Σε νέο κύκλο ελέγχων φορολογικών δηλώσεων προχωρά η ΑΑΔΕ, καλώντας φορολογούμενους να αποδείξουν με δικαιολογητικά ποσά που έχουν συμπληρώσει σε συγκεκριμένους κωδικούς του Ε1 και τα οποία δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από τα ηλεκτρονικά δεδομένα που διαθέτει η φορολογική διοίκηση.
Το κρίσιμο για όσους λάβουν σχετική ειδοποίηση είναι η προθεσμία: έχουν 15 ημέρες για να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά που τους ζητούνται.
Η αδιαφορία απέναντι στην πρόσκληση μπορεί να έχει διπλό κόστος. Από τη μία προβλέπεται πρόστιμο και από την άλλη η ΑΑΔΕ μπορεί να προχωρήσει σε νέα εκκαθάριση της δήλωσης, χωρίς να αναγνωρίσει φοροαπαλλαγές ή εκπτώσεις που ο φορολογούμενος δεν κατάφερε να τεκμηριώσει.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένα νέο και αισθητά «βαρύτερο» εκκαθαριστικό.
Γιατί μπορεί να έρθει ειδοποίηση μετά την υποβολή της δήλωσης
Η ηλεκτρονική υποβολή μιας φορολογικής δήλωσης και η έκδοση του αρχικού εκκαθαριστικού δεν σημαίνουν ότι όλα τα στοιχεία της δήλωσης έχουν ελεγχθεί οριστικά.
Οι δηλώσεις υποβάλλονται κατά κανόνα χωρίς ο φορολογούμενος να επισυνάπτει εξαρχής όλα τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν όσα έχει δηλώσει.
Η ΑΑΔΕ, όμως, μπορεί στη συνέχεια να ελέγξει συγκεκριμένους κωδικούς και να ζητήσει τα αντίστοιχα παραστατικά.
Οι περιπτώσεις που μπαίνουν στο μικροσκόπιο μπορούν να εντοπιστούν μέσα από αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις, όταν τα ποσά που δηλώθηκαν δεν συμφωνούν ή δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από τις πληροφορίες που διαθέτει η φορολογική διοίκηση.
Παράλληλα πραγματοποιούνται και δειγματοληπτικοί έλεγχοι.
Επομένως, μια πρόσκληση για δικαιολογητικά δεν σημαίνει από μόνη της ότι έχει διαπιστωθεί φορολογική παράβαση. Σημαίνει ότι η ΑΑΔΕ ζητά από τον φορολογούμενο να τεκμηριώσει όσα δήλωσε.
Πού έρχεται η ειδοποίηση
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις ηλεκτρονικές ειδοποιήσεις.
Σύμφωνα με τη διαδικασία, ο φορολογούμενος ενημερώνεται ηλεκτρονικά και καλείται να αποστείλει τα δικαιολογητικά στην αρμόδια φορολογική υπηρεσία, δηλαδή στη ΔΟΥ ή στο Κέντρο Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΕΦΟΔΕ), ανάλογα με την περίπτωση.
Αυτό σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι δεν θα πρέπει να θεωρούν πως η υπόθεση της δήλωσής τους έχει τελειώσει οριστικά επειδή υποβλήθηκε το Ε1 και εκδόθηκε εκκαθαριστικό.
Εάν φτάσει πρόσκληση για πρόσθετα στοιχεία, ξεκινά νέα διαδικασία με συγκεκριμένη προθεσμία.
Το κρίσιμο 15ήμερο
Από τη στιγμή που ζητηθούν τα δικαιολογητικά, ο φορολογούμενος έχει 15 ημέρες για να ανταποκριθεί.
Και αυτή είναι η προθεσμία που δεν πρέπει να αγνοηθεί.
Τα παραστατικά πρέπει να αποδεικνύουν τα ποσά που έχουν δηλωθεί στους κωδικούς για τους οποίους ζητήθηκε πρόσθετη τεκμηρίωση.
Εάν τα στοιχεία αποσταλούν και γίνουν αποδεκτά, η φορολογική διοίκηση μπορεί να ολοκληρώσει τον έλεγχο με βάση τα πραγματικά δεδομένα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο φορολογούμενος δεν απαντήσει.
Τι συμβαίνει εάν δεν σταλούν τα δικαιολογητικά
Η πρώτη συνέπεια που αναφέρεται στη σχετική διαδικασία είναι πρόστιμο 100 ευρώ για τη μη ανταπόκριση στην πρόσκληση της φορολογικής διοίκησης.
Αυτό όμως μπορεί να αποδειχθεί το μικρότερο μέρος της επιβάρυνσης.
Το σημαντικότερο είναι ότι η ΑΑΔΕ μπορεί να προχωρήσει σε νέα εκκαθάριση της δήλωσης με βάση αποκλειστικά τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της.
Εάν λοιπόν μια φοροαπαλλαγή ή μια έκπτωση φόρου εξαρτάται από ποσό το οποίο ο φορολογούμενος δήλωσε αλλά δεν απέδειξε, αυτό μπορεί να μη ληφθεί υπόψη στη νέα εκκαθάριση.
Και τότε ο φόρος υπολογίζεται ξανά.
