Υπάρχει η κριτική. Υπάρχει η σάτιρα. Υπάρχει και εκείνη η στιγμή που, στην προσπάθεια να βγει οπωσδήποτε το επιθυμητό συμπέρασμα, η πραγματικότητα πρέπει να στριμωχτεί τόσο πολύ ώστε στο τέλος να γίνεται ανέκδοτο η ίδια η καταγγελία.
Κάπως έτσι εξελίσσεται η ιστορία με τη νέα στάση στη λεωφόρο Τρίτση στο Αργοστόλι.
Το θέμα ξεκίνησε από μια φωτογραφία και μια ανάρτηση του Χρήστου Πετράτου, ο οποίος έθεσε ερωτήματα επειδή δύο μεταλλικά στοιχεία στήριξης του στεγάστρου βρίσκονται μέσα στις ζαρντινιέρες με τους κοκοφοίνικες.
Θεμιτό.
Το είδαμε κι εμείς. Μας προβλημάτισε κι εμάς. Και αντί να αποφασίσουμε από τον υπολογιστή αν πρόκειται για «έγκλημα» ή για «αριστούργημα», πήγαμε στο σημείο και τραβήξαμε δικές μας φωτογραφίες από διαφορετικές γωνίες.

Αυτό συνήθως λέγεται αυτοψία.
Όχι να πηγαίνεις εκεί για να επιβεβαιώσεις αυτό που έχεις ήδη αποφασίσει ότι θα γράψεις.
Οι κοκοφοίνικες δεν έγιναν ξαφνικά πολιτικοί μηχανικοί
Ας ξεκινήσουμε από το αρχικό «σκάνδαλο».
Οι κολώνες βρίσκονται πράγματι μέσα στον χώρο των ζαρντινιέρων. Αυτό φαίνεται και δεν υπάρχει λόγος να το κρύψει κανείς.
Από εκεί όμως μέχρι το:
«Δεν βάνεις τις κολώνες εκεί που είναι οι ρίζες και μετά περιμένεις να δεις ποιος θα νικήσει. Ο φοίνικας ή η στάση»
μεσολαβεί κάτι μικρό αλλά ενοχλητικό:
η τεχνική τεκμηρίωση.
Ποιος εξέτασε το ριζικό σύστημα;
Ποιος γνωρίζει το βάθος και τις διαστάσεις της θεμελίωσης;
Ποιος διαπίστωσε τραυματισμό ριζών;
Ποιος γεωπόνος ή μηχανικός αποφάνθηκε ότι δημιουργείται πρόβλημα για τους κοκοφοίνικες;
Κανείς, τουλάχιστον από όσα παρουσιάζονται.
Μια φωτογραφία μπορεί να γεννήσει ένα εύλογο ερώτημα. Δεν αποτελεί από μόνη της γεωτεχνική ή φυτοτεχνική μελέτη.
Και ειδικά στους φοίνικες, που διαθέτουν θυσανώδες/ινώδες ριζικό σύστημα και όχι λίγες μεγάλες ξυλώδεις ρίζες όπως άλλα δέντρα, δεν μπορεί κανείς κοιτάζοντας μια κολώνα από πάνω να αποφανθεί πόσες ρίζες επηρεάστηκαν και αν αυτό δημιουργεί ουσιαστικό πρόβλημα στο δέντρο.
Εάν υπάρχει τεχνική έκθεση που αποδεικνύει ζημιά, να δημοσιευτεί.
Μέχρι τότε έχουμε ερώτημα. Όχι διάγνωση.
Μετά ανακαλύψαμε ότι… το λεωφορείο κινείται στον δρόμο
Επειδή όμως οι κολώνες μάλλον δεν αρκούσαν για να στηρίξουν όλο το οικοδόμημα της καταγγελίας, η «αυτοψία» προχώρησε παρακάτω.
Και έφτασε στο πραγματικά συγκλονιστικό εύρημα:
«για να μπεις στο λεωφορείο πρέπει να κατέβεις στον δρόμο».
