Υπάρχουν οι δύσκολες πολιτικές αποφάσεις.
Υπάρχουν τα κυβερνητικά λάθη.
Υπάρχουν και οι κακές στιγμές ενός στελέχους.
Υπάρχουν όμως και περίοδοι κατά τις οποίες μια κυβέρνηση αρχίζει να δημιουργεί μόνη της προβλήματα που δεν υπήρχαν μέχρι να τα δημιουργήσει.
Και η Νέα Δημοκρατία δίνει το τελευταίο διάστημα όλο και συχνότερα αυτή την εντύπωση.
Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μία άστοχη φράση ή μια ατυχής κίνηση.
Είναι η εικόνα μιας κυβέρνησης επτά ετών στην οποία εμφανίζονται όλο και συχνότερα αυτογκόλ, δημόσιες διαφοροποιήσεις, εσωτερικές τριβές και στη συνέχεια διευκρινίσεις για να περιοριστεί η πολιτική ζημιά.
Τα δύο τελευταία περιστατικά είναι σχεδόν διδακτικά.
Από τη μία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ανοίγει δημόσια συζήτηση για επίδομα ανεργίας μόλις δύο μηνών.
Προκαλείται πολιτική θύελλα.
Και στη συνέχεια χρειάζεται να επανέλθει για να ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται για κεντρική κυβερνητική πρόταση.
Από την άλλη, ο Μακάριος Λαζαρίδης επιλέγει να βγάλει δημοσίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τη σύγκρουσή του με τον διευθυντή του γραφείου του Νίκου Δένδια, επειδή δεν του απάντησε σε τηλεφώνημα και SMS, φτάνοντας στο ειρωνικό «να τον χαίρεται ο Νίκος Δένδιας».
Δύο διαφορετικές ιστορίες.
Αλλά ένα κοινό πολιτικό ερώτημα:
Τι ακριβώς συμβαίνει τελευταία στη Νέα Δημοκρατία;
Η δήλωση Μαρινάκη που κανείς δεν ανάγκασε την κυβέρνηση να συζητήσει
Ας ξεκινήσουμε από το επίδομα ανεργίας.
Ο Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι κατά την προσωπική του άποψη το επίδομα ανεργίας δεν θα πρέπει να χορηγείται για περισσότερο από δύο μήνες.
Και εδώ πρέπει να είμαστε δίκαιοι:
Είπε από την πρώτη στιγμή ότι πρόκειται για προσωπική του θέση.
Δεν προσπάθησε να την παρουσιάσει ως κυβερνητική απόφαση.
Μόνο που ο Παύλος Μαρινάκης δεν είναι ένας τυχαίος βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας.
Είναι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Ο άνθρωπος δηλαδή που εξ ορισμού έχει ως βασική πολιτική αποστολή να εκφράζει και να εξηγεί τη γραμμή της κυβέρνησης.
Και δεν περιορίστηκε σε μια θεωρητική σκέψη.
Υποστήριξε ότι σήμερα «δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να βρει δουλειά στη χώρα αυτή τη στιγμή και να μη βρίσκει».
Είπε ότι το επίδομα ανεργίας πρέπει να αξιολογηθεί «από το μηδέν».
Έθεσε συγκεκριμένο όριο:
δύο μήνες.
Και εξήγησε τι θα μπορούσε να γίνει με τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν:
να κατευθυνθούν στις επιχειρήσεις μέσω της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να επιδοτηθεί η εργασία.
Ακόμη περισσότερο, ξεκαθάρισε ότι πρόκειται για πρόταση την οποία σκοπεύει να υποστηρίξει και προεκλογικά.
Άρα δεν επρόκειτο για μια φράση που ξέφυγε.
Ήταν συγκεκριμένη πολιτική θέση.
Και μετά ήρθε το «δεν είναι κυβερνητική πρόταση»
Οι αντιδράσεις ήταν απολύτως προβλέψιμες.
Γιατί όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μιλά για δραστικό περιορισμό ενός βασικού κοινωνικού επιδόματος, η δημόσια συζήτηση δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει τα λόγια του σαν κουβέντα καφενείου.
Και κάπως έτσι ο Παύλος Μαρινάκης χρειάστηκε να επανέλθει.
Ξεκαθάρισε ότι είχε εξαρχής μιλήσει για προσωπική άποψη και ότι η συγκεκριμένη πρόταση «δεν αποτελεί κεντρική κυβερνητική πρόταση».
Τυπικά, σωστό.
