Ναι, η Ελλάδα αναβαθμίζεται – αλλά ποια Ελλάδα; Από το BBB+ μέχρι το πορτοφόλι του πολίτη υπάρχει μεγάλη απόσταση

Η Ελλάδα πήρε ένα ακόμη θετικό μήνυμα από τις αγορές.

Αυτό είναι γεγονός και δεν υπάρχει κανένας λόγος να το αμφισβητήσει κανείς.

Η Scope αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας από BBB σε BBB+, ενώ η Moody’s διατήρησε την Ελλάδα στο Baa3, αλλά αναβάθμισε τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έσπευσε σήμερα να δώσει στην εξέλιξη ένα πολύ ευρύτερο πολιτικό περιεχόμενο.

Κατά τον πρωθυπουργό, οι αποφάσεις των δύο οίκων «επιβεβαιώνουν την ορθότητα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής» και την εικόνα της Ελλάδας ως «νησίδας πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας».

Εδώ όμως αρχίζει η συζήτηση.

Γιατί οι οίκοι αξιολόγησης αξιολογούν πρωτίστως την πιστοληπτική ικανότητα ενός κράτους.

Δεν βαθμολογούν το πορτοφόλι του συνταξιούχου.

Δεν βαθμολογούν πόσα προϊόντα χωρούν στο καλάθι μιας οικογένειας.

Δεν βαθμολογούν αν ένας νέος μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό του.

Και κυρίως δεν εκδίδουν πιστοποιητικό συνολικής επιτυχίας μιας κυβέρνησης.

Πρώτη διόρθωση: η Moody’s δεν αναβάθμισε τη βαθμίδα της Ελλάδας

Ας ξεκινήσουμε από μια λεπτομέρεια που έχει σημασία.

Η διατύπωση περί «διπλής αναβάθμισης» μπορεί εύκολα να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δύο οίκοι αναβάθμισαν την πιστοληπτική βαθμίδα της χώρας.

Δεν συνέβη αυτό.

Η Scope έκανε πραγματική αναβάθμιση:

BBB → BBB+.

Η Moody’s έκανε κάτι διαφορετικό:

διατήρησε το Baa3 και άλλαξε το outlook από stable σε positive.

Και το Baa3 παραμένει η χαμηλότερη βαθμίδα της επενδυτικής κατηγορίας στη Moody’s.

Είναι θετική εξέλιξη;

Βεβαίως.

Είναι αναβάθμιση της πιστοληπτικής βαθμίδας;

Όχι.

Και αυτή η διάκριση έχει σημασία όταν επιχειρείται να εξαχθεί τόσο ισχυρό πολιτικό συμπέρασμα.

Οι οίκοι πράγματι βλέπουν σημαντική πρόοδο

Εδώ επίσης πρέπει να είμαστε απολύτως καθαροί.

Η Scope δεν χάρισε το BBB+ στην Ελλάδα.

Επικαλείται την ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους, τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, τις βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη που τα τελευταία χρόνια κινείται ταχύτερα από την ευρωπαϊκή.

Το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, ενώ η Scope προβλέπει ότι το χρέος θα υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026.

Αυτά είναι σημαντικά επιτεύγματα.

Και ασφαλώς η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης αποτελεί μέρος της εξήγησης.

Όμως αυτό απέχει αρκετά από το:

«Οι οίκοι επιβεβαίωσαν συνολικά την ορθότητα της οικονομικής μας πολιτικής».

Γιατί αν θέλουμε πραγματικά να χρησιμοποιήσουμε τους οίκους αξιολόγησης ως κριτές, πρέπει να διαβάσουμε και την επόμενη σελίδα της έκθεσής τους.

Ας διαβάσουμε λοιπόν και τα «ψιλά γράμματα»

Εδώ η εικόνα γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Η Scope εξακολουθεί να επισημαίνει ως αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας:

το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος,

τον χαμηλό δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης,

τις εξωτερικές ανισορροπίες,

το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών,

τη χαμηλή παραγωγικότητα,

τις δημογραφικές πιέσεις.