Εδώ σηκώνει κανείς τα χέρια.
Πού ακριβώς περιμέναμε να βρίσκεται το λεωφορείο; Μέσα στη ζαρντινιέρα; Πάνω στο πεζοδρόμιο; Δίπλα στο παγκάκι;
Τα λεωφορεία κινούνται στο οδόστρωμα και η επιβίβαση γίνεται στο όριο της στάσης με το οδόστρωμα.
Αυτό που πράγματι πρέπει να εξεταστεί είναι αν υπάρχει ασφαλής και ανεμπόδιστη πρόσβαση στο σημείο επιβίβασης, αν η διαμόρφωση εξυπηρετεί ΑμεΑ και ανθρώπους με μειωμένη κινητικότητα και αν μπορεί το λεωφορείο να προσεγγίζει σωστά.
Αυτά είναι σοβαρά ερωτήματα.
Το «πρέπει να κατέβεις στον δρόμο για να μπεις στο λεωφορείο» δεν είναι.
Είναι περίπου σαν να καταγγέλλουμε ένα λιμάνι επειδή για να μπούμε στο πλοίο πρέπει να πλησιάσουμε τη θάλασσα.
Και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα έγιναν… κατασκευαστικό στοιχείο της στάσης
Στις φωτογραφίες εμφανίζονται αυτοκίνητα.
Και ξαφνικά τα σταθμευμένα οχήματα παρουσιάζονται περίπου ως μέρος του σχεδιασμού:
στέγαστρο, παγκάκι, κολώνες, μπάλες, αυτοκίνητα.
Μισό λεπτό.
Τα αυτοκίνητα τα κατασκεύασε ο Δήμος μαζί με τη στάση;
Αν επιτρέπεται η στάθμευση εκεί και εμποδίζει τη λειτουργία της στάσης, υπάρχει ζήτημα σχεδιασμού που πρέπει να διορθωθεί.
Εάν όμως τα αυτοκίνητα βρίσκονται παράνομα σε χώρο όπου απαγορεύεται να σταθμεύουν ή παρεμποδίζουν την προσέγγιση λεωφορείου, τότε έχουμε πρωτίστως πρόβλημα τήρησης των κανόνων και αστυνόμευσης.
Αυτό πρέπει να εξακριβωθεί.
Δεν παίρνεις όμως ένα αυτοκίνητο που έτυχε να βρίσκεται μπροστά στον φωτογραφικό φακό και το μετατρέπεις αυτομάτως σε μόνιμο πολεοδομικό χαρακτηριστικό του έργου.
Γιατί με αυτή τη λογική, αν αύριο φωτογραφίσουμε ένα μηχανάκι πάνω σε ράμπα ΑμεΑ, θα καταγγείλουμε τον μηχανικό επειδή σχεδίασε τη ράμπα… με μηχανάκι.
Οι «χιονόμπαλες» είναι εμπόδιο επειδή έτσι αποφασίσαμε
Και φτάνουμε στις λευκές σφαίρες.
Στη σάτιρα παρουσιάζονται περίπου ως πίστα survivor:
«Πρώτα περνάς τις χιονόμπαλες».
Ωραία ατάκα.
Μόνο που από τις δικές μας φωτογραφίες ο χώρος μπορεί να εξεταστεί συνολικά και όχι μέσα από ένα επιλεγμένο κάδρο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι συγκεκριμένο: υπάρχει ή όχι επαρκής ελεύθερη διαδρομή πεζού; Υπάρχει προσβάσιμη όδευση; Οι σφαίρες παραβιάζουν τις απαιτούμενες αποστάσεις;
Αυτά μετρώνται.
Δεν σατιρίζονται.
Πάρε μια μετροταινία. Μέτρα τον καθαρό διάδρομο. Έλεγξε τις προδιαγραφές. Φωτογράφισε την πλήρη διαδρομή.
Και μετά γράψε ότι είναι λάθος.
Αυτό θα είναι ρεπορτάζ.
