Το νέο αφήγημα είναι σαφώς πιο προσεγμένο από το προηγούμενο.
Αυτή τη φορά υπάρχουν αρκετά σωστά στοιχεία. Η Ελλάδα πράγματι έχει κάνει μεγάλη πρόοδο στις ΑΠΕ. Πράγματι αποκτά σημαντικότερο ρόλο στις ενεργειακές ροές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Πράγματι οι φόροι στα καύσιμα είναι πολύ υψηλοί. Πράγματι οι μεγάλες αυξήσεις στον ΕΦΚ έγιναν στα χρόνια της κρίσης και ο ΦΠΑ ανέβηκε τελικά στο 24% επί ΣΥΡΙΖΑ.
Και κάπου εκεί έρχεται το βολικό συμπέρασμα:
«Ποιος τα ανέβασε; Ο ΓΑΠ. Μετά ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι κυβερνήσεις δεν τα μειώνουν επειδή χρειάζονται τα δισεκατομμύρια των εσόδων. Τόσο απλά».
Όχι ακριβώς.
Γιατί από τον Ιούλιο του 2019 μέχρι σήμερα έχουν περάσει επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.
Και όταν κυβερνάς επτά χρόνια, κάποια στιγμή σταματάς να είσαι απλώς ο κληρονόμος ενός φόρου.
Γίνεσαι η κυβέρνηση που επιλέγει να τον διατηρεί.
Πρώτα όμως ένα χοντρό λάθος: ο πίνακας δεν δείχνει αυξήσεις τιμών
Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται ξεκαθάρισμα αφορά την εικόνα με τον «Συνοπτικό Πίνακα Σύγκρισης».
Βλέπουμε:
- Ηλεκτρική ενέργεια: Ελλάδα 60,9%, ΕΕ 49,9%
- Θέρμανση και ψύξη: 32,6% έναντι 27,3%
- Συνολική ενέργεια: 26,9% έναντι 26,2%
- Μεταφορές: 3,9% έναντι περίπου 11%
Μόνο που αυτά δεν είναι ποσοστά αύξησης των τιμών.
Είναι ποσοστά συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην κατανάλωση των αντίστοιχων τομέων.
Η Eurostat αναφέρει ότι το 2025 οι ΑΠΕ αντιστοιχούσαν στο 60,9% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, έναντι 49,9% στην ΕΕ. Η Ελλάδα ήταν μάλιστα μεταξύ των έξι χωρών της ΕΕ που ξεπέρασαν το 60%.
Επομένως, εάν ο πίνακας επιστρατεύεται για να τεκμηριωθεί ότι «η Ευρώπη έχει αυξήσεις πάνω από 30% και η Ελλάδα μόνο 20%», δεν τεκμηριώνει τίποτε τέτοιο.
Μετρά άλλο πράγμα.
Είναι σαν να δείχνεις τον πίνακα της ανεργίας και να βγάζεις συμπέρασμα για τον πληθωρισμό.
Το 60,9% των ΑΠΕ είναι πράγματι επιτυχία – αλλά ας μην το κάνουμε κάτι που δεν είναι
Εδώ δεν χρειάζεται να μηδενίσουμε μια πραγματική θετική εξέλιξη για να κάνουμε αντιπολίτευση.
Το 60,9% είναι σημαντικό επίτευγμα της ελληνικής ενεργειακής μετάβασης. Και η ανάπτυξη των ΑΠΕ έχει επιταχυνθεί τα τελευταία χρόνια.
Όμως το επόμενο λογικό άλμα είναι:
πολλές ΑΠΕ → άρα μικρότερη αύξηση τιμών → άρα επιτυχία της κυβερνητικής στρατηγικής LNG/ΑΠΕ.
Αυτό δεν αποδεικνύεται από τον συγκεκριμένο πίνακα.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξηγεί ότι η τελική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος επηρεάζεται από τη χονδρεμπορική αγορά, τα καύσιμα, τα δίκτυα, τις διασυνδέσεις, τη φορολογία, τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις και τις εθνικές πολιτικές.
Και η Eurostat σημειώνει ότι ακόμη και το 2025, όταν οι προ φόρων τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ υποχώρησαν ελαφρά, η αύξηση φόρων και επιβαρύνσεων υπεραντιστάθμισε αυτή τη μείωση στον τελικό λογαριασμό.
Άρα ναι στις ΑΠΕ.
Αλλά ΑΠΕ δεν σημαίνει αυτομάτως φθηνό ρεύμα στην πρίζα.
Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το λέει πλέον σχεδόν ευθέως: φόροι και επιβαρύνσεις αντιστοιχούν κατά μέσο όρο περίπου στο 25% της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας των ευρωπαϊκών νοικοκυριών και καλεί τα κράτη να εξετάσουν τη μείωσή τους.