Και η Moody’s είναι επίσης σαφής.

Παρά τη θετικότερη προοπτική, επισημαίνει το ακόμη υψηλό δημόσιο χρέος, τις μεγάλες εξωτερικές ανισορροπίες, τη μέτρια αύξηση της παραγωγικότητας και το σημαντικό μη εξυπηρετούμενο ιδιωτικό χρέος εκτός τραπεζικού συστήματος που εξακολουθεί να επιβαρύνει υπερχρεωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Αυτά δεν τα λέει η αντιπολίτευση.

Τα λένε οι ίδιοι οι οίκοι των οποίων την αξιολόγηση επικαλείται ο πρωθυπουργός.

Δηλαδή ποια από τις δύο εικόνες ισχύει;

Και οι δύο.

Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο που χάνεται μέσα στην πολιτική επικοινωνία.

Η Ελλάδα του 2026 είναι δημοσιονομικά και πιστοληπτικά πολύ ισχυρότερη από την Ελλάδα της κρίσης.

Ταυτόχρονα εξακολουθεί να έχει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες.

Δεν υπάρχει καμία αντίφαση.

Μπορεί μια χώρα να μειώνει γρήγορα το δημόσιο χρέος της και ταυτόχρονα οι πολίτες της να αντιμετωπίζουν σοβαρή πίεση στο διαθέσιμο εισόδημά τους.

Μπορεί να έχει επενδυτική βαθμίδα και ακριβή στέγη.

Μπορεί να έχει πρωτογενές πλεόνασμα και χαμηλή παραγωγικότητα.

Μπορεί να δανείζεται με μεγαλύτερη αξιοπιστία και να έχει υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Η μακροοικονομική βελτίωση και η δύσκολη καθημερινότητα μπορούν να συνυπάρχουν.

Το μεγάλο άλμα της δήλωσης Μητσοτάκη

Ο πρωθυπουργός προχωρά όμως ένα βήμα παραπέρα.

Συνδέει την πιστοληπτική αξιοπιστία με ένα μέλλον στο οποίο θα αυξάνονται οι μισθοί και τα εισοδήματα, θα δημιουργούνται καλύτερες θέσεις εργασίας και η Πολιτεία θα μπορεί να στηρίζει περισσότερο νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Ως επιδίωξη, προφανώς είναι θεμιτή.

Ως αυτόματο αποτέλεσμα μιας πιστοληπτικής αναβάθμισης, όμως, δεν λειτουργεί έτσι.

Το BBB+ δεν αυξάνει αυτομάτως τον πραγματικό μισθό.

Το positive outlook της Moody’s δεν μειώνει αυτομάτως το ενοίκιο.

Η πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ δεν κατεβάζει αυτομάτως την τιμή στο ράφι.

Η πιστοληπτική βελτίωση δημιουργεί ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για μια οικονομία.

Το αν αυτές θα μετατραπούν σε υψηλότερη παραγωγικότητα, πραγματικές αυξήσεις μισθών, περισσότερες επενδύσεις και υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα είναι το επόμενο —και δυσκολότερο— μέρος της οικονομικής πολιτικής.

Και υπάρχει ένας αριθμός που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή

Η Scope προβλέπει ανάπτυξη 1,9% το 2026 και 1,7% το 2027.

Δηλαδή η χώρα δεν βρίσκεται μπροστά σε κάποια εκρηκτική αναπτυξιακή πορεία.

Βρίσκεται σε θετική αλλά σχετικά συγκρατημένη ανάπτυξη.

Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια αξιολόγηση, ο πληθωρισμός προβλέπεται να παραμείνει αυξημένος στο 3,8% το 2026 πριν αποκλιμακωθεί.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την πραγματική οικονομία.

Γιατί άλλο ονομαστική αύξηση εισοδήματος και άλλο πραγματική αύξηση αγοραστικής δύναμης μετά τον πληθωρισμό.

