Υπάρχει ένας πολύ εύκολος τρόπος να αποδείξεις ότι στην Ελλάδα του 2026 δεν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα ακρίβειας, χαμηλών εισοδημάτων ή αδυναμίας αποταμίευσης.
Μπαίνεις σε μια ιστοσελίδα αγγελιών.
Βρίσκεις μερικές θέσεις εργασίας που προσφέρουν αξιοπρεπείς αποδοχές.
Τις καταγράφεις.
Και καταλήγεις:
«Άρα λεφτά υπάρχουν. Όποιος λέει ότι δεν μπορεί να βάζει 100 ευρώ τον μήνα για το παιδί του απλώς γκρινιάζει, τρώει έξω, αγοράζει ρούχα, πηγαίνει εκδρομές και τα περνάει όλα –κατά τη διατύπωση της ανάρτησης– “από τον κώλο του”.»
Μόνο που αυτό δεν είναι οικονομική ανάλυση.
Είναι η κλασική περίπτωση όπου ξεκινάμε από το συμπέρασμα και ψάχνουμε μετά μερικά στοιχεία που μοιάζουν να το επιβεβαιώνουν.
Και το χειρότερο είναι ότι μέσα στις ύβρεις προς τους «ξεφτιλισμένους νεοέλληνες», τα «αχάριστα τομάρια» και τους «τραχανάδες», χάνεται μια συζήτηση που πραγματικά αξίζει να γίνει για το νέο μέτρο του αποταμιευτικού λογαριασμού.
Πρώτα απ’ όλα: ο «κουμπαράς» είναι πράγματι ένα ενδιαφέρον μέτρο
Ας ξεκινήσουμε από εκεί όπου πρέπει.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε στη ΔΕΘ ότι από το 2027 οι γονείς θα μπορούν να δημιουργούν ειδικό κλειστό λογαριασμό για τα παιδιά τους και το Δημόσιο θα αντιστοιχίζει την κατάθεσή τους έως 1.200 ευρώ ετησίως. Δηλαδή, εάν ο γονιός καταθέσει 1.200 ευρώ, το κράτος θα προσθέσει άλλα 1.200.
Είναι ισχυρό κίνητρο αποταμίευσης.
Και ναι, μια οικογένεια που μπορεί να διαθέσει 50 ή 100 ευρώ τον μήνα έχει κάθε λόγο να εξετάσει σοβαρά τη συμμετοχή της.
Αυτό όμως είναι εντελώς διαφορετικό από το:
«Όλοι μπορούν να βάλουν 100 ευρώ και όσοι λένε ότι δεν μπορούν είναι ψεύτες και αχάριστοι».
Εκεί αρχίζει το πρόβλημα.
Μπήκαμε κι εμείς στις αγγελίες. Δεν ανακαλύψαμε ότι λύθηκε το πρόβλημα των μισθών
Η ανάρτηση επικαλείται τη Χρυσή Ευκαιρία και παραθέτει συγκεκριμένα ποσά:
καθαρίστρια τετράωρο 600-650 ευρώ, καθαρίστρια πλήρους απασχόλησης 1.200-1.400, γραμματεία 1.000-1.600 και γραφίστες 1.200-1.600 ευρώ.
Μόνο που μια σειρά επιλεγμένων αγγελιών δεν αποτελεί στατιστικό δείγμα της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Μια αγγελία αποδεικνύει ότι ένας συγκεκριμένος εργοδότης προσφέρει έναν συγκεκριμένο μισθό για μια συγκεκριμένη θέση.
Δεν αποδεικνύει ότι αυτός είναι ο μέσος μισθός του κλάδου.
Δεν αποδεικνύει πόσες αντίστοιχες θέσεις υπάρχουν.
Δεν αποδεικνύει ότι όλοι οι εργαζόμενοι βρίσκουν τέτοια δουλειά.
Δεν αποδεικνύει καν ότι κάθε ποσό που εμφανίζεται σε μια αγγελία είναι καθαρό μηνιαίο ποσό με ακριβώς τις ίδιες ώρες, όρους και παροχές.
Αυτό είναι βασική στατιστική.
Δεν μετράμε την αγορά εργασίας ανοίγοντας πέντε αγγελίες που επιβεβαιώνουν αυτό που θέλουμε να πιστέψουμε.
