Η απάντηση του Παύλου Μαρινάκη στον Αντώνη Σαμαρά για τα ελληνοτουρκικά επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το τι κάνει σήμερα η Τουρκία στο τι έκανε ο Σαμαράς όταν ήταν πρωθυπουργός.
Μόνο που αυτά είναι δύο διαφορετικά ζητήματα.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπενθύμισε ότι ο Αντώνης Σαμαράς είχε συναντήσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ακόμη και μετά από τουρκικές παραβιάσεις, θέλοντας να καταδείξει ότι είναι εύκολο κάποιος να εμφανίζεται σήμερα σκληρός απέναντι στην Τουρκία ενώ, όταν βρισκόταν στην εξουσία, ακολουθούσε τον δρόμο του διαλόγου.
Το επιχείρημα ακούγεται πολιτικά αποτελεσματικό.
Μόνο που δεν απαντά στην κριτική του Σαμαρά.
Γιατί ο πρώην πρωθυπουργός δεν είπε ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να συνομιλεί με την Τουρκία.
Είπε κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών», όταν συνοδεύεται από μια προσπάθεια διεθνούς εξομάλυνσης της εικόνας της Άγκυρας χωρίς αυτή να εγκαταλείπει τις αναθεωρητικές της θέσεις, κινδυνεύει να επιτρέψει στην Τουρκία να δημιουργεί νέα δεδομένα.
Και οι τελευταίες εξελίξεις δύσκολα επιτρέπουν στην κυβέρνηση να απορρίψει αυτή την προειδοποίηση ως απλή «τουρκοφαγία».
Το ίδιο το ΥΠΕΞ επιβεβαιώνει ότι υπάρχει πρόβλημα
Υπάρχει ένα στοιχείο που καθιστά προβληματική την προσπάθεια Μαρινάκη να υποβαθμίσει πολιτικά την παρέμβαση Σαμαρά.
Η ίδια η ελληνική κυβέρνηση χαρακτηρίζει παράνομες τις τελευταίες τουρκικές κινήσεις.
Με επίσημη ανακοίνωση στις 16 Αυγούστου, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών αναφέρει ότι οι τουρκικές προεδρικές αποφάσεις για δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα» στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο εκτείνονται και πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων.
Και προχωρά ακόμη περισσότερο.
Το ΥΠΕΞ σημειώνει ότι στον βαθμό που τα πάρκα καταλαμβάνουν διεθνή ύδατα, η εγκαθίδρυσή τους είναι παράνομη, ενώ χαρακτηρίζει επίσης παράνομη την επέκτασή τους εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Άρα εδώ υπάρχει μια πολύ απλή αντίφαση στην πολιτική επιχειρηματολογία.
Δεν μπορεί από τη μία η επίσημη ελληνική διπλωματία να καταγγέλλει μια τουρκική ενέργεια ως παράνομη και από την άλλη η πολιτική κριτική απέναντι σε αυτή την εξέλιξη να αντιμετωπίζεται περίπου ως υπερβολή των «τουρκοφάγων».
Ο Σαμαράς χρησιμοποίησε ασφαλώς πολύ σκληρότερη γλώσσα, κάνοντας λόγο για «διεθνή πειρατεία».
Η ουσία όμως της προειδοποίησής του —ότι δηλαδή η Τουρκία εξακολουθεί να επιχειρεί να εγγράψει τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο— δεν διαψεύδεται από τα γεγονότα.
Το «κι εσύ συναντούσες τον Ερντογάν» είναι υπεκφυγή
Ας δεχθούμε πλήρως αυτό που λέει ο Μαρινάκης.
Ναι, ο Σαμαράς συνομιλούσε με τον Ερντογάν.
Και λοιπόν;
Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι γειτονικές χώρες. Οι κυβερνήσεις τους συνομιλούσαν επί Καραμανλή, Παπανδρέου, Σαμαρά, Τσίπρα και Μητσοτάκη.
Ο διάλογος δεν αποτελεί από μόνος του ούτε υποχώρηση ούτε επιτυχία.
Το κρίσιμο είναι με ποιους όρους διεξάγεται και ποια αποτελέσματα παράγει.
Επομένως, για να απαντήσει πραγματικά στον Σαμαρά η κυβέρνηση θα έπρεπε να απαντήσει σε διαφορετικά ερωτήματα:
Έχει εγκαταλείψει η Τουρκία το casus belli;
Έχει εγκαταλείψει τη «Γαλάζια Πατρίδα»;
Έχει εγκαταλείψει τις αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων;
Σταμάτησε να προβάλλει μονομερείς διεκδικήσεις;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς ότι «και ο Σαμαράς συναντούσε τον Ερντογάν».
Γιατί αυτό ακριβώς δεν είναι το θέμα.
Ο Σαμαράς προειδοποιεί για τη στρατηγική, όχι για τις συναντήσεις
Η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού ήταν σαφής.
Ο Σαμαράς υποστήριξε ότι εδώ και καιρό προειδοποιεί πως οι «φιλίες» και οι «κατευνασμοί» απέναντι στην Τουρκία μπορούν να οδηγήσουν σε νέα τετελεσμένα, ενώ για τα θαλάσσια πάρκα σημείωσε ότι η Τουρκία επιχειρεί να κινηθεί μέσα στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τον όρο «κατευνασμός».
Αλλά αυτή είναι η θέση που πρέπει να αντικρούσει η κυβέρνηση.
Όχι το εάν ο Σαμαράς είχε φωτογραφηθεί κάποτε με τον Ερντογάν.