«Όποιος μηδενίζει την επιτυχία αδικεί τους πολίτες»

Εδώ η δήλωση του πρωθυπουργού γίνεται περισσότερο πολιτική παρά οικονομική.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης λέει ότι όσοι «μηδενίζουν ή ακυρώνουν» την επιτυχία δεν αδικούν την κυβέρνηση αλλά τους ίδιους τους πολίτες.

Αυτό όμως δημιουργεί ένα μάλλον τεχνητό δίλημμα.

Γιατί κάποιος μπορεί ταυτόχρονα να αναγνωρίζει ότι:

η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα,

το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται,

τα δημόσια οικονομικά έχουν βελτιωθεί,

η οικονομία έχει γίνει περισσότερο ανθεκτική,

και ταυτόχρονα να θεωρεί ότι η οικονομική πολιτική δεν έχει μεταφέρει στον ίδιο βαθμό αυτή τη βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο όλων των πολιτών.

Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.

Η κριτική δεν είναι «μηδενισμός».

Όπως και η αναγνώριση μιας πιστοληπτικής αναβάθμισης δεν σημαίνει αποδοχή ολόκληρης της κυβερνητικής οικονομικής αφήγησης.

Από τα «σκουπίδια» στο BBB+ – αλλά ας θυμόμαστε όλη τη διαδρομή

Υπάρχει και κάτι ακόμη.

Η επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική κατηγορία δεν είναι γεγονός μιας ημέρας ούτε έργο μιας μόνο κυβέρνησης.

Είναι αποτέλεσμα μιας πολύχρονης διαδρομής μετά τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολιτευτικής Ελλάδας: δημοσιονομικής προσαρμογής, μεταρρυθμίσεων, ευρωπαϊκών παρεμβάσεων, αναδιάρθρωσης του χρέους, εξυγίανσης των τραπεζών και πολιτικών που εφαρμόστηκαν σε διαφορετικές περιόδους.

Η σημερινή κυβέρνηση δικαιούται να πιστώνεται τις πολιτικές που συνέβαλαν στη σημερινή βελτίωση.

Αλλά η μετατροπή μιας πολυετούς εθνικής οικονομικής διαδρομής σε πιστοποιητικό συνολικής ορθότητας της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής είναι πολύ πιο φιλόδοξο συμπέρασμα από αυτό που πραγματικά πιστοποιούν οι οίκοι.

Ναι λοιπόν, είναι καλή είδηση

Ας το πούμε όσο πιο καθαρά γίνεται.

Η αναβάθμιση της Scope είναι καλή είδηση για την Ελλάδα.

Το θετικό outlook της Moody’s είναι επίσης καλή είδηση.

Η χώρα έχει κάνει μεγάλη απόσταση από την εποχή που βρισκόταν εκτός επενδυτικής βαθμίδας.

Η δημοσιονομική πρόοδος είναι πραγματική.

Η αποκλιμάκωση του χρέους είναι σημαντική.

Και η μεγαλύτερη αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές έχει αξία.

Αλλά από αυτό μέχρι το συμπέρασμα ότι οι δύο οίκοι εξέδωσαν πιστοποιητικό «ορθότητας της οικονομικής πολιτικής» υπάρχει απόσταση.

Και το αποδεικνύουν οι ίδιοι.

Γιατί δίπλα στο BBB+ γράφουν:

υψηλό χρέος,

χαμηλή παραγωγικότητα,

εξωτερικές ανισορροπίες,

δημογραφικό,

ιδιωτικό χρέος,

πληθωριστικές πιέσεις.

Η Ελλάδα λοιπόν πράγματι προχωρά.

Το ερώτημα δεν είναι αν βελτιώθηκαν οι αριθμοί του κράτους. Βελτιώθηκαν.

Το πραγματικό στοίχημα είναι εάν αυτή η βελτίωση θα μετατραπεί σε αντίστοιχη και διατηρήσιμη βελτίωση της ζωής των πολιτών.

Και αυτό δεν το βαθμολογεί ούτε η Moody’s ούτε η Scope.

Το βαθμολογεί κάθε μήνα ο οικογενειακός προϋπολογισμός.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