Ακόμη όμως κι αν δεχτούμε τα 1.200 ευρώ, τι ακριβώς αποδεικνύουν;
Ας κάνουμε κάτι ακόμη πιο γενναιόδωρο.
Ας δεχτούμε ότι ένας γονιός παίρνει 1.200 ευρώ τον μήνα.
Από αυτό προκύπτει αυτομάτως ότι περισσεύουν 100 ευρώ;
Πόσο πληρώνει ενοίκιο;
Πόσο πληρώνει για ρεύμα;
Πόσο για θέρμανση;
Πόσο για σούπερ μάρκετ;
Έχει ένα ή δύο παιδιά;
Πληρώνει παιδικό σταθμό;
Χρειάζεται αυτοκίνητο για τη δουλειά;
Έχει στεγαστικό ή άλλο δάνειο;
Υπάρχουν ιατρικές δαπάνες;
Υπάρχει δεύτερο εισόδημα στο σπίτι;
Ο μισθός χωρίς το κόστος ζωής δεν μας λέει πόσο μπορεί να αποταμιεύσει ένα νοικοκυριό.
Και υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ του «θεωρώ σωστό να περιορίσω κάποια έξοδα για να αποταμιεύσω» και του «όποιος δεν αποταμιεύει είναι ανεύθυνος».
Το πιο παράδοξο: η ίδια η συντάκτρια περιγράφει γιατί οι μισθοί από μόνοι τους δεν λένε τίποτα
Η ανάρτηση μάς προσφέρει μάλιστα μόνη της το καλύτερο αντεπιχείρημα.
Γράφει ότι σήμερα στην Κύπρο παίρνει 1.300 ευρώ και ότι ένα δυάρι στη Λεμεσό μπορεί να κοστίζει 1.600-2.000 ευρώ.
Ακριβώς!
Αυτό αποδεικνύει το αντίθετο από εκείνο που επιχειρεί να υποστηρίξει.
Δεν αρκεί να μου πεις τον μισθό. Πρέπει να μου πεις και το κόστος ζωής.
Τα 1.300 ευρώ μπορεί να είναι αξιοπρεπές εισόδημα σε μια περιοχή και εντελώς ανεπαρκές σε κάποια άλλη.
Άρα γιατί όταν συζητάμε για την Ελλάδα κοιτάμε μόνο μια αγγελία που γράφει «1.200 ευρώ» και αποφασίζουμε ότι ο εργαζόμενος έχει 100 ευρώ διαθέσιμα για κλειδωμένη αποταμίευση επί 18 χρόνια;
«Ο παππούς μου μπορούσε, άρα σήμερα μπορούν ΟΛΟΙ»
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο λογικό άλμα ολόκληρου του κειμένου.
Η προσωπική ιστορία του παππού που δούλευε σκληρά, ζούσε λιτά και αποταμίευε για την εγγονή του είναι ανθρώπινη και αξιέπαινη.
Δεν είναι όμως οικονομικό δεδομένο για εκατομμύρια ελληνικά νοικοκυριά το 2026.
Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος κατάφερε επί δεκαετίες να αποταμιεύει δεν αποδεικνύει ότι:
«σήμερα μπορούν ΟΛΟΙ».
Το «ΟΛΟΙ» είναι ακριβώς εκεί όπου καταρρέει το επιχείρημα.
Υπάρχουν οικογένειες που μπορούν να βάλουν 100 ευρώ.
Υπάρχουν οικογένειες που μπορούν 50.
Υπάρχουν οικογένειες που μπορούν 20.
Και υπάρχουν οικογένειες που στο τέλος του μήνα δεν μπορούν να κλειδώσουν ούτε 20 ευρώ για 18 χρόνια, όχι επειδή προτίμησαν την ταβέρνα, αλλά επειδή πραγματικά δεν περισσεύουν.
Η ύπαρξη της πρώτης κατηγορίας δεν εξαφανίζει την τελευταία.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική αδυναμία του μέτρου
Το πρόγραμμα έχει ένα εγγενές χαρακτηριστικό:
όσο περισσότερα μπορεί να αποταμιεύσει η οικογένεια, τόσο μεγαλύτερη κρατική ενίσχυση μπορεί να πάρει.
