Πιερρακάκης: «Πακέτο για όλους» – αλλά όταν μοιράζεις σε όλους, πόσα μένουν τελικά στον καθένα;

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης επιχειρεί να δώσει στις εξαγγελίες της ΔΕΘ ένα σαφές πολιτικό περίγραμμα: μεσαία τάξη, οικογένειες, συνταξιούχοι, δημόσιοι υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, νέοι. Όλοι πρέπει να μπορούν να βρουν κάτι που τους αφορά.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η πρώτη αντίφαση.

Γιατί όταν ένα πακέτο περιορισμένου δημοσιονομικού μεγέθους παρουσιάζεται ως «πακέτο για όλους», υπάρχει ένα απλό ερώτημα που δεν απαντάται με επικοινωνιακές διατυπώσεις:

Πόσο ουσιαστική μπορεί να είναι η ενίσχυση του καθενός όταν πρέπει να μοιραστεί σε όλους;

Το πρόβλημα της κυβέρνησης μετά τη ΔΕΘ δεν είναι ότι δεν ανακοίνωσε μέτρα. Ανακοίνωσε πολλά.

Το πρόβλημα είναι ότι επιχειρεί να μετατρέψει τη μεγάλη περίμετρο δικαιούχων σε απόδειξη μεγάλης οικονομικής ενίσχυσης.

Δεν είναι το ίδιο πράγμα.

«Δίνουν ανάσα» – αυτή ίσως είναι η πιο ειλικρινής φράση

Ο ίδιος ο υπουργός το παραδέχεται:

«Δεν λύνουν τα προβλήματα, αλλά δίνουν ανάσα».

Ακριβώς.

Και αυτή η φράση απογυμνώνει μεγάλο μέρος της υπόλοιπης κυβερνητικής αφήγησης.

Διότι εάν έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης η μεσαία τάξη εξακολουθεί να χρειάζεται «ανάσα», οι συνταξιούχοι χρειάζονται ενίσχυση, οι δημόσιοι υπάλληλοι στήριξη, οι νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν σπίτι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες χρειάζονται διορθώσεις ενός φορολογικού συστήματος που η ίδια η κυβέρνηση θέσπισε, τότε μάλλον η εικόνα είναι λιγότερο θριαμβευτική από αυτή που επιχειρείται να παρουσιαστεί.

Η σωστή συζήτηση επομένως δεν είναι αν τα μέτρα είναι θετικά.

Κάθε πραγματική μείωση φόρου και κάθε αύξηση διαθέσιμου εισοδήματος είναι θετική για εκείνον που την παίρνει.

Η συζήτηση είναι αν αρκούν για να αντιστρέψουν την πίεση που έχει συσσωρευτεί από ακρίβεια, ενοίκια, ενέργεια, τρόφιμα και υπηρεσίες.

Και αυτό είναι εντελώς διαφορετικό ερώτημα.

Η μεσαία τάξη «πλήρωσε μεγάλο τίμημα». Σε ποιον;

Ο Πιερρακάκης λέει ότι η μεσαία τάξη «επλήγη βαθιά στην κρίση και πλήρωσε μεγάλο τίμημα».

Σωστό.

Μόνο που η κρίση δεν τελείωσε χθες.

Η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια το 2018 και η ΝΔ κυβερνά από το 2019.

Άρα το 2026 δεν αρκεί πλέον η διαρκής επίκληση του τι συνέβη την προηγούμενη δεκαετία.

Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει και για τη δική της επταετία.

Πόσο αυξήθηκε το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα;

Πόσο από τις ονομαστικές αυξήσεις των μισθών έφαγε ο πληθωρισμός;

Πόσο αυξήθηκε το κόστος στέγασης;

Πόσο επιβαρύνθηκε το καλάθι ενός νοικοκυριού;

Γιατί ο πολίτης δεν πληρώνει το σούπερ μάρκετ με τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ.

Το πληρώνει με ό,τι μένει στον λογαριασμό του στο τέλος του μήνα.