Μάλιστα, υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα αντίστροφη ανάγνωση.
Το γεγονός ότι ο Σαμαράς συνομιλούσε με την Τουρκία όταν ήταν πρωθυπουργός ενισχύει το επιχείρημά του ότι η σημερινή κριτική του δεν αφορά τον διάλογο αυτόν καθαυτόν.
Αφορά τη στρατηγική που συνοδεύει τον διάλογο.
Και τα «ήρεμα νερά»;
Εδώ βρίσκεται η καρδιά της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η αποκλιμάκωση της έντασης με την Τουρκία αποτελεί επιτυχία.
Και ασφαλώς η αποφυγή κρίσεων στο Αιγαίο είναι θετική.
Όμως τα «ήρεμα νερά» έχουν πραγματική πολιτική αξία μόνο εφόσον δεν μετατρέπονται σε περίοδο κατά την οποία η άλλη πλευρά συνεχίζει να οικοδομεί τη διεκδικητική της ατζέντα χωρίς αντίστοιχο πολιτικό κόστος.
Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Σαμαράς.
Και δεν πρόκειται πλέον μόνο για δική του διαπίστωση.
Σε νέα ανακοίνωση στις 20 Αυγούστου, το ελληνικό ΥΠΕΞ αναφέρθηκε ρητά στην «εμμονή της Τουρκίας σε αναθεωρητικές θέσεις».
Αυτή η φράση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Διότι προέρχεται από την ίδια την κυβέρνηση.
Αν λοιπόν η Τουρκία εξακολουθεί να επιμένει σε αναθεωρητικές θέσεις, τότε είναι απολύτως θεμιτό να τίθεται το ερώτημα:
τι ακριβώς έχουν αλλάξει τα «ήρεμα νερά» στην ουσία της τουρκικής πολιτικής;
Οι κυβερνητικές επιτυχίες δεν ακυρώνουν την κριτική
Ο Μαρινάκης έχει δίκιο σε ένα σημείο που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει πραγματοποιήσει συγκεκριμένες κινήσεις εξωτερικής πολιτικής: συμφωνίες οριοθέτησης με Ιταλία και Αίγυπτο, επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια στο Ιόνιο, θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, θαλάσσια πάρκα και σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα.
Αυτά είναι γεγονότα.
Αλλά εδώ υπάρχει ένα λογικό άλμα.
Το γεγονός ότι μια κυβέρνηση έκανε σημαντικά πράγματα δεν σημαίνει ότι κάθε πτυχή της πολιτικής της απέναντι στην Τουρκία είναι υπεράνω κριτικής.
Ούτε τα Rafale ούτε οι Belharra αποτελούν απάντηση στο ερώτημα εάν η στρατηγική των «ήρεμων νερών» χρησιμοποιείται και από την Άγκυρα για να διατηρεί ανοικτή τη δική της αναθεωρητική ατζέντα.
Το πιο αδύναμο σημείο: «γεμίσαμε τουρκοφάγους»
Ακόμη πιο προβληματική είναι η επιλογή του κυβερνητικού εκπροσώπου να δηλώσει ότι «γεμίσαμε τουρκοφάγους».
Η έκφραση μπορεί να λειτουργεί ως πολιτικό καρφί.
Δεν λειτουργεί όμως ως επιχείρημα εξωτερικής πολιτικής.
Διότι εδώ δεν συζητάμε εάν κάποιος φωνάζει περισσότερο από κάποιον άλλο.
Συζητάμε για συγκεκριμένες τουρκικές ενέργειες τις οποίες το ίδιο το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών χαρακτηρίζει παράνομες.
Και όταν συμβαίνει αυτό, το ερώτημα για την αποτελεσματικότητα της ελληνικής στρατηγικής δεν είναι «μεμψιμοιρία».
Είναι απολύτως θεμιτό.
Και τελικά ο Σαμαράς θέτει το δύσκολο ερώτημα
Ο Μαρινάκης προσπάθησε να παρουσιάσει μια αντίφαση:
«Όταν ήσουν πρωθυπουργός συναντούσες τον Ερντογάν, τώρα γιατί ασκείς κριτική;»
Υπάρχει όμως μια πολύ απλή απάντηση:
Επειδή άλλο πράγμα είναι ο διάλογος και άλλο η πολιτική που ακολουθείς μέσα στον διάλογο.
Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι δεν συνομιλούσε με την Τουρκία.
Χρειάζεται η κυβέρνηση να αποδείξει ότι η σημερινή στρατηγική αποδίδει απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις.
Και εδώ βρίσκεται το σημείο στο οποίο η επίθεση Μαρινάκη τελικά γυρίζει μπούμερανγκ.
Γιατί πίσω από τις αναφορές στο τι έκανε ο Σαμαράς πριν από χρόνια παραμένει ένα σημερινό, συγκεκριμένο και πολύ σοβαρό ερώτημα:
Εάν μετά από χρόνια «ήρεμων νερών» το ίδιο το ελληνικό ΥΠΕΞ καταγγέλλει παράνομες τουρκικές ενέργειες εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας και μιλά για επιμονή της Άγκυρας σε «αναθεωρητικές θέσεις», τότε μήπως η προειδοποίηση Σαμαρά αξίζει σοβαρότερη απάντηση από το «κι εσύ συναντούσες τον Ερντογάν»;
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό ερώτημα.
Και μέχρι στιγμής, ο Μαρινάκης περισσότερο επιτέθηκε στον αγγελιοφόρο παρά αποδόμησε το μήνυμα.