Μπορείς να διαθέσεις 1.200 ευρώ;
Το κράτος προσθέτει 1.200.
Μπορείς μόνο 300;
Η κρατική συμμετοχή περιορίζεται αντίστοιχα.
Δεν μπορείς τίποτα;
Δεν μπορείς να αξιοποιήσεις το matching.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το μέτρο είναι κακό.
Σημαίνει ότι δικαιούμαστε να εξετάσουμε ποια κοινωνικά στρώματα μπορούν να εκμεταλλευθούν πλήρως την επιδότηση και ποια όχι.
Ακριβώς αυτή η συζήτηση έχει ήδη ανοίξει δημόσια: πόσα νέα ζευγάρια μπορούν πραγματικά να δεσμεύουν 1.200 ευρώ κάθε χρόνο σε έναν κλειστό λογαριασμό;
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό ερώτημα οικονομικής πολιτικής.
Δεν είναι «ζήλια για τα μωρά».
«Η κατανάλωση είναι μεγαλύτερη από τα δηλωθέντα εισοδήματα»
Εδώ υπάρχει ένα πραγματικό και σοβαρό στοιχείο, το οποίο όμως χρησιμοποιείται λανθασμένα.
Πράγματι, έχει επισημανθεί η μεγάλη απόσταση μεταξύ της κατανάλωσης των νοικοκυριών και των δηλωθέντων εισοδημάτων. Για το 2023, για παράδειγμα, αναφέρονταν περίπου 151 δισ. ευρώ κατανάλωση νοικοκυριών έναντι 110 δισ. δηλωθέντων εισοδημάτων, με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής να συνδέει το φαινόμενο και με το μεγάλο μέγεθος της παραοικονομίας.
Αυτό αποτελεί σοβαρή ένδειξη φοροδιαφυγής και αδήλωτων εισοδημάτων.
Δεν αποδεικνύει ότι κάθε ελληνικό νοικοκυριό που δηλώνει οικονομική δυσκολία έχει κρυμμένα χρήματα.
Το ένα είναι μακροοικονομικό πρόβλημα.
Το άλλο είναι αυθαίρετη γενίκευση για κάθε πολίτη.
«Τα μαγαζιά είναι γεμάτα»
Άλλο αγαπημένο επιχείρημα.
Τα εστιατόρια έχουν κόσμο.
Οι Έλληνες πηγαίνουν διακοπές.
Έχουν πολλά ρούχα.
Άρα:
δεν υπάρχει οικονομική πίεση.
Με την ίδια λογική, εάν δούμε γεμάτο ένα ακριβό εστιατόριο στην Αθήνα, αποδεικνύεται ότι ολόκληρη η χώρα είναι εύπορη.
Η κατανάλωση δεν κατανέμεται ισόποσα στον πληθυσμό.
Άλλος κάνει τρία ταξίδια.
Άλλος κανένα.
Άλλος τρώει έξω τρεις φορές την εβδομάδα.
Άλλος μία φορά τον μήνα.
Και άλλος ποτέ.
Οι γεμάτες ταβέρνες δεν αποτελούν απογραφή οικογενειακών προϋπολογισμών.
Και κάπου εδώ η οικονομική συζήτηση μετατρέπεται σε περιφρόνηση μιας ολόκληρης κοινωνίας
Το κείμενο τελικά εγκαταλείπει ακόμη και την προσπάθεια οικονομικής επιχειρηματολογίας.
Οι πολίτες χαρακτηρίζονται:
«ξεφτιλισμένοι νεοέλληνες».
«αχάριστα τομάρια».
«τραχανάδες».
«διεφθαρμένοι μέχρι το μεδούλι».
Η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται περίπου ηθικά λεπρή.
Και φτάνουμε στο:
«Μην τους δίνεις τίποτα ρε Κυριάκο».
Εδώ τουλάχιστον ξεκαθαρίζει η πραγματική φιλοσοφία του κειμένου.
Δεν συζητάμε πλέον εάν ένα κυβερνητικό μέτρο είναι σωστό.
