Μητσοτάκης και «success story»: Οι 10 αριθμοί που αμφισβητούν την εικόνα της προόδου

Μια διαφορετική εικόνα από εκείνη που προβάλλει η κυβέρνηση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας επιχειρούν να αποτυπώσουν δέκα οικονομικοί και κοινωνικοί δείκτες, που επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για το κατά πόσο η ανάπτυξη φτάνει τελικά στην καθημερινότητα των πολιτών.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη μπαίνει στην τελική ευθεία προς τη ΔΕΘ έχοντας ως βασικό πολιτικό στόχο να αναδείξει όσα θεωρεί επιτεύγματα των τελευταίων ετών: ανάπτυξη, επενδύσεις, αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, αύξηση της απασχόλησης και βελτίωση των μισθών.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά της εικόνας.

Μια σειρά δεικτών για το κόστος ζωής, τη στέγαση, την υγεία, την εργασία και την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών χρησιμοποιούνται από τους επικριτές της κυβέρνησης ως επιχειρήματα ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν έχει μετατραπεί στον ίδιο βαθμό σε βελτίωση της καθημερινότητας.

Οι 10 αριθμοί που μπαίνουν στο τραπέζι

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται σε σχετικό δημοσίευμα, δέκα είναι τα σημεία που χρησιμοποιούνται για να αμφισβητηθεί το κυβερνητικό αφήγημα:

1. Δημόσιο χρέος: 363 δισ. ευρώ

Το δημόσιο χρέος σε απόλυτους αριθμούς εμφανίζεται υψηλότερο σε σχέση με το 2019. Εδώ, πάντως, χρειάζεται μια σημαντική διάκριση: άλλο το απόλυτο ύψος του χρέους και άλλο το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, το οποίο αποτελεί βασικό δείκτη για τη βιωσιμότητά του. Η κυβέρνηση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη μεγάλη υποχώρηση του δεύτερου τα τελευταία χρόνια.

2. Η μεγαλύτερη εβδομάδα εργασίας στην ΕΕ

Οι Έλληνες εξακολουθούν να βρίσκονται στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τις ώρες πραγματικής εβδομαδιαίας εργασίας, με το σχετικό στοιχείο να τοποθετείται στις 39,6 ώρες.

Το συγκεκριμένο δεδομένο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνδυάζεται με το επίπεδο των πραγματικών αποδοχών και της παραγωγικότητας.

3. Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός

Το ποσοστό που παρουσιάζεται φτάνει στο 27,5%, αναδεικνύοντας τη συνεχιζόμενη οικονομική πίεση σε σημαντικό τμήμα της κοινωνίας.

Η ακρίβεια των τελευταίων ετών έχει επιβαρύνει ιδιαίτερα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα, καθώς μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού κατευθύνεται πλέον σε βασικές ανάγκες.

Υγεία: Το 11,5% και οι ανάγκες που μένουν ακάλυπτες

Ιδιαίτερα ανησυχητικός εμφανίζεται ο δείκτης των ανικανοποίητων ιατρικών αναγκών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, 11,5% των πολιτών το 2025 δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις, με την Ελλάδα να καταγράφει εξαιρετικά αρνητική επίδοση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πρόκειται για έναν δείκτη που δεν αφορά απλώς την οικονομία, αλλά την πραγματική δυνατότητα πρόσβασης του πολίτη στις υπηρεσίες υγείας.

Ρεύμα: Στο +50,6% η αύξηση που παρουσιάζεται

Το πέμπτο στοιχείο αφορά μία από τις μεγαλύτερες πληγές των οικογενειακών προϋπολογισμών: την ενέργεια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, η αύξηση στη λιανική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος για το 2026 φτάνει το 50,6%.

Οι τιμές ενέργειας έχουν άμεση επίδραση όχι μόνο στους λογαριασμούς των νοικοκυριών αλλά και στο κόστος παραγωγής και λειτουργίας των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα μέρος της επιβάρυνσης να περνά τελικά στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.

Στέγαση: Το 35,5% του εισοδήματος

Ίσως ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς δείκτες της σημερινής πίεσης είναι η στέγαση.