Και πάμε τώρα εκεί όπου το post αρχίζει να γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον
Γράφει:
«Η Ελλάδα χρεώνει στην αντλία 100% επάνω σε φόρους σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρώπης».
Εδώ χρειάζεται διόρθωση.
Τα 359 ευρώ που αναφέρονται δεν είναι ο μέσος ευρωπαϊκός ΕΦΚ.
Είναι ο ελάχιστος επιτρεπόμενος συντελεστής της ΕΕ για την αμόλυβδη.
Και πράγματι η Ελλάδα βρίσκεται στα:
700 ευρώ ΕΦΚ ανά 1.000 λίτρα αμόλυβδης, έναντι ευρωπαϊκού ελάχιστου 359 ευρώ.
Στο diesel:
410 ευρώ, έναντι ελάχιστου 330 ευρώ.
Και τώρα κρατηθείτε για το πετρέλαιο θέρμανσης:
280 ευρώ ανά 1.000 λίτρα στην Ελλάδα, όταν το ευρωπαϊκό ελάχιστο είναι 21 ευρώ.
Άρα το post κάνει λάθος όταν παρουσιάζει τα 359 ευρώ ως «μέσο όρο».
Αλλά επί της ουσίας αποκαλύπτει ένα πολύ πραγματικό πολιτικό ζήτημα:
Η Ελλάδα φορολογεί ορισμένα καύσιμα πολύ υψηλότερα από τα κατώτατα επίπεδα που επιτρέπει η ΕΕ.
«Ποιος το ανέβασε; Ο ΓΑΠ junior»
Ναι.
Η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση των καυσίμων έχει ισχυρές ρίζες στα μνημονιακά χρόνια.
Και ο κανονικός ΦΠΑ αυξήθηκε επανειλημμένα: από 19% σε 21%, κατόπιν σε 23%, και από την 1η Ιουνίου 2016, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, στο σημερινό 24%. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει αυτή την εξέλιξη.
Μέχρι εδώ, λοιπόν, σωστά.
Αλλά ακολουθεί μια πολύ απλή ερώτηση:
Ποιος κυβερνά από το 2019;
Γιατί ο φόρος δεν έχει DNA.
Δεν είναι «φόρος ΠΑΣΟΚ» για πάντα επειδή θεσπίστηκε ή αυξήθηκε επί ΠΑΣΟΚ.
Ούτε ο ΦΠΑ 24% εξακολουθεί το 2026 να είναι αποκλειστικά «ο ΦΠΑ του ΣΥΡΙΖΑ».
Όταν μια νέα κυβέρνηση αναλαμβάνει και κρατά έναν φορολογικό συντελεστή:
τον διατηρεί με δική της πολιτική απόφαση.
Και όταν τον διατηρεί για έναν χρόνο, μπορούμε να συζητήσουμε για δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Όταν τον διατηρεί για επτά χρόνια, δεν μπορεί ταυτόχρονα να λέει:
«Μην κοιτάτε εμένα, ο προηγούμενος τον έβαλε».
Το καλύτερο είναι ότι το post καταλήγει να δικαιώνει το βασικό επιχείρημα εναντίον του
Γράφει:
«Αν αυτά αποφάσιζαν να τα μειώσουμε ο αντίκτυπος θα ήταν απίστευτος στην καθημερινή οικονομία».
Ακριβώς!
Εδώ τελειώνει σχεδόν η συζήτηση.
Αν θεωρείς ότι μια μείωση των φόρων στα καύσιμα θα είχε τόσο σημαντικό θετικό αποτέλεσμα στην οικονομία, τότε το πολιτικό ερώτημα είναι:
Γιατί η σημερινή κυβέρνηση δεν το κάνει;
Όχι γιατί δεν το έκανε ο Τσίπρας.
Όχι γιατί τα αύξησε ο Παπανδρέου.
Γιατί δεν το κάνει σήμερα ο Μητσοτάκης;
Και η κυβέρνηση έχει απάντηση – αλλά ας συζητήσουμε αυτή την απάντηση
Η θέση της κυβέρνησης δεν είναι ότι δεν μπορεί νομικά να μειώσει καθόλου τον ΕΦΚ.
Το ίδιο το υπουργείο Οικονομικών αναγνωρίζει ότι στο diesel ο φόρος θα μπορούσε να πέσει από τα 41 στα 33 λεπτά το λίτρο, δηλαδή κατά περίπου 8 λεπτά, βάσει του ευρωπαϊκού κατώτατου ορίου. Η κυβέρνηση αντιτείνει ότι προτίμησε την προσωρινή επιδότηση των 20 λεπτών, θεωρώντας την αποτελεσματικότερη παρέμβαση.
Και τα μέτρα του Μαρτίου χαρακτηρίστηκαν επισήμως από την ίδια την κυβέρνηση «προσωρινά, στοχευμένα», συνολικού αρχικού δημοσιονομικού κόστους 300 εκατ. ευρώ.
Εδώ βρίσκεται λοιπόν η πραγματική πολιτική διαφωνία.
Η κυβέρνηση επιλέγει:
προσωρινή επιδότηση.
Άλλοι προτείνουν:
μείωση της φορολογίας.
Και η κυβέρνηση προβάλλει το δημοσιονομικό κόστος ως βασικό αντεπιχείρημα.
Θεμιτό.
Αλλά τότε ας σταματήσει και η κουβέντα περί «ΓΑΠ» και «ΣΥΡΙΖΑ».
Γιατί μόλις παραδέχθηκες ότι η σημερινή κυβέρνηση γνωρίζει ότι υπάρχει περιθώριο μείωσης και επιλέγει άλλη πολιτική.
Αυτό πλέον είναι δική της απόφαση.
«Δεν υπάρχει αντίστοιχη κάλυψη»
Αυτό είναι το σοβαρότερο επιχείρημα του post.
Οι φόροι καυσίμων πράγματι αποφέρουν δισεκατομμύρια και η κατάργηση ή μια μεγάλη οριζόντια μείωσή τους θα δημιουργούσε δημοσιονομικό κόστος.
Δεν υπάρχει λόγος να το κρύψουμε.
Μια σοβαρή πρόταση για μείωση ΕΦΚ πρέπει να απαντήσει:
Πόσο θα μειωθεί;
Για πόσο;
Πόσο θα κοστίσει;
Από πού θα αναπληρωθούν τα έσοδα;
Θα είναι οριζόντια ή στοχευμένη;
Και ποιος θα εγγυηθεί ότι η μείωση θα περάσει πράγματι ολόκληρη στην αντλία;
Αυτά είναι απολύτως θεμιτά ερωτήματα.
Μόνο που η ύπαρξη δημοσιονομικού κόστους δεν μετατρέπει μια πολιτική επιλογή σε φυσικό νόμο.
Κάθε φορολογική μείωση έχει κόστος.
Κάθε επίδομα έχει κόστος.
Κάθε αύξηση μισθών έχει κόστος.
Κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα έχει κόστος.
Ο προϋπολογισμός είναι ακριβώς η διαδικασία με την οποία μια κυβέρνηση αποφασίζει πού θα διαθέσει τους περιορισμένους πόρους της.
Μάλιστα, στην τρέχουσα ενεργειακή κρίση πολλά κράτη της ΕΕ έχουν λάβει δημοσιονομικά μέτρα. Η Κομισιόν υπολόγιζε ήδη τον Μάιο το κόστος των ανακοινωμένων παρεμβάσεων σε 14,5 δισ. ευρώ σε επίπεδο ΕΕ.
Άρα η συζήτηση δεν είναι:
«Υπάρχουν λεφτά ή δεν υπάρχουν;»
Είναι:
«Πόσο δημοσιονομικό χώρο θέλεις να διαθέσεις στην ενέργεια και με ποιον τρόπο;»
Και τα μελλοντικά κοιτάσματα δεν πληρώνουν τον σημερινό λογαριασμό
Υπάρχει και το άλλο ωραίο:
Κοιτάσματα Κρήτης.
Κοιτάσματα Κύπρου.
Καλώδιο με Αίγυπτο.
Καλώδιο με Ισραήλ.
Περιφερειακός κόμβος LNG.
Όλα αυτά μπορούν να έχουν μεγάλη στρατηγική σημασία.
Αλλά υπάρχει μια λέξη στο ίδιο το post που τα λέει όλα:
«μελλοντικά».
Τα δυνητικά κοιτάσματα δεν είναι σήμερα εμπορική παραγωγή φυσικού αερίου.
Ένα σχεδιαζόμενο καλώδιο δεν είναι σήμερα φθηνότερη κιλοβατώρα στον λογαριασμό.
Και ο γεωπολιτικός ρόλος μιας χώρας ως ενεργειακού κόμβου δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο καταναλωτής της θα αγοράζει φθηνότερη ενέργεια.
Αυτό εξαρτάται από τις αγορές, τα συμβόλαια, τις υποδομές, τις χρεώσεις, τη φορολογία και τη ρύθμιση.
Και το ίδιο το post το παραδέχεται:
«Αν θα φτάσει στις τσέπες μας; Καλή ερώτηση».