Από τα 650 στα 920 ευρώ: σωστός αριθμός, μισή εικόνα

Ο υπουργός επικαλείται την αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 650 στα 920 ευρώ και τον στόχο των 1.000 ευρώ.

Προφανώς πρόκειται για μεγάλη ονομαστική αύξηση.

Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:

Τι αγοράζουν τα 920 ευρώ του 2026 σε σχέση με όσα αγόραζαν τα 650 ευρώ του 2019;

Χωρίς την απάντηση σε αυτό, η παράθεση δύο ονομαστικών αριθμών είναι πολιτικά χρήσιμη αλλά οικονομικά ανεπαρκής.

Και υπάρχει κάτι ακόμη.

Ο στόχος των 1.000 ευρώ το 2028 δεν είναι σημερινό εισόδημα.

Είναι κυβερνητικός στόχος.

Δεν μπορεί μια μελλοντική υπόσχεση να προστίθεται στον απολογισμό σαν να έχει ήδη κατατεθεί στον τραπεζικό λογαριασμό του εργαζομένου.

Ο «κουμπαράς»: ωραία ιδέα, αλλά υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο

Ο «κουμπαράς» για τα παιδιά είναι πιθανότατα μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιδέες της ΔΕΘ.

Η λογική είναι ελκυστική: η οικογένεια αποταμιεύει, το κράτος συμμετέχει και το παιδί αποκτά στην ενηλικίωσή του ένα αρχικό κεφάλαιο.

Όμως υπάρχει μια πολύ πρακτική ταξική διάσταση που δεν εξαφανίζεται επειδή το μέτρο ονομάζεται «εθνικό».

Ο Πιερρακάκης λέει:

«Ό,τι βάζεις, βάζω. Μέχρι 1.200 ευρώ».

Ωραία.

Ποια οικογένεια μπορεί να βάζει 1.200 ευρώ τον χρόνο για κάθε παιδί;

Η οικογένεια που στο τέλος του μήνα έχει περίσσευμα ή εκείνη που δυσκολεύεται να πληρώσει ενοίκιο, ρεύμα, φροντιστήριο και σούπερ μάρκετ;

Εδώ βρίσκεται η βασική αδυναμία ενός matching scheme.

Όσο περισσότερα μπορεί να αποταμιεύσει η οικογένεια τόσο μεγαλύτερη κρατική συμμετοχή μπορεί να ενεργοποιήσει.

Επομένως, αν δεν υπάρχουν ισχυρές δικλίδες υπέρ των χαμηλότερων εισοδημάτων, υπάρχει ο κίνδυνος ένα μέτρο που παρουσιάζεται ως εργαλείο εξίσωσης ευκαιριών να αξιοποιείται περισσότερο από όσους διαθέτουν ήδη μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης.

Και υπάρχει και δεύτερο ερώτημα.

Η κυβέρνηση συνδέει τον «κουμπαρά» με επενδυτικά προϊόντα διαφορετικού ρίσκου.

Άρα χρειάζεται απόλυτη σαφήνεια:

Ποιος αναλαμβάνει τον επενδυτικό κίνδυνο; Υπάρχει εγγύηση του αρχικού κεφαλαίου; Ποιες θα είναι οι προμήθειες; Ποιος θα διαχειρίζεται τα προϊόντα; Τι συμβαίνει σε μια μεγάλη πτώση των αγορών λίγο πριν την ενηλικίωση του παιδιού;

Μέχρι να έχουμε το πλήρες θεσμικό πλαίσιο, τα εντυπωσιακά ποσά που μπορεί θεωρητικά να συγκεντρωθούν σε βάθος χρόνου είναι προβολές, όχι εγγυημένες αποδόσεις.

«13η σύνταξη» ή παιχνίδι με τις λέξεις;

Ακόμη πιο επιθετική επικοινωνιακά είναι η φράση:

«Για κάποιους είναι πλήρης 13η σύνταξη».

Για κάποιους.

Αυτές οι δύο λέξεις κάνουν όλη τη δουλειά.

Η 13η σύνταξη ως έννοια σημαίνει μία πρόσθετη μηνιαία σύνταξη.

