Σε έναν δύσκολο μήνα για τα νοικοκυριά κινδυνεύει να εξελιχθεί ο Σεπτέμβριος, καθώς την ώρα που η κυβέρνηση ετοιμάζει ένα μεγάλο πακέτο παρεμβάσεων στη ΔΕΘ, ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ, οι τιμές των καυσίμων και οι νέες πληθωριστικές πιέσεις δημιουργούν τον κίνδυνο ένα σημαντικό μέρος του οφέλους να χαθεί στην καθημερινότητα. Και στον ορίζοντα εμφανίζεται ήδη μία ακόμη απειλή: ένα νέο διεθνές κύμα ακρίβειας στα τρόφιμα μέσα στο 2027.
Η μεγάλη πολιτική μάχη της κυβέρνησης στη ΔΕΘ δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα μέτρα θα ανακοινωθούν. Θα κριθεί κυρίως από το τι θα μείνει τελικά στην τσέπη των πολιτών.
Και αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη αβεβαιότητα.
Οι φορολογικές ελαφρύνσεις και οι υπόλοιπες παρεμβάσεις μπορεί να δημιουργούν πρόσθετο διαθέσιμο εισόδημα, όμως εάν ταυτόχρονα αυξηθούν καύσιμα, μεταφορές, τρόφιμα και βασικά αγαθά, μέρος της ενίσχυσης κινδυνεύει να απορροφηθεί πριν καν γίνει πραγματικά αισθητό.
Στα 2 ευρώ η αμόλυβδη – Πλησιάζει και το diesel
Η πρώτη μεγάλη πίεση προέρχεται από την αγορά καυσίμων.
Η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων έχει φτάσει περίπου στα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ η βενζίνη 100 οκτανίων κινείται περίπου στα 2,25 ευρώ. Την ίδια ώρα και το diesel πλησιάζει το όριο των 2 ευρώ.
Η εξέλιξη δεν επηρεάζει μόνο όσους χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητό τους.
Η τιμή των καυσίμων περνά στο κόστος των μεταφορών και από εκεί μπορεί σταδιακά να μεταφερθεί σε μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας.
Ακριβότερη μεταφορά προϊόντων σημαίνει μεγαλύτερο κόστος για επιχειρήσεις, παραγωγούς και προμηθευτές. Και ένα μέρος αυτού του πρόσθετου κόστους μπορεί τελικά να καταλήξει στον καταναλωτή.
Το μεγάλο στοίχημα της ΔΕΘ
Το κυβερνητικό πακέτο της ΔΕΘ αποκτά επομένως ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Περίπου 2 δισ. ευρώ παρεμβάσεων μπορεί να αποτελούν σημαντική ένεση για τα νοικοκυριά, αλλά το πραγματικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από την πορεία του κόστους ζωής.
Για έναν εργαζόμενο, έναν συνταξιούχο ή έναν ελεύθερο επαγγελματία, άλλωστε, μικρή σημασία έχει το ονομαστικό ύψος μιας ελάφρυνσης εάν αυτή καλύπτεται από μεγαλύτερες δαπάνες στο σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο ή στους λογαριασμούς.
Αυτός είναι και ο μεγαλύτερος πολιτικός κίνδυνος για την κυβέρνηση: να ανακοινώσει ένα μεγάλο πακέτο και ο πολίτης να μην το αισθανθεί τελικά στο πορτοφόλι του.
Προειδοποιητικό σήμα από τις τιμές εισαγωγών
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος δείκτης που προκαλεί ανησυχία.
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία αυξήθηκε τον Ιούνιο του 2026 κατά 6,9% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025.
Η μεταβολή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν συγκριθεί με την εικόνα έναν χρόνο νωρίτερα, όταν είχε σημειωθεί ετήσια μείωση 4,7%.
Οι τιμές εισαγωγών έχουν σημασία επειδή αποτυπώνουν ένα μέρος του κόστους με το οποίο έρχονται αντιμέτωπες οι εγχώριες επιχειρήσεις.
Εάν το αυξημένο κόστος διατηρηθεί, δημιουργείται ο κίνδυνος να μετακυλιστεί σταδιακά στις τελικές τιμές.
Και αυτό σημαίνει ότι η πίεση μπορεί να εμφανιστεί στα ράφια με χρονική καθυστέρηση.
Η μεγάλη απειλή του 2027: Τρόφιμα
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η προοπτική για την παγκόσμια αγορά τροφίμων.
Έκθεση της JPMorgan προειδοποιεί για έναν ιδιαίτερα δύσκολο συνδυασμό παραγόντων: γεωπολιτικές αναταράξεις, ενεργειακό κόστος, προβλήματα στην αγορά λιπασμάτων και ένα ενδεχομένως πολύ ισχυρό Ελ Νίνιο.
Σύμφωνα με την ανάλυση που επικαλείται το δημοσίευμα, ο παγκόσμιος πληθωρισμός τροφίμων θα μπορούσε να επιταχυνθεί περίπου στο 5% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2027, έναντι 2,8% το αντίστοιχο διάστημα του 2026.