Αυτή δεν είναι απλώς καλή ερώτηση. Είναι η βασική ερώτηση.
Γιατί ο πολίτης δεν πληρώνει «γεωπολιτικό πλεονέκτημα»
Ο πολίτης πληρώνει:
την κιλοβατώρα,
το λίτρο της βενζίνης,
το diesel,
το πετρέλαιο θέρμανσης.
Μπορεί η Ελλάδα να γίνει σημαντικότατος ενεργειακός κόμβος.
Μπορεί να παράγει ακόμη περισσότερο ρεύμα από ΑΠΕ.
Μπορεί στο μέλλον να αξιοποιήσει υδρογονάνθρακες.
Μπορεί να αποκτήσει νέες διασυνδέσεις.
Όλα αυτά έχουν σημασία.
Αλλά η τελική δοκιμασία μιας ενεργειακής πολιτικής για το νοικοκυριό είναι απλούστερη:
Πόσο πληρώνω;
Και εδώ η φορολογική πολιτική είναι κυβερνητική αρμοδιότητα.
Τελικά, το post κάνει μόνο του την καλύτερη αποδόμηση
Ας κρατήσουμε λοιπόν τα δικά του δεδομένα.
Η Ελλάδα έχει υψηλό μερίδιο ΑΠΕ.
Σωστό.
Έχει σημαντικές ενεργειακές προοπτικές.
Σωστό ως προοπτική, όχι ως σημερινό δεδομένο για την τσέπη.
Έχει πολύ υψηλό ΕΦΚ στη βενζίνη.
Σωστό.
Ο ΕΦΚ αυξήθηκε δραματικά στα χρόνια της κρίσης.
Σωστό.
Ο ΦΠΑ έφτασε στο 24% επί ΣΥΡΙΖΑ.
Σωστό.
Η μείωση των φόρων θα μπορούσε να μειώσει την τελική επιβάρυνση.
Σωστό — με πραγματικό δημοσιονομικό κόστος και με ανάγκη να εξασφαλιστεί η μετακύλιση στον καταναλωτή.
Και μετά;
Μετά αρχίζει η πολιτική.
Γιατί ο Παπανδρέου έφυγε από την πρωθυπουργία το 2011.
Ο Τσίπρας το 2019.
Και από το 2019 κυβερνά η Νέα Δημοκρατία.
Επομένως το 2026 η ερώτηση δεν μπορεί να παραμένει:
«Ποιος ανέβασε τον φόρο πριν από 15 χρόνια;»
Η ερώτηση είναι:
«Ποιος αποφασίζει σήμερα αν θα παραμείνει εκεί;»
Και η απάντηση είναι εξαιρετικά απλή:
Η σημερινή κυβέρνηση.
Όπως η ίδια αποφασίζει να επιδοτήσει αντί να μειώσει τον ΕΦΚ.
Όπως η ίδια αποφασίζει πόσο δημοσιονομικό χώρο θα διαθέσει.
Όπως η ίδια αποφασίζει ποιους φόρους θα μειώσει και ποιους θα διατηρήσει.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μαγικό κουμπί που μηδενίζει τους φόρους χωρίς δημοσιονομικές συνέπειες.
Σημαίνει κάτι πολύ πιο απλό:
Μετά από επτά χρόνια στην εξουσία, δεν μπορείς να παρουσιάζεις έναν φόρο μόνο ως κληρονομιά των προηγούμενων.
Είναι πλέον και δική σου επιλογή να τον κρατάς.
Και το ακόμη πιο ειρωνικό;
Το ίδιο το post καταλήγει να το παραδέχεται:
«Αν αποφάσιζαν να τα μειώσουν, ο αντίκτυπος θα ήταν απίστευτος στην καθημερινή οικονομία».
Ωραία λοιπόν.
Ας αφήσουμε τον ΓΑΠ του 2010 και τον ΣΥΡΙΖΑ του 2016 στην ιστορία.
Και ας κάνουμε την ερώτηση που αφορά τον πολίτη του 2026:
Αφού η μείωση θα είχε τόσο μεγάλο αντίκτυπο, γιατί η κυβέρνηση που βρίσκεται σήμερα στην εξουσία επιλέγει να μην την κάνει;
Εκεί αρχίζει η πραγματική συζήτηση.
Τα υπόλοιπα είναι ιστορική αναδρομή.

![Σπάνιο θέαμα στο Ιόνιο: Δύο υδροστρόβιλοι εμφανίστηκαν σχεδόν ταυτόχρονα [βίντεο]](https://kefaloniamagazine.gr/wp-content/uploads/2026/09/ChatGPT-Image-16-Σεπ-2026-06_30_26-μ.μ-100x75.png)

