Μια δραματική έκκληση για την άμεση προστασία του ρωμαϊκού ναυαγίου του Φισκάρδου απευθύνει ο επαγγελματίας δύτης Μακής Σωτηρόπουλος, ο οποίος είχε συμμετάσχει στις έρευνες για το σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα και είναι ένας από τους συντάκτες της επιστημονικής δημοσίευσης που ακολούθησε.
Αφορμή για τη δημόσια παρέμβασή του αποτέλεσε μια πρόσφατη υποβρύχια επιθεώρηση που πραγματοποίησε με τηλεχειριζόμενο υποβρύχιο όχημα (ROV), κατά την οποία, όπως υποστηρίζει, διαπίστωσε εμφανείς ενδείξεις ανθρώπινης επέμβασης και πολλαπλά ίχνη που αποδίδει σε άγκυρες και αλυσίδες.
«Δεν είναι αργά. Αλλά δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια της αναμονής», είναι το μήνυμα που στέλνει, ζητώντας από τις αρμόδιες αρχές να προχωρήσουν σε συγκεκριμένα μέτρα πριν προκληθούν, όπως φοβάται, μη αναστρέψιμες ζημιές.
Και το θέμα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η ίδια η επιστημονική βιβλιογραφία έχει καταγράψει εδώ και χρόνια ίχνη αγκυροβολίας στην περιοχή του ναυαγίου και την ευπάθειά του στην ανθρώπινη δραστηριότητα.
Ένα από τα μεγαλύτερα ρωμαϊκά ναυάγια της εποχής του
Το ναυάγιο βρίσκεται περίπου δύο χιλιόμετρα από την είσοδο του όρμου του Φισκάρδου, σε βάθος περίπου 60-61 μέτρων.
Χρονολογείται μεταξύ του 1ου αιώνα π.Χ. και του 1ου αιώνα μ.Χ. και θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα ναυάγια της συγκεκριμένης περιόδου που έχουν εντοπιστεί στη Μεσόγειο.
Το φορτίο του εκτιμάται ότι περιλαμβάνει περίπου 6.000 αμφορείς, ενώ η μεγάλη αρχαιολογική αξία του συνδέεται με τις πληροφορίες που μπορεί να προσφέρει για τις εμπορικές διαδρομές της εποχής, την αποθήκευση και μεταφορά αμφορέων αλλά και τη ναυπήγηση των ρωμαϊκών εμπορικών πλοίων.
Οι συστηματικές υποβρύχιες έρευνες πραγματοποιήθηκαν το 2013 και το 2014, στο πλαίσιο προγράμματος INTERREG, με χρήση σύγχρονων μεθόδων υποθαλάσσιας τηλεπισκόπησης.
«Ήμουν ο πρώτος δύτης που το αντίκρισε από κοντά»
Για τον Μακή Σωτηρόπουλο το συγκεκριμένο ναυάγιο έχει και προσωπική σημασία.
Όπως αναφέρει στην παρέμβασή του, είχε την ευκαιρία να συμμετάσχει στην ερευνητική προσπάθεια και ήταν ο πρώτος δύτης που το αντίκρισε από κοντά στον βυθό.
Η συμμετοχή του στην επιστημονική μελέτη του ναυαγίου επιβεβαιώνεται και από τη δημοσίευση στο Journal of Archaeological Science, όπου περιλαμβάνεται μεταξύ των συγγραφέων της σχετικής εργασίας.
Ο ίδιος περιγράφει εκείνη τη στιγμή ως μοναδική, τονίζοντας όμως ότι μαζί με τη χαρά της ανακάλυψης γεννήθηκε και μια ευθύνη:
να προστατευθεί αυτό που ανακαλύφθηκε.
Επέστρεψε με ROV – Και αυτό που είδε τον ανησύχησε
Πριν από λίγες ημέρες, σύμφωνα με όσα περιγράφει, ο επαγγελματίας δύτης βρέθηκε ξανά στην ευρύτερη περιοχή του Φισκάρδου για διαφορετική υποβρύχια εργασία, που αφορούσε τον εντοπισμό και την ανέλκυση χαμένης άγκυρας.
Έχοντας μαζί του ειδικό ROV, αποφάσισε να πραγματοποιήσει μια σύντομη επιθεώρηση του ναυαγίου.
Διευκρινίζει μάλιστα ότι δεν επρόκειτο για αρχαιολογική αποστολή, αλλά για μια προσωπική επιτόπια παρατήρηση της σημερινής εικόνας του μνημείου.
Και εκεί βρίσκεται το πλέον ανησυχητικό σημείο της παρέμβασής του.
Ο Σωτηρόπουλος υποστηρίζει ότι η πρόσφατη εικόνα παρουσιάζει πολλαπλά ίχνη και χτυπήματα τα οποία συνδέει με άγκυρες και αλυσίδες.
Πρόκειται για δική του διαπίστωση από την πρόσφατη επιθεώρηση και θα απαιτηθεί επίσημη αρχαιολογική αυτοψία για να αξιολογηθεί επιστημονικά η έκταση, η προέλευση και η χρονική περίοδος των πιθανών φθορών.
Ο κίνδυνος από τις άγκυρες δεν εμφανίζεται σήμερα για πρώτη φορά
Το ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο κίνδυνος από την αγκυροβολία δεν αποτελεί καινούργια ανησυχία.