Το ποσοστό του εισοδήματος που κατευθύνεται στις σχετικές ανάγκες τοποθετείται στο 35,5%, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον συγκεκριμένο δείκτη.

Ενοίκια, στεγαστικά δάνεια, ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση και λοιπές δαπάνες κατοικίας απορροφούν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του διαθέσιμου εισοδήματος.

Και αυτό εξηγεί σε σημαντικό βαθμό γιατί μια ονομαστική αύξηση μισθού δεν σημαίνει απαραίτητα αντίστοιχη βελτίωση του πραγματικού βιοτικού επιπέδου.

1,6 δισ. ευρώ στα φροντιστήρια

Ένα ακόμη εντυπωσιακό μέγεθος αφορά την εκπαίδευση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, οι ελληνικές οικογένειες δαπανούν περίπου 1,6 δισ. ευρώ ετησίως για φροντιστήρια.

Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόσθετο κόστος για τα νοικοκυριά με παιδιά, το οποίο έρχεται να προστεθεί στις υπόλοιπες αυξημένες οικογενειακές δαπάνες.

Καμένες εκτάσεις: Η σύγκριση με το 2019

Το όγδοο σημείο αφορά τις φυσικές καταστροφές.

Στο δημοσίευμα αναφέρεται αύξηση 345% στις καμένες εκτάσεις σε σχέση με το 2019 και έως το 2025, χωρίς να περιλαμβάνεται το 2026.

Ο συγκεκριμένος δείκτης, βέβαια, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην ερμηνεία του, καθώς οι καμένες εκτάσεις παρουσιάζουν πολύ μεγάλες διακυμάνσεις από χρονιά σε χρονιά και επηρεάζονται από τις καιρικές συνθήκες και την ένταση των πυρκαγιών.

Ελευθερία του Τύπου: Η 86η θέση

Το ένατο στοιχείο αφορά την κατάταξη της Ελλάδας στην ελευθερία του Τύπου.

Η χώρα εμφανίζεται στην 86η θέση, με τη σχετική επίδοση να αποτελεί εδώ και χρόνια πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Η κυβέρνηση έχει κατά καιρούς αμφισβητήσει τη μεθοδολογία και ορισμένα συμπεράσματα σχετικών διεθνών κατατάξεων, ενώ οι επικριτές της θεωρούν ότι η θέση της Ελλάδας αποτελεί σοβαρή θεσμική προειδοποίηση.

Το ποσό των 2,68 δισ. ευρώ

Το τελευταίο από τα δέκα στοιχεία που παρουσιάζονται αφορά εκτιμώμενη ζημία 2,68 δισ. ευρώ σε υποθέσεις της Εισαγγελίας.

Και εδώ απαιτείται διάκριση ανάμεσα σε εκτιμώμενη ζημία στο πλαίσιο ερευνώμενων υποθέσεων και σε τελεσίδικα διαπιστωμένη οικονομική ζημία, καθώς πρόκειται για διαφορετικές νομικές έννοιες.

Δύο διαφορετικές εικόνες για την ίδια χώρα

Το ενδιαφέρον βρίσκεται τελικά ακριβώς εδώ.

Η κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της πραγματικά μακροοικονομικά επιχειρήματα: την αύξηση του ΑΕΠ, τη μείωση της ανεργίας σε σχέση με τα επίπεδα προηγούμενων ετών, την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, την αύξηση επενδύσεων και τη σημαντική αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν δείκτες που δείχνουν ότι η καθημερινότητα ενός σημαντικού τμήματος των πολιτών εξακολουθεί να είναι δύσκολη.

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό στοίχημα για την κυβέρνηση: όχι μόνο να παρουσιάσει θετικούς αριθμούς, αλλά να πείσει ότι αυτοί οι αριθμοί μεταφράζονται σε πραγματική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και του βιοτικού επιπέδου.

Γιατί τελικά η πολιτική συζήτηση δεν θα κριθεί μόνο στο εάν η οικονομία αναπτύσσεται.

Θα κριθεί κυρίως στο εάν ο πολίτης αισθάνεται αυτή την ανάπτυξη στην τσέπη και στην καθημερινότητά του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