Αν επιβεβαιωθεί ένα τέτοιο σενάριο, οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στις χώρες όπου παράγονται τα τρόφιμα.
Οι ανατιμήσεις μπορούν να μεταδοθούν μέσω του διεθνούς εμπορίου και στις ευρωπαϊκές αγορές.
Γιατί τα λιπάσματα αποτελούν «βόμβα»
Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκονται τα αζωτούχα λιπάσματα.
Περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων ποσοτήτων τους περνά, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, από το Στενό του Ορμούζ, ενώ η Μέση Ανατολή κατέχει ιδιαίτερα σημαντική θέση στις παγκόσμιες εξαγωγές ουρίας και αμμωνίας.
Οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων φέρονται να έχουν ήδη αυξηθεί κατά 25% έως 50% από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τον Απρίλιο.
Το πρόβλημα είναι ότι η αύξηση των λιπασμάτων δεν εμφανίζεται αμέσως στην τιμή του τροφίμου.
Ο παραγωγός μπορεί αρχικά να περιορίσει τη χρήση τους λόγω κόστους. Η μικρότερη χρήση όμως μπορεί να οδηγήσει αργότερα σε χαμηλότερη παραγωγή και, τελικά, σε μεγαλύτερες τιμές.
Έτσι, μια κρίση που ξεκινά το 2026 μπορεί να φτάσει στο τραπέζι των καταναλωτών αρκετούς μήνες αργότερα.
Και από πάνω έρχεται το Ελ Νίνιο
Ο δεύτερος μεγάλος κίνδυνος είναι οι καιρικές συνθήκες.
Ένα πολύ ισχυρό Ελ Νίνιο μπορεί να μεταβάλει δραστικά τις βροχοπτώσεις και τις θερμοκρασίες σε μεγάλες παραγωγικές περιοχές του πλανήτη.
Οι συνέπειες μπορεί να είναι διαφορετικές από χώρα σε χώρα: ξηρασίες σε ορισμένες περιοχές, υπερβολικές βροχοπτώσεις και πλημμύρες σε άλλες.
Σύμφωνα με την ανάλυση της JPMorgan που παρατίθεται, ιστορικά ισχυρά επεισόδια έχουν συνδεθεί με μέση μείωση περίπου 3,5% της αγροτικής παραγωγής στις τροπικές περιοχές.
Το ακόμη πιο δυσμενές σενάριο είναι να συμπέσουν οι επιπτώσεις του Ελ Νίνιο με το αυξημένο κόστος των λιπασμάτων.
Τότε η πίεση στις διεθνείς τιμές μπορεί να γίνει πολύ ισχυρότερη.
Καφές, κακάο, ζάχαρη και ρύζι στην πρώτη γραμμή
Ιδιαίτερα εκτεθειμένα θεωρούνται προϊόντα των οποίων μεγάλο μέρος της παραγωγής βρίσκεται σε τροπικές περιοχές.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν:
- καφές
- κακάο
- ζάχαρη
- ρύζι
Για την Ελλάδα ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι απαραίτητα η έλλειψη αυτών των προϊόντων, αλλά η αύξηση της τιμής εισαγωγής τους και η μεταφορά της ανατίμησης στον καταναλωτή.
Καφές, σοκολάτα και σειρά προϊόντων που χρησιμοποιούν ζάχαρη ή κακάο μπορούν έτσι να δεχθούν νέες πιέσεις.
Ο Σεπτέμβριος γίνεται δύσκολη εξίσωση για την κυβέρνηση
Όλα αυτά δημιουργούν ένα παράδοξο σκηνικό.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση προετοιμάζεται να παρουσιάσει στη ΔΕΘ ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά πακέτα της περιόδου, επιχειρώντας να ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα.
Από την άλλη, όμως, οι διεθνείς τιμές ενέργειας και οι πληθωριστικές πιέσεις δημιουργούν μια παράλληλη οικονομική πραγματικότητα.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο:
Δεν έχει σημασία μόνο πόσα χρήματα θα δώσει ή πόσους φόρους θα μειώσει η κυβέρνηση. Σημασία έχει πόση πραγματική αγοραστική δύναμη θα απομείνει στον πολίτη.
Εάν ένα νοικοκυριό κερδίσει μερικές εκατοντάδες ευρώ από φορολογικές ελαφρύνσεις αλλά πληρώσει αντίστοιχα περισσότερα μέσα στη χρονιά για καύσιμα, τρόφιμα και βασικά αγαθά, το πολιτικό και κοινωνικό αποτέλεσμα των μέτρων περιορίζεται δραστικά.
Και γι’ αυτό η πραγματική μάχη της ΔΕΘ δεν θα δοθεί μόνο στο βήμα του Βελλίδειου.
Θα δοθεί στο πρατήριο, στον λογαριασμό και κυρίως στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.