Πράγματι το είχε πει από την αρχή.
Πολιτικά όμως το ερώτημα παραμένει:
Γιατί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανοίγει μια τόσο ευαίσθητη κοινωνική συζήτηση για μια πολιτική που δεν αποτελεί κυβερνητική πρόταση;
Και μάλιστα γιατί την ανοίγει τόσο συγκεκριμένα;
Όχι γενικά για «επανεξέταση του συστήματος».
Αλλά για δύο μήνες.
Η μεγάλη αντίφαση
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.
Από τη μία έχουμε:
«Δεν αποτελεί κεντρική κυβερνητική πρόταση».
Από την άλλη έχουμε:
«Είναι μια θέση που σκοπεύω να υποστηρίξω προεκλογικά».
Και επομένως γεννάται ένα απολύτως λογικό ερώτημα:
Αν ένα κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος σκοπεύει να διεκδικήσει μια τόσο σημαντική αλλαγή μετά τις εκλογές, γιατί θεωρείται υπερβολική η απαίτηση της αντιπολίτευσης να μάθει από τώρα τι πιστεύει η κυβέρνηση γι’ αυτή;
Ας απαντήσει λοιπόν η κυβέρνηση καθαρά:
Συμφωνεί ή διαφωνεί με την πρόταση των δύο μηνών;
Αν διαφωνεί, το θέμα τελειώνει.
Αν θεωρεί ότι πρέπει να συζητηθεί μετά τις εκλογές, τότε προφανώς αποτελεί πολιτικό ζήτημα που δικαιούνται να γνωρίζουν οι πολίτες πριν ψηφίσουν.
Δεν γίνεται να έχουμε μια πρόταση αρκετά σοβαρή ώστε να «διεκδικηθεί» μετά τις εκλογές αλλά ταυτόχρονα τόσο προσωπική ώστε να μη δικαιούται κανείς να ρωτά την κυβέρνηση γι’ αυτή.
Και όλα αυτά αμέσως μετά τη ΔΕΘ
Εδώ το επικοινωνιακό αυτογκόλ γίνεται μεγαλύτερο.
Η κυβέρνηση βγήκε από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης προσπαθώντας να περάσει ένα συγκεκριμένο μήνυμα:
στήριξη εισοδημάτων, οικογένειας, εργαζομένων και μεσαίας τάξης.
Και λίγες ημέρες αργότερα η δημόσια συζήτηση δεν περιστρέφεται γύρω από τα μέτρα που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Περιστρέφεται γύρω από ένα μέτρο που δεν ανακοίνωσε η κυβέρνηση.
Το δίμηνο επίδομα ανεργίας.
Πόσο μεγαλύτερο αυτογκόλ μπορεί να κάνει ένα κυβερνητικό επικοινωνιακό επιτελείο;
Η αντιπολίτευση δεν χρειάστηκε να ανακαλύψει θέμα.
Της το πρόσφερε η ίδια η κυβέρνηση μέσω του εκπροσώπου της.
Και πριν προλάβει να κλείσει η μία ιστορία, ήρθε ο Λαζαρίδης
Και σαν να μην έφτανε αυτό, ακολούθησε το επεισόδιο με τον Μακάριο Λαζαρίδη.
Ο βουλευτής της ΝΔ θέλησε να επικοινωνήσει με τον Δημήτρη Περδίκη, διευθυντή του γραφείου του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια.
Υπήρχε μάλιστα απολύτως θεσμικός λόγος.
Όπως εξήγησε ο ίδιος, επρόκειτο την επόμενη εβδομάδα να είναι εισηγητής της ΝΔ σε δύο κυρώσεις του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και ήθελε να συνεργαστούν.
Τηλεφώνησε στις 11:39 της προηγούμενης ημέρας.
Δεν πήρε απάντηση.
Έστειλε SMS.
Δεν είχε πάρει απάντηση μέχρι τη στιγμή που έκανε την ανάρτηση.
Και αντί το ζήτημα να λυθεί εσωτερικά, ο Μακάριος Λαζαρίδης επέλεξε να το δημοσιοποιήσει.
Κατηγόρησε τον Δημήτρη Περδίκη για «έπαρση» και «αλαζονεία».
Και κατέληξε:
«Να τον χαίρεται ο Νίκος Δένδιας».
Για ένα αναπάντητο τηλέφωνο;
Ας δεχθούμε ότι ο Λαζαρίδης είχε δίκιο να ενοχληθεί.