Συζητάμε εάν οι πολίτες είναι αρκετά ηθικά άξιοι για να δικαιούνται να ασκούν κριτική στην κυβέρνηση που το ανακοίνωσε.
Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό πράγμα.
Η κυβέρνηση δεν χαρίζει δικά της χρήματα
Υπάρχει τέλος μια φράση που επαναλαμβάνεται:
«Το κράτος χωρίς να έχει καμία απολύτως υποχρέωση σου τα διπλασιάζει».
Βεβαίως και το κράτος δεν έχει υποχρέωση να θεσπίσει το συγκεκριμένο πρόγραμμα.
Αλλά το κράτος δεν είναι κάποιος πλούσιος θείος που βγάζει το πορτοφόλι του και μας κάνει δώρο.
Τα χρήματα της κρατικής συμμετοχής προέρχονται από δημόσιους πόρους.
Από φόρους.
Από εισφορές.
Από την οικονομική δραστηριότητα της ίδιας κοινωνίας.
Η κυβέρνηση αποφασίζει πώς θα κατανείμει αυτούς τους πόρους.
Και οι πολίτες έχουν κάθε δημοκρατικό δικαίωμα να ρωτήσουν:
Είναι αυτή η καλύτερη χρήση τους;
Ποιοι ωφελούνται περισσότερο;
Ποιοι μένουν έξω;
Θα μπορούσε το πρόγραμμα να έχει μεγαλύτερη ενίσχυση για τα χαμηλότερα εισοδήματα;
Πώς θα εξασφαλιστεί η λειτουργία του σε ορίζοντα 18 ετών;
Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι αχαριστία.
Είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να κάνουμε σε μια δημοκρατία όταν η κυβέρνηση αποφασίζει πώς θα χρησιμοποιήσει δημόσιο χρήμα.
Ναι στον «κουμπαρά». Όχι στο «όποιος δεν μπορεί, φταίει»
Και εδώ μπορούμε να είμαστε απολύτως καθαροί.
Η βασική ιδέα του μέτρου είναι θετική.
Το κράτος δίνει ένα εξαιρετικά ισχυρό κίνητρο μακροχρόνιας αποταμίευσης για τα παιδιά.
Όποια οικογένεια μπορεί να συμμετάσχει, έχει σοβαρό οικονομικό κίνητρο να το κάνει.
Μπορούμε όμως ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε ότι δεν ξεκινούν όλες οι οικογένειες από την ίδια οικονομική αφετηρία.
Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ανάμεσα στο:
«Ο Μητσοτάκης έκανε ένα καλό μέτρο»
και στο:
«Υπάρχουν οικογένειες που δυσκολεύονται πραγματικά να αποταμιεύσουν».
Μπορούν να είναι αληθινά και τα δύο.
Αυτό που δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρό επιχείρημα είναι ότι μια αναζήτηση στη Χρυσή Ευκαιρία απέδειξε πως όποιος δεν διαθέτει 100 ευρώ τον μήνα είναι ψεύτης, τεμπέλης, σπάταλος ή «αχάριστο τομάρι».
Γιατί η οικονομική πολιτική δεν γίνεται με το:
«Ο δικός μου παππούς τα κατάφερε, άρα μπορείτε όλοι».
Ούτε η πραγματική οικονομία μετριέται από το πόσα τραπέζια είδαμε γεμάτα σε μια ταβέρνα.
Και κυρίως, η κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να βασίζεται στη λογική:
«Αν δυσκολεύεσαι, κόψε έναν καφέ, μια ταβέρνα και σταμάτα να γκρινιάζεις».
Αυτή δεν είναι οικονομική θεωρία.
Είναι απλώς ένας βολικός τρόπος να μεταφέρεις κάθε οικονομικό πρόβλημα από την πολιτική στην ατομική ευθύνη του πολίτη.
Και τότε πράγματι όλα λύνονται πανεύκολα.
Δεν υπάρχει ακρίβεια.
Δεν υπάρχει στεγαστικό.
Δεν υπάρχουν χαμηλοί μισθοί.
Δεν υπάρχει πρόβλημα αποταμίευσης.
Υπάρχουν μόνο “αχάριστοι Έλληνες”.
Μόνο που η πραγματική οικονομία είναι λίγο πιο περίπλοκη από αυτό.