Εάν ένα ετήσιο βοήθημα ισούται με το ύψος της μηνιαίας σύνταξης ορισμένων χαμηλοσυνταξιούχων, αυτό μπορεί αριθμητικά να αντιστοιχεί σε μία σύνταξή τους.

Δεν μετατρέπει όμως το μέτρο γενικώς σε «13η σύνταξη».

Αλλιώς οποιοδήποτε ετήσιο βοήθημα 400 ή 500 ευρώ μπορεί να βαφτιστεί «13η σύνταξη» αρκεί να βρούμε έναν συνταξιούχο με αντίστοιχη μηνιαία σύνταξη.

Αυτό δεν είναι οικονομικός ορισμός. Είναι πολιτικό branding.

Και φτάνουμε στους ελεύθερους επαγγελματίες

Εδώ η κυβερνητική επιχειρηματολογία γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα.

Ο Πιερρακάκης αναγνωρίζει:

«Υπήρχαν πολλά στοιχεία αδικίας».

Και προσθέτει:

«Γίναμε χειρουργικοί και τα είδαμε ένα ένα».

Συγγνώμη, αλλά ποιος δημιούργησε αυτά τα «στοιχεία αδικίας»;

Η αντιπολίτευση;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση;

Κάποια προηγούμενη κυβέρνηση;

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θέσπισε το τεκμαρτό σύστημα.

Άρα το να διορθώνεις σήμερα τις στρεβλώσεις ενός δικού σου μέτρου είναι ασφαλώς θετικό.

Δεν μπορεί όμως η διόρθωση μιας δικής σου αστοχίας να παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως καινούργια κυβερνητική επιτυχία.

Πρώτα θεσπίζεις το τεκμήριο.

Οι επαγγελματίες διαμαρτύρονται.

Αναγνωρίζεις ότι δημιουργούνται αδικίες.

Τις διορθώνεις.

Και μετά παρουσιάζεις τη διόρθωση ως απόδειξη ότι «ακούς την κοινωνία».

Όχι.

Αυτό λέγεται διόρθωση πολιτικής.

Και καλώς έγινε.

Αλλά προηγείται η πολιτική ευθύνη για την ανάγκη να γίνει.

«Δεν πιστεύω σε κράτος που κουνάει το δάχτυλο»

Ωραία φράση.

Αλλά δύσκολα συμβιβάζεται με την εμπειρία χιλιάδων ελεύθερων επαγγελματιών στους οποίους το κράτος ουσιαστικά είπε:

«Δεν πιστεύω το εισόδημα που δηλώνεις, άρα θα υπολογίσω εγώ πόσα θεωρώ ότι πρέπει να έχεις βγάλει».

Αν υπάρχει χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτους που «κουνάει το δάχτυλο», το τεκμαρτό εισόδημα δεν βρίσκεται και πολύ μακριά.

Στο χρέος, αντίθετα, η κριτική χρειάζεται σοβαρότητα

Εδώ δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε αποδόμηση εκεί όπου υπάρχει πραγματικό επιχείρημα.

Η πρόωρη αποπληρωμή ακριβού ή μελλοντικά επιβαρυντικού χρέους μπορεί πράγματι να είναι δημοσιονομικά συμφέρουσα.

Και εφόσον συγκεκριμένοι πόροι δεν μπορούν βάσει του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου να μετατραπούν απλώς σε πρόσθετες μόνιμες δαπάνες, το σύνθημα «δώστε τα λεφτά στον κόσμο αντί να πληρώνετε το χρέος» χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε κυβερνητικός ισχυρισμός περί «νάρκης του 2032» πρέπει να γίνεται δεκτός χωρίς αριθμούς.

Αν πράγματι εξοικονομούνται 1,5 δισ. ευρώ ετησίως από το 2032, τότε χρειάζεται να παρουσιαστούν καθαρά:

ποιο χρέος αποπληρώνεται, ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα, ποιο το επιτόκιο, ποια η εξοικονόμηση τόκων και πώς ακριβώς προκύπτει το 1,5 δισ.