Πώς μπορεί να βγει «βαρύτερο» εκκαθαριστικό
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένας φορολογούμενος έχει συμπληρώσει ποσό σε κωδικό που του παρέχει συγκεκριμένη φορολογική ελάφρυνση. Το ποσό αυτό δεν υπάρχει στα ηλεκτρονικά δεδομένα της ΑΑΔΕ και η φορολογική διοίκηση ζητά τα σχετικά αποδεικτικά.
Εάν ο φορολογούμενος τα προσκομίσει και αποδειχθεί ότι ο κωδικός συμπληρώθηκε σωστά, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να διατηρηθεί.
Εάν όμως αγνοήσει την πρόσκληση, η ΑΑΔΕ μπορεί να μην αναγνωρίσει το συγκεκριμένο ποσό.
Έτσι χάνεται η ελάφρυνση, επανυπολογίζεται ο φόρος και εκδίδεται νέο εκκαθαριστικό.
Συνεπώς, το πραγματικό κόστος δεν περιορίζεται στα 100 ευρώ του προστίμου. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να είναι σημαντικά μεγαλύτερο.
Ποιοι κωδικοί προκαλούν έλεγχο
Το βασικό κριτήριο είναι εάν η ΑΑΔΕ διαθέτει ηλεκτρονική πληροφόρηση που μπορεί να επιβεβαιώσει το ποσό που δήλωσε ο φορολογούμενος.
Η φορολογική διοίκηση λαμβάνει πλέον τεράστιο όγκο δεδομένων από τράπεζες, εργοδότες, ασφαλιστικά ταμεία και άλλους φορείς.
Με τις ηλεκτρονικές διασταυρώσεις μπορεί να συγκρίνει αυτές τις πληροφορίες με όσα έχουν καταχωριστεί στη φορολογική δήλωση.
Όταν εμφανίζεται ποσό που δεν συμβαδίζει με τα διαθέσιμα στοιχεία ή για το οποίο δεν υπάρχει αυτόματη ηλεκτρονική επιβεβαίωση, μπορεί να ζητηθεί τεκμηρίωση.
Γι’ αυτό και οι φορολογούμενοι πρέπει να διατηρούν τα παραστατικά που υποστηρίζουν τους κωδικούς που συμπληρώνουν, ακόμη και εάν δεν τους ζητήθηκαν κατά την υποβολή της δήλωσης.
Τι ισχύει για τις τροποποιητικές δηλώσεις
Ξεχωριστή αντιμετώπιση υπάρχει στις τροποποιητικές δηλώσεις.
Στις περιπτώσεις αυτές η υποχρέωση προσκόμισης δικαιολογητικών αφορά τους κωδικούς για τους οποίους δεν υπάρχει αυτόματη ηλεκτρονική πληροφόρηση από τράπεζες ή άλλους φορείς.
Αυτό είναι σημαντικό, καθώς η υποβολή μιας τροποποιητικής δήλωσης δεν σημαίνει ότι ο φορολογούμενος πρέπει να αποδείξει εκ νέου κάθε στοιχείο που περιλαμβάνεται στο Ε1.
Το ενδιαφέρον της φορολογικής διοίκησης επικεντρώνεται στις μεταβολές και στα δεδομένα που δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ηλεκτρονικά.
Διαφορετική προθεσμία στις δηλώσεις με επιφύλαξη
Άλλο καθεστώς ισχύει όταν η φορολογική δήλωση έχει υποβληθεί με επιφύλαξη.
Σε αυτή την περίπτωση η προθεσμία για την προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών είναι 30 ημέρες.
Και εδώ υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά.
Τα έγγραφα που θα κατατεθούν δεν πρέπει απλώς να αποδεικνύουν κάποιο ποσό. Θα πρέπει να τεκμηριώνουν και τον λόγο για τον οποίο ο φορολογούμενος επέλεξε να υποβάλει τη δήλωσή του με επιφύλαξη.
Μην αγνοήσετε το μήνυμα
Το σημαντικότερο για τους φορολογούμενους είναι να μην αντιμετωπίσουν μια τέτοια ηλεκτρονική ειδοποίηση ως ένα ακόμη τυπικό μήνυμα.
Εάν η ΑΑΔΕ ζητήσει δικαιολογητικά, χρειάζεται άμεσος έλεγχος του συγκεκριμένου κωδικού και συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων.
Ιδιαίτερα όταν από τον συγκεκριμένο κωδικό εξαρτάται έκπτωση ή απαλλαγή φόρου, η μη ανταπόκριση μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά το τελικό ποσό της φορολογικής υποχρέωσης.
Η διαδικασία αποτυπώνει παράλληλα τη μεγάλη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται πλέον οι φορολογικοί έλεγχοι.
Οι διασταυρώσεις γίνονται ολοένα και περισσότερο ψηφιακά, με την ΑΑΔΕ να συγκρίνει τα στοιχεία του Ε1 με δεδομένα που φτάνουν ηλεκτρονικά από τρίτες πηγές.
Και όταν κάτι δεν «κουμπώνει», ο φορολογούμενος καλείται να δώσει την απάντηση.
Το μήνυμα λοιπόν είναι απλό: όποιος λάβει πρόσκληση για δικαιολογητικά δεν πρέπει να την αφήσει στην άκρη. Το 15ήμερο μπορεί να κρίνει εάν θα παραμείνει το αρχικό εκκαθαριστικό ή εάν θα ακολουθήσουν πρόστιμο, απώλεια φορολογικής ελάφρυνσης και μεγαλύτερος φόρος.