Ένας βουλευτής που πρόκειται να εισηγηθεί υποθέσεις ενός υπουργείου δικαιούται να περιμένει συνεργασία από το υπουργικό γραφείο.
Αυτό όμως δεν είναι το ζήτημα.
Το ζήτημα είναι:
Από πότε ένα πρόβλημα επικοινωνίας μεταξύ στελεχών της ίδιας κυβερνητικής παράταξης λύνεται με δημόσια καταγγελία στα social media;
Υπάρχει Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Υπάρχει γραμματέας.
Υπάρχει κυβέρνηση.
Υπάρχει Μέγαρο Μαξίμου.
Υπάρχει το γραφείο του υπουργού.
Υπάρχει ο ίδιος ο Νίκος Δένδιας.
Υπάρχουν δεκάδες θεσμικοί τρόποι να λυθεί το πρόβλημα.
Και όμως επελέγη ο δημόσιος διασυρμός ενός συνεργάτη του υπουργού και, εμμέσως, ένα πολιτικό καρφί προς τον ίδιο τον υπουργό.
Γιατί ας μη γελιόμαστε:
Το «να τον χαίρεται ο Νίκος Δένδιας» δεν αφορά μόνο τον διευθυντή του γραφείου του.
Όταν κατονομάζεις τον υπουργό με αυτόν τον τρόπο, η αιχμή φτάνει αναπόφευκτα μέχρι εκείνον.
Δύο περιστατικά, το ίδιο σύμπτωμα
Εδώ λοιπόν συναντώνται οι δύο ιστορίες.
Δεν έχουν καμία σχέση ως προς το αντικείμενο.
Έχουν όμως τεράστια σχέση ως προς την πολιτική λειτουργία.
Στην πρώτη περίπτωση ένα κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος ανοίγει μια συζήτηση που η κυβέρνηση δεν είχε ανοίξει και στη συνέχεια χρειάζεται να διευκρινίζεται ότι δεν πρόκειται για κυβερνητική πρόταση.
Στη δεύτερη περίπτωση ένα εσωτερικό πρόβλημα συνεννόησης μεταξύ στελεχών της Νέας Δημοκρατίας μετατρέπεται σε δημόσιο καβγά.
Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα κοινό χαρακτηριστικό:
απουσία πολιτικού φίλτρου.
Η σκέψη δεν περνά από το ερώτημα:
«Τι θα προκαλέσει αυτό αύριο;»
Και για μια κυβέρνηση που βρίσκεται επτά χρόνια στην εξουσία, αυτό είναι ανησυχητικό.
Η Νέα Δημοκρατία δεν έχει κυρίως πρόβλημα αντιπολίτευσης – έχει πρόβλημα με τον εαυτό της
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της σημερινής πολιτικής συγκυρίας.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να βρίσκεται απέναντι σε μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση.
Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή ένας ενιαίος πολιτικός αντίπαλος που να την πολιορκεί καθημερινά και να την αναγκάζει σε άμυνα.
Και όμως η κυβέρνηση καταφέρνει συχνά να βρίσκεται στην επικαιρότητα για θέματα που η ίδια δημιούργησε.
Αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από μια επίθεση της αντιπολίτευσης.
Γιατί τον αντίπαλο μπορείς να τον αντιμετωπίσεις.
Πώς αντιμετωπίζεις όμως τα αυτογκόλ των δικών σου στελεχών;
Επτά χρόνια εξουσίας αφήνουν σημάδια
Ίσως εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη εξήγηση.
Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά από το 2019.
Επτά χρόνια συνεχούς εξουσίας είναι τεράστιο πολιτικό διάστημα.
Η μακρά παραμονή στην κυβέρνηση σχεδόν πάντοτε δημιουργεί φθορά.
Αλλά δημιουργεί και κάτι ακόμη:
χαλάρωση.
Τα στελέχη αισθάνονται ισχυρότερα.
Οι προσωπικές στρατηγικές αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία.
Οι εσωτερικές ισορροπίες γίνονται δυσκολότερες.
Οι πολιτικές φιλοδοξίες για την επόμενη ημέρα αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια.
Και πράγματα που στην πρώτη τετραετία θα λύνονταν πίσω από μια κλειστή πόρτα, στη δεύτερη και στην τρίτη πολιτική περίοδο αρχίζουν να βγαίνουν δημόσια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία καταρρέει.
Μια τέτοια εκτίμηση θα ήταν υπερβολική.
