιο πολιτικό πακέτο με την «ακροδεξιά».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος λέει ουσιαστικά ότι ο πρώην πρωθυπουργός προστέθηκε σε ένα αφήγημα περί ενδοτικότητας και woke ατζέντας το οποίο είχαν ήδη δημιουργήσει κόμματα δεξιότερα της ΝΔ.
Αυτό όμως δεν απαντά στην ουσία των ενστάσεων.
Το ότι μια θέση διατυπώνεται και από κόμματα της δεξιότερης αντιπολίτευσης δεν την καθιστά αυτομάτως ψευδή.
Όπως και το ότι την υιοθετεί ο Σαμαράς δεν την καθιστά αυτομάτως αληθή.
Κάθε επιχείρημα κρίνεται από τα στοιχεία του.
Αν ο Σαμαράς κάνει λάθος, αποδεικνύεις πού κάνει λάθος.
Αν υπερβάλλει, αποδεικνύεις την υπερβολή.
Αν διαστρεβλώνει ένα γεγονός, παρουσιάζεις το πραγματικό γεγονός.
Το «αυτά τα λέει και η ακροδεξιά» δεν αποτελεί από μόνο του απάντηση.
Το καλώδιο είναι η καλύτερη απόδειξη
Και κάπου εκεί ο Μαρινάκης επιστρέφει στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου.
Η κυβέρνηση λέει ξανά:
Δεν χρειαζόμαστε άδεια.
Θα εφαρμοστεί το Διεθνές Δίκαιο.
Πολύ σωστά.
Όπως όμως έχουμε επισημάνει, υπάρχει ένας πανεύκολος τρόπος να καταρρεύσει ολόκληρο το «αφήγημα ενδοτικότητας» που καταγγέλλει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Να προχωρήσει το έργο.
Εάν προχωρήσει κανονικά εκεί όπου προβλέπεται, χωρίς να ζητηθεί τουρκική άδεια, τότε η κυβέρνηση θα διαθέτει ένα γεγονός πολύ ισχυρότερο από εκατό τηλεοπτικές απαντήσεις.
Αντιθέτως, όσο η πολιτική απάντηση παραμένει στο «θα γίνει», τόσο οι αμφιβολίες θα παραμένουν.
Τα δύσκολα ερωτήματα δεν είναι «ψεύτικα διλήμματα»
Εδώ βρίσκεται τελικά και το μεγαλύτερο πρόβλημα της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.
Πολύ εύκολα διαφορετικές μορφές κριτικής μπαίνουν σε ένα μεγάλο σακί:
Παροχολογία.
Λαϊκισμός.
Monopoly.
Ακροδεξιά.
Woke αντιδράσεις.
Ψεύτικα διλήμματα.
Αφήγημα ενδοτικότητας.
Κάποια από αυτά μπορεί πράγματι να χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις ή υπερβολές.
Δεν μπορούν όμως να αποτελούν προκατασκευασμένη απάντηση για κάθε κριτική.
Γιατί υπάρχουν πραγματικά ερωτήματα.
Πόσο αντέχει οικονομικά η μεσαία τάξη;
Γιατί η κυβέρνηση παραδέχεται ότι αδικήθηκε;
Ποια είναι η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών;
Πόσο κοστίζουν τα μέτρα της ΔΕΘ;
Ποια μέτρα της αντιπολίτευσης είναι μη βιώσιμα και γιατί;
Πότε ακριβώς προχωρά το καλώδιο;
Αυτά δεν είναι Monopoly.
Είναι πολιτική.
Και η απάντηση σε αυτά απαιτεί κάτι περισσότερο από πετυχημένες ατάκες.
Γιατί τελικά ο πιο δίκαιος κανόνας είναι εξαιρετικά απλός:
Κάθε ευρώ που υπόσχεται η αντιπολίτευση πρέπει να κοστολογείται.
Απολύτως.
Αλλά ακριβώς με τον ίδιο κανόνα πρέπει να κοστολογείται και κάθε ευρώ που ανεβαίνει στο βήμα της ΔΕΘ μαζί με τον πρωθυπουργό.
Αλλιώς δεν έχουμε δημοσιονομική υπευθυνότητα.
Έχουμε Monopoly όπου η κυβέρνηση θέλει να είναι ταυτόχρονα παίκτης και τραπεζίτης.