Γιατί η δημοσιονομική σοβαρότητα που επικαλείται ο υπουργός πρέπει να λειτουργεί και αντίστροφα:

όσο μεγαλύτερος ο ισχυρισμός τόσο περισσότερα τα στοιχεία που πρέπει να τον συνοδεύουν.

Και μετά τη ΔΕΘ υπάρχει ένα πολιτικό πρόβλημα που δεν απαντά ο Πιερρακάκης

Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα μεγάλο πακέτο.

Επιχείρησε να αγγίξει σχεδόν κάθε κοινωνική ομάδα.

Έδωσε φοροελαφρύνσεις.

Έδωσε συνταξιοδοτικές ενισχύσεις.

Έδωσε μέτρα για οικογένειες.

Έκανε διορθώσεις στους ελεύθερους επαγγελματίες.

Παρουσίασε τον «κουμπαρά».

Και όμως, η πρώτη μεγάλη πολιτική ένδειξη μετά τη ΔΕΘ δεν δείχνει εκλογική απογείωση.

Στη δημοσκόπηση της GPO που παρουσιάστηκε στις 9 Σεπτεμβρίου, η ΝΔ βρίσκεται στο 25,8% στην πρόθεση ψήφου και 30,6% στην εκτίμηση.

Δηλαδή το πολιτικό αποτέλεσμα της ΔΕΘ, τουλάχιστον στην πρώτη μέτρηση, δεν είναι το κύμα επανασυσπείρωσης που θα περίμενε κανείς από ένα τόσο πολυδιαφημισμένο πακέτο.

Και αυτό είναι ίσως σημαντικότερο από ολόκληρη τη συνέντευξη του υπουργού.

Γιατί μπορείς να εξηγείς επί μία ώρα πόσο σωστά σχεδιάστηκαν τα μέτρα.

Αλλά στο τέλος υπάρχει ένας πολύ σκληρός κριτής: ο πολίτης.

Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι αν «θα αγκαλιάσουν τον κουμπαρά»

Ο Πιερρακάκης προβλέπει ότι ο κόσμος θα αγκαλιάσει το νέο μέτρο.

Μπορεί.

Και μακάρι ένα σωστά σχεδιασμένο πρόγραμμα να βοηθήσει πραγματικά χιλιάδες παιδιά.

Το μεγαλύτερο ερώτημα όμως δεν είναι τι θα έχει ένα παιδί στον επενδυτικό του λογαριασμό όταν γίνει 18.

Είναι σε ποια οικονομία θα γίνει 18.

Θα μπορεί να βρει καλά αμειβόμενη δουλειά;

Θα μπορεί να νοικιάσει σπίτι;

Θα μπορεί να φύγει από το πατρικό του χωρίς να χρειάζεται το μισό εισόδημά του για στέγη;

Θα μπορεί να δημιουργήσει δική του οικογένεια;

Θα χρειάζεται έναν κρατικά επιδοτούμενο «κουμπαρά» για να αποκτήσει το αρχικό κεφάλαιο που οι μισθοί των γονιών του δεν επέτρεψαν ποτέ να δημιουργηθεί;

Αυτά είναι τα δύσκολα ερωτήματα.

Και εδώ βρίσκεται τελικά η αδυναμία ολόκληρου του κυβερνητικού αφηγήματος μετά τη ΔΕΘ:

Η κυβέρνηση προσπαθεί να αποδείξει ότι επειδή έχει δημοσιονομικό χώρο να μοιράσει κάτι σε πολλούς, έχει ήδη λύσει το πρόβλημα του διαθέσιμου εισοδήματος.

Δεν το έχει λύσει.

Το παραδέχεται, άλλωστε, ο ίδιος ο Πιερρακάκης:

«Δεν λύνουν τα προβλήματα, αλλά δίνουν ανάσα».

Ας κρατήσουμε λοιπόν αυτή τη φράση.

Γιατί είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή ολόκληρης της ΔΕΘ.

Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η κυβέρνηση μπορεί να δώσει άλλη μία «ανάσα».

Το ερώτημα είναι γιατί τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να χρειάζεται ανάσα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