Το «μοιάζει με χιονόμπαλα, άρα πρέπει να κάνεις σλάλομ» είναι καλαμπούρι.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο πραγματικός λαϊκισμός
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που προηγήθηκε και αξίζει να θυμηθούμε.
Η αρχική ανάρτηση φρόντιζε να μας πληροφορήσει ότι:
«Η φωτογραφία δεν είναι δική μου. Είναι δημοσιευμένη από site που στηρίζει τη δημοτική αρχή».
Γιατί άραγε έχει σημασία;
Αλλάζει η θέση της κολώνας ανάλογα με τις πολιτικές απόψεις του site;
Μικραίνει η ζαρντινιέρα;
Μετακινείται ο φοίνικας;
Η φωτογραφία αποκτά μεγαλύτερη εγκυρότητα επειδή ο φωτογράφος υποτίθεται ότι συμπαθεί τον δήμαρχο;
Αυτό είναι ο ορισμός του φτηνού επικοινωνιακού τεχνάσματος: «ακόμη και οι δικοί τους το δείχνουν».
Μόνο που μια φωτογραφία δεν είναι “δική τους” ή “δική μας”.
Είναι ένα οπτικό τεκμήριο που πρέπει να αξιολογηθεί.
Και γίνεται ακόμη πιο παράδοξο όταν αυτή η «κομματική ταυτότητα» της φωτογραφίας χρησιμοποιείται από έναν συντάκτη που έχει σαφή και επανειλημμένα επικριτική στάση απέναντι στη σημερινή Δημοτική Αρχή.
Κανένα πρόβλημα με αυτό. Δικαίωμά του και δουλειά του να ασκεί όσο σκληρή κριτική επιθυμεί.
Αλλά τότε ας αφήσουμε τα περί «site που στηρίζει τη δημοτική αρχή».
Γιατί αν απαιτούμε από τους άλλους να διαβάζουν τις δικές μας καταγγελίες χωρίς “κομματικά γυαλιά”, καλό θα ήταν να βγάλουμε πρώτα τα δικά μας.
Εμείς πήγαμε εκεί – και δεν χαριζόμαστε σε κανέναν
Το σημαντικότερο είναι άλλο.
Εμείς δεν έχουμε κανέναν λόγο να ισχυριστούμε ότι η στάση είναι τέλεια.
Αν υπάρχει λανθασμένη χωροθέτηση, να διορθωθεί.
Αν οι κολώνες μπορούσαν να τοποθετηθούν καλύτερα, να εξηγηθεί γιατί επιλέχθηκε αυτή η λύση.
Αν υπάρχει πρόβλημα προσβασιμότητας, να αποκατασταθεί άμεσα.
Αν η στάθμευση μπροστά στη στάση επιτρέπεται ενώ δεν θα έπρεπε, να αλλάξει.
Αλλά πρώτα πρέπει να αποδειχθούν.
Γιατί υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «βλέπω κάτι που μου δημιουργεί ερώτημα» και στο «έχω ήδη αποφασίσει ότι πρόκειται για φιάσκο και τώρα ψάχνω επιχειρήματα».
Η πρώτη στάση είναι δημοσιογραφία.
Η δεύτερη είναι αντιπολίτευση μεταμφιεσμένη σε αυτοψία.
Και τελικά ίσως αυτό είναι το πιο αστείο σημείο όλης της ιστορίας.
Ξεκινήσαμε από δύο κολώνες μέσα σε ζαρντινιέρες και, στην προσπάθεια να μεγαλώσει το «σκάνδαλο», φτάσαμε να παρουσιάζονται ως αποδείξεις κακοσχεδιασμού τα αυτοκίνητα που παρκάρουν, οι προστατευτικές σφαίρες και το γεγονός ότι το λεωφορείο σταματά… στον δρόμο.
Λίγο ακόμη και θα καταγγείλουμε τη στάση επειδή όταν βρέχει…
βρέχεται το λεωφορείο.