Σημαίνει όμως ότι παρουσιάζει σαφή σημάδια κυβερνητικής κόπωσης.
Από την πειθαρχία του 2019 στην εικόνα του 2026
Ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά πλεονεκτήματα του Κυριάκου Μητσοτάκη τα προηγούμενα χρόνια ήταν ο έλεγχος του κυβερνητικού μηνύματος.
Μπορούσε κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με την κυβέρνηση.
Αλλά ήξερες περίπου ποια ήταν η γραμμή της.
Το Μαξίμου είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.
Οι δημόσιες διαφοροποιήσεις ήταν περιορισμένες.
Η Κοινοβουλευτική Ομάδα λειτουργούσε με υψηλό βαθμό πειθαρχίας.
Σήμερα αυτή η εικόνα αρχίζει να εμφανίζει ρωγμές.
Και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από τα δύο συγκεκριμένα περιστατικά.
Γιατί οι κυβερνήσεις δεν χάνουν τον έλεγχο ξαφνικά.
Τον χάνουν σταδιακά.
Μια άστοχη δήλωση.
Μια διευκρίνιση.
Ένας δημόσιος καβγάς.
Ένα «δεν εννοούσα αυτό».
Ένα «ήταν προσωπική άποψη».
Ένα «να τον χαίρεται ο υπουργός».
Και σιγά σιγά δημιουργείται μια διαφορετική πολιτική εικόνα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Μητσοτάκη
Και κάπου εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να θέτει ως στόχο την αυτοδυναμία.
Ο ίδιος ο Μαρινάκης αναγνώρισε ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει απόσταση από αυτόν τον στόχο.
Για να καλυφθεί αυτή η απόσταση χρειάζεται πολιτική διεύρυνση.
Χρειάζεται πειθαρχία.
Χρειάζεται καθαρό μήνυμα.
Χρειάζεται η κυβέρνηση να μιλά για αυτά που θέλει να κάνει.
Όχι να περνά τις επόμενες ημέρες εξηγώντας τι δεν σκοπεύει να κάνει.
Ούτε να αναγκάζεται να διαχειρίζεται δημόσιους καβγάδες μεταξύ δικών της στελεχών.
Γιατί κάθε τέτοιο επεισόδιο καταναλώνει πολιτικό κεφάλαιο χωρίς να προσφέρει απολύτως τίποτα.
Οι «πατάτες» κάποια στιγμή γίνονται πολιτική εικόνα
Μία άστοχη δήλωση μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε.
Ένας καβγάς μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε κόμμα.
Μια διευκρίνιση επίσης.
Όταν όμως αρχίζουν να συσσωρεύονται, παύουν να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα περιστατικά.
Γίνονται εικόνα.
Και η εικόνα που αρχίζει να σχηματίζεται για τη Νέα Δημοκρατία είναι μιας κυβέρνησης που δεν έχει χάσει την πολιτική κυριαρχία της, αλλά έχει αρχίσει να χάνει μέρος της παλιάς της πειθαρχίας.
Αυτό είναι το καμπανάκι.
Όχι ότι αύριο πέφτει η κυβέρνηση.
Όχι ότι η Νέα Δημοκρατία διαλύεται.
Αλλά ότι μια παράταξη που επί χρόνια έχτισε μεγάλο μέρος της πολιτικής της υπεροχής πάνω στην εικόνα της σοβαρότητας, της οργάνωσης και του ελέγχου αρχίζει να εμφανίζει ολοένα περισσότερες στιγμές ασυνεννοησίας και αυτοϋπονόμευσης.
Και υπάρχει μια μεγάλη ειρωνεία σε αυτό.
Η αντιπολίτευση ψάχνει καθημερινά να βρει το λάθος που θα πλήξει την κυβέρνηση.
Μερικές φορές δεν χρειάζεται καν να ψάξει.
Της το παραδίδει έτοιμο η ίδια η Νέα Δημοκρατία.
Και αν το Μέγαρο Μαξίμου δεν ξαναβρεί σύντομα τον έλεγχο του πολιτικού μηνύματος, οι «πατάτες» δεν θα είναι πλέον το πρόβλημα.
Το πρόβλημα θα είναι ότι οι πολίτες θα αρχίσουν να τις αντιμετωπίζουν όχι ως εξαιρέσεις, αλλά ως σύμπτωμα μιας κυβέρνησης που ύστερα από επτά χρόνια εξουσίας αρχίζει να χάνει τον βηματισμό της.