Στην επιστημονική απεικόνιση της ευρύτερης θέσης του ναυαγίου είχαν ήδη καταγραφεί anchoring marks – ίχνη αγκυροβολίας, ενώ οι ερευνητές είχαν επισημάνει την ευπάθεια του αρχαιολογικού ευρήματος απέναντι στην ανθρώπινη δραστηριότητα.
Αυτό δίνει διαφορετική διάσταση στη σημερινή έκκληση.
Δεν έχουμε απλώς έναν δύτη που εκφράζει έναν θεωρητικό φόβο για το τι θα μπορούσε να συμβεί. Υπάρχει ήδη δημοσιευμένη επιστημονική αναφορά σε ίχνη αγκυροβολίας στην περιοχή και τώρα ο ίδιος υποστηρίζει ότι η νέα υποβρύχια εικόνα ενισχύει την ανησυχία του.
«Ο κυβερνήτης δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει τι υπάρχει 60 μέτρα κάτω»
Ο Μακής Σωτηρόπουλος ξεκαθαρίζει ότι δεν επιδιώκει να κατηγορήσει τους κυβερνήτες των σκαφών που κινούνται ή αγκυροβολούν στην περιοχή.
Αντίθετα, θέτει ένα πρακτικό ζήτημα ενημέρωσης και πρόληψης.
Όπως αναφέρει, στους σύγχρονους και ενημερωμένους ναυτικούς χάρτες που χρησιμοποιεί ο ίδιος δεν βλέπει να αποτυπώνεται με σαφή και άμεσα αντιληπτό τρόπο συγκεκριμένη θαλάσσια ζώνη ως “Prohibited Area” ή περιοχή απαγόρευσης αγκυροβολίας γύρω από το ναυάγιο.
Αυτόν τον ισχυρισμό δεν μπορέσαμε να επιβεβαιώσουμε ανεξάρτητα για το σύνολο των επίσημων και εμπορικών ναυτικών χαρτών που χρησιμοποιούνται σήμερα. Είναι, επομένως, ένα από τα ζητήματα που χρειάζεται άμεση επίσημη διευκρίνιση από τις αρμόδιες αρχές.
Η λογική της παρέμβασής του, πάντως, είναι απλή:
ο κυβερνήτης ενός σκάφους δεν μπορεί να βλέπει τι υπάρχει περίπου 60 μέτρα κάτω από την επιφάνεια.
Άρα η προστασία του αρχαιολογικού μνημείου δεν μπορεί να εξαρτάται μόνο από το εάν ο κάθε κυβερνήτης γνωρίζει την ακριβή θέση του.
Τι ζητά να γίνει άμεσα
Ο Μακής Σωτηρόπουλος καταθέτει συγκεκριμένο πλαίσιο παρεμβάσεων: ζητά σαφή οριοθέτηση μιας επαρκούς ζώνης προστασίας γύρω από το ναυάγιο, αποτύπωσή της στους σύγχρονους ναυτικούς και ηλεκτρονικούς χάρτες ως περιοχής όπου απαγορεύεται η αγκυροβολία και τοποθέτηση κατάλληλων πλωτών σημαντήρων και φωτεινής σήμανσης.
Παράλληλα ζητά άμεση επιστημονική υποβρύχια αυτοψία, με ROV, φωτογραμμετρία και τρισδιάστατη αποτύπωση, ώστε η σημερινή κατάσταση να καταγραφεί με ακρίβεια και να υπάρχει αντικειμενικό σημείο αναφοράς για το μέλλον.
Προτείνει ακόμη τη δημιουργία συστήματος περιοδικής ή συνεχούς παρακολούθησης και, σε δεύτερο επίπεδο, ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανάδειξης που θα μπορούσε να συνδυάζει την προστασία με την έρευνα, την εκπαίδευση και ήπιες μορφές τουριστικής αξιοποίησης.
«Ένα μνημείο που καταστράφηκε από μια άγκυρα δεν ξαναδημιουργείται»
Το μήνυμα της παρέμβασής του είναι ιδιαίτερα ισχυρό.
Ένα σκάφος επισκευάζεται. Μια άγκυρα αντικαθίσταται. Ένα αρχαιολογικό μνημείο δύο χιλιάδων ετών, όμως, εάν υποστεί μη αναστρέψιμη καταστροφή, δεν μπορεί να δημιουργηθεί ξανά.
Και το ναυάγιο του Φισκάρδου δεν αποτελεί απλώς ένα εντυπωσιακό εύρημα στον βυθό της Κεφαλονιάς.
Η επιστημονική μελέτη το χαρακτηρίζει σημαντικό αρχαιολογικά, καθώς μπορεί να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για το θαλάσσιο εμπόριο, τις διαδρομές, τη φόρτωση των αμφορέων και τη ναυπηγική πριν από περίπου δύο χιλιετίες.
Γι’ αυτό και η έκκληση του Μακή Σωτηρόπουλου καταλήγει σε δύο μόνο λέξεις:
«Όχι αύριο. Τώρα».
Το επόμενο βήμα ανήκει πλέον στις αρμόδιες αρχαιολογικές και λιμενικές υπηρεσίες: να εξετάσουν τη νέα υποβρύχια εικόνα, να διαπιστώσουν επιστημονικά την κατάσταση του μνημείου και να κρίνουν εάν τα υφιστάμενα μέτρα επαρκούν ή απαιτείται άμεση ενίσχυση της προστασίας του.



