Το πακέτο μέτρων που παρουσιάστηκε στη ΔΕΘ επιχειρεί να ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων μέσα από φορολογικές ελαφρύνσεις, μισθολογικές παρεμβάσεις, μειώσεις εισφορών και οικονομικές ενισχύσεις. Αυτή όμως είναι μόνο η μία πλευρά της εξίσωσης.
Η άλλη αφορά το πρόβλημα που εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή της καθημερινότητας των πολιτών: την ακρίβεια.
Και εδώ υπάρχει μια ουσιαστική οικονομική διαφορά. Άλλο να αυξάνεται το εισόδημα ενός νοικοκυριού και άλλο να μειώνονται οι τιμές που πληρώνει. Οι δύο εξελίξεις μπορούν να βελτιώσουν την αγοραστική δύναμη, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο «πόσα θα πάρω»
Μια φορολογική ελάφρυνση, μια αύξηση μισθού ή ένα επίδομα ασφαλώς αφήνουν περισσότερα χρήματα στον πολίτη.
Εάν όμως την ίδια στιγμή παραμένουν υψηλές οι τιμές στο σούπερ μάρκετ, τα ενοίκια, η ενέργεια και οι υπηρεσίες, ένα μέρος αυτού του οφέλους απορροφάται από το κόστος ζωής.
Αυτό που τελικά ενδιαφέρει ένα νοικοκυριό δεν είναι μόνο ο ονομαστικός μισθός του αλλά τι μπορεί να αγοράσει με αυτόν.
Γι’ αυτό και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα αποτελεί ίσως καλύτερο κριτήριο για την αξιολόγηση των μέτρων από το ονομαστικό ύψος μιας ενίσχυσης.
Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με ένα επίδομα
Εδώ βρίσκεται και η βασική ένσταση απέναντι στη φιλοσοφία αρκετών από τις εξαγγελίες.
Πρόκειται περισσότερο για μέτρα αντιστάθμισης των συνεπειών της ακρίβειας παρά για παρεμβάσεις που οδηγούν άμεσα στην αποκλιμάκωση των ίδιων των τιμών.
Η διαφορά είναι μεγάλη.
Αν, για παράδειγμα, ένα νοικοκυριό κερδίσει 500 ευρώ τον χρόνο από μια νέα παρέμβαση αλλά οι συνολικές ετήσιες δαπάνες του για τρόφιμα, κατοικία, ενέργεια και υπηρεσίες συνεχίσουν να αυξάνονται, τότε μέρος ή ακόμη και ολόκληρη η ενίσχυση μπορεί πρακτικά να εξαφανιστεί.
Το ίδιο πρόβλημα και στις επιχειρήσεις
Ανάλογη είναι η κατάσταση για επαγγελματίες και επιχειρήσεις.
Η μείωση φόρων ή άλλων επιβαρύνσεων βελτιώνει τη ρευστότητα. Δεν εξαφανίζει όμως το υψηλό κόστος της ενέργειας, των πρώτων υλών, των μεταφορών, των ενοικίων ή της χρηματοδότησης.
Και όταν το λειτουργικό κόστος μιας επιχείρησης παραμένει υψηλό, ένα μέρος του περνά αναπόφευκτα στον καταναλωτή.
Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: αυξάνεται το κόστος των επιχειρήσεων, ανεβαίνουν οι τιμές, περιορίζεται η αγοραστική δύναμη και στη συνέχεια το κράτος επιστρέφει με νέα επιδόματα ή φορολογικές ελαφρύνσεις για να καλύψει μέρος της απώλειας.
Το κρίσιμο θέμα της ενέργειας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η εξαγγελία για αποκλιμάκωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος.
Το πρόβλημα είναι ο χρόνος.
Η σχετική παρέμβαση αναπτύσσεται σε βάθος ετών, ενώ οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά πληρώνουν τους λογαριασμούς τους σήμερα.
Και το ενεργειακό κόστος δεν αφορά μόνο τον λογαριασμό του σπιτιού. Ενσωματώνεται στις μεταφορές, στην παραγωγή, στην ψύξη, στην αποθήκευση και τελικά στην τιμή πολλών προϊόντων.
Και στο στεγαστικό το ίδιο δίλημμα
Το στεγαστικό είναι ίσως ακόμη πιο χαρακτηριστικό.
Η οικονομική ενίσχυση ενός ενοικιαστή μπορεί να τον βοηθήσει να πληρώσει το ενοίκιό του. Δεν μειώνει όμως το ίδιο το ενοίκιο.
Αντίστοιχα, η αύξηση της χρηματοδοτικής δυνατότητας για αγορά κατοικίας βοηθά συγκεκριμένα νοικοκυριά, αλλά όταν δεν αυξάνεται παράλληλα η προσφορά κατοικιών, η πρόσθετη ζήτηση μπορεί να συνεχίσει να ασκεί πίεση στις τιμές.
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοίχημα της επόμενης περιόδου.
Οι πολίτες ασφαλώς θα αξιολογήσουν θετικά κάθε πραγματικό ποσό που μένει περισσότερο στην τσέπη τους. Όμως η τελική κρίση για το οικονομικό πακέτο της ΔΕΘ δεν θα γίνει μόνο από το ύψος των εξαγγελιών.
Θα γίνει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος και στο ενοίκιο στο τέλος του μήνα.
Και εκεί θα φανεί εάν το «μέρισμα ανάπτυξης» μεταφράζεται τελικά σε ουσιαστική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης ή εάν ένα σημαντικό μέρος του θα καταναλωθεί από την ακρίβεια.



